Όταν έφυγε ο Cliff Burton (27.9.1986)
Σάββατο

24Σεπ

Όταν έφυγε ο Cliff Burton (27.9.1986)

Δημοσιεύθηκε από:

24/09/2016

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

21877
Παρασκευή, αρχές Οκτωβρίου του ’86, μόλις έχει τελειώσει η σχολική εβδομάδα. Καθώς οι παρέες ενώνονται και κατηφορίζουν από τον φαρδύ παράδρομο προς το κέντρο της πόλης, πέφτω πάνω στο Σωτήρη, απ’ το δίπλα Λύκειο. Με τη μία καταλαβαίνω ότι κάτι τρέχει. Κοιτάει τις μπότες του και δαγκώνει σκυφτός ένα Μάρλμπορο. Το στόμα του έχει κρεμάσει προς τα κάτω, σε μια γκριμάτσα πού’ χω δει μόνο σε κάτι παραιτημένους γεροντάρες σε συνοικιακά καφενεία.
«Άσε ρε μ@λ@#α, σκοτώθηκε ο Κλιφ Μπάρτον, ρε μ@λ@#α … γ@μ&$έ τα όλα να πούμε...».
Μεγάλο το σοκ. Ο Σωτήρης, μια απροσάρμοστη χειροβομβίδα από ενέργεια τελευταίου θρανίου με τζην σωλήνα επί τούτου σκισμένο στο δεξί γόνατο, πέτσινο με ραφτό Destruction και μπλουζάκι, (εκείνη τη μέρα) Exciter - “Long Live The Loud”, δε μιλιότανε.
Τα πώς, τα γιατί και τα δηλαδή κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα τις επόμενες ημέρες. Το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου, η μπάντα είχε παίξει σ’ ένα παλιό σινεμά, στη Solna της Σουηδίας.


Ήταν μια βραδιά εκκωφαντική, όπως οι δεκάδες εκείνης της θριαμβευτικής παγκόσμιας περιοδείας. Ακούστηκε η εισαγωγή του Morricone απ’ το «Καλός, Κακός και ο Άσχημος», μπήκαν με το “Battery”, έπαιξαν δύο ώρες και παραπάνω με έξι encore, ο Cliff έκανε το σόλο του στο “Anesthesia”, το κοινό τους αποθέωσε εξουθενωμένο από το headbanging. Υπέγραψαν αυτόγραφα, ήπιαν μπύρες, έκαναν μερικά τσιγαριλίκια κι ανέβηκαν στο λεωφορείο, με τον παγετό από τις φθινοπωρινές σκανδιναυικές νύχτες να περιβάλλει τα πάντα.
Επόμενος σταθμός η Κοπενγχάγη, όπου τους περίμεναν φίλοι και συγγενείς του Lars Ulrich για ένα μεγάλο πάρτυ μετά την συναυλία που θά’ διναν εκεί. Εξουθενωμένοι από ένα διήμερο στη Solna φουλ στο αλκοόλ και τα ντεσιμπέλ, οι τέσσερις Metallica, αφού χάζεψαν μερικές βιντεοκασσέτες, έκαναν κάτι που συνήθιζαν : ανακάτεψαν μια τράπουλα και τράβηξαν χαρτιά για το ποιός θα διαλέξει πρώτος κουκέτα
Ο Cliff Burton τράβηξε Άσσο Μπαστούνι. Διάλεξε το κρεβάτι που συνήθως έπαιρνε ο Kirk Hammett, στην αριστερή πλευρά του λεωφορείου. Στις 6:50 της 27ης Σεπτεμβρίου, 20 χιλόμετρα περίπου έξω από το Ljungby, με όλους σχεδόν τους επιβάτες να κοιμούνται, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο –είπε ότι έφταιγε ο «μαύρος» πάγος που κάλυπτε το οδόστρωμα της Λεωφόρου Ε4- και το λεωφορείο, παρά την πέδηση, έπεσε ακυβέρνητο σ΄ένα χαντάκι και τούμπαρε. Από την αριστερή πλευρά.


Εκεί κοντά στο Πάσχα είχε κυκλοφορήσει ο δίσκος που έκανε την ορδή από δεκαεξάρηδες thrasher όπως ο Σωτήρης να κουνάνε με πώρωση το δάχτυλο το μεσαίο «σ΄όλα τα φλωράκια που βολεύονται με Ozzy και Priest».
Καμιά δεκαριά μέρες πριν, μ’ είχε καλέσει στο σπίτι του για να ξεκαθαρίσει το επιχείρημα. Σ΄ένα σαλόνι άδειο από γονείς, με θέα πιάτο όλη την πόλη αφ’ υψηλού, έβγαλε απ’ τη δισκοθήκη το δίσκο με το τεράστιο νεκροταφείο απ’ έξω. Τον είχε ντύσει σε σακούλα σελοφάν («να μη χαλάσει το εξώφυλλο»). Άνοιξε την διάφανη, απαστράπτουσα κάσα Technics και τον ακούμπησε ευλαβικά στο πλατώ.
«Μην πεις κουβέντα, αν δεν ακούσεις όλη την πρώτη πλευρά». Από τη στιγμή που οι δυσοίωνες ακουστικές κιθάρες έγιναν θρύψαλα από ένα τοίχο ριφ, ψυλλιάζομαι ότι έρχεται καταπάνω μου κάτι που δε σηκώνει αστεία. Ένας συντεταγμένος στρατός οδοστρωτήρων βγαίνει απ’ τα ηχεία, οργισμένος, επιδέξιος, η φωνή του Hetfield ακούγεται σα να φωνάζει ένας από μας, ένας συμμαθητής μας, όλη απόγνωση και θυμός. Ήχος τόσο βαρύς, πυκνός, επίμονος που σβήνει τις ηχητικές παραστάσεις περί heavy metal και τις ξαναγράφει από την αρχή.
Εδώ και κει κάτι απροσδόκητα μελωδικά περάσματα, με το Σωτήρη να σηκώνει το φρύδι («δεν ξέρουνε μουσική οι thrasher, έτσι;»).
Ζητάω το εσώφυλλο με τους στίχους. Τί σημαίνει “chop your breakfast on a mirror”; «Άστο», μου λέει. «Τους στίχους θα τους διαβάσεις τη δεύτερη φορά. Εκεί θα πάθεις άλλη πλάκα».
Με το που τελειώνει το δεύτερο κομμάτι ήδη την πρώτη την έχω πάθει. Έτσι νόμιζα, μέχρι να ξεπροβάλει από’ ναν απόκοσμο βούρκο το πληγωμένο θηρίο με το όνομα “The Thing That Should Not Be”. Είχα ακούσει και προσπεράσει στα γρήγορα κάτι “Jump In The Fire” και “Creeping Death”, αλλά αυτό ήταν σαν από άλλο συγκρότημα. Τελευταίο στην πρώτη πλευρά το “Welcome Home (Sanitarium)” που με την ψυχωτική του επιτάχυνση με κυριεύει ολοκληρωτικά. Σηκώνω λευκή σημαία.
«Έχεις δίκιο. Γ@μ@ει». Η πλευρά γυρίζει κι αφού επιζώ από τα μυδράλια του “Disposable Heroes” και τον άρρωστο ξερόβηχα του “Lepper Messiah”, έρχεται το “Orion”. Ένα instrumental ρυμουλκούμενο από ριφ κινηματογραφικών διαστάσεων, που κοπάζει στη μέση σε μια ψυχεδελική κοιλάδα όπου κάνουν βόλτα ένα σόλο μπάσο και κιθαριστικές αρμονίες. Το κομμάτι γεννάει εικόνες από ένα έργο που δεν έχει γυριστεί ποτέ.
«Τό’χει γράψει ο Cliff Burton» μου επισημαίνει ο Σωτήρης με νόημα. «Ο μπασίστας».


Λίγες μέρες μετά, ήταν ο ίδιος ο Σωτήρης πού’ φερε το άσχημο νέο:
Αυτός, ναι, αυτός ο μπασίστας, είχε σκοτωθεί. Τα επόμενα χρόνια έπιανα συχνά τον εαυτό μου να κοιτάει τις φωτογραφίες του Cliff Burton σε εξώφυλλα, εσώφυλλα, αφιερώματα κι αφίσες νιώθοντας κάτι ανάμεσα σε δέος και θλίψη, άλλοτε σα νά’ θελα κάτι να του πώ, άλλοτε λες και περίμενα να μου το πει εκείνος.
Ήτανε 24, κι όμως έμοιαζε τόσο πιο μεγάλος από τους άλλους τρεις, πιο συνειδητοποιημένος. Αραιό μουστάκι, μαλλί σέβεντυς μέχρι τη μέση, ντυμένος πάνω-κάτω στα τζην, με καμπάνες, γάντι με κομμένα δάχτυλα και μπλούζες Samhain και Blue Oyster Cult.
Είναι μερικοί άνθρωποι που έχουν κάτι φευγαλέα τραγικό στα πορτραίτα τους, ή τουλάχιστον έτσι πιστεύουμε όσοι μένουμε πίσω με το δυσμενές προνόμιο της εκ των υστέρων ενατένισης, που παίρνει τις αύρες και τις πάει ευρυγώνιες βόλτες.
Όπως ο ίδιος είχε προλάβει να πει στην τελευταία του συνέντευξη στον Σουηδό δημοσιογράφο Jörgen Holmstedt, λίγο πριν την τελευταία εκείνη εμφάνιση στη Solna, πέρα από τις «παλιακές» επιρροές των Sabbath και των Thin Lizzy και την αδυναμία του στο hardcore των Discharge, του άρεσαν οι -άγνωστοι τότε- R.E.M., ο Peter Gabriel, οι Roxy Music.


Από μικρός επιθυμούσε να μελετήσει τη μουσική κι όχι απλώς να την πιλατέψει βιωματικά σαν αυτοδίδακτος. Από τα μαθήματα που του παρέδιδε ένας επαγγελματίας τζαζίστας έμαθε ως τηνέϊτζερ να διαβάζει νότες και αιτία υπήρξε η γνωριμία του με τον Μπαχ, τον Μπετόβεν και το μπαρόκ. Ο ήχος του ήταν ένα διήθημα όλων αυτών των στοιχείων, γι΄αυτό κι έδενε με αδιόρατα συνεκτικό υλικό όλα τα επιμέρους προτερήματα του Hetfield, του Ulrich και του Hammett, από τον πρώτο κιόλας καιρό που ήταν μαζί τους.
Μολονότι έναν χρόνο περίπου μεγαλύτερός τους, ενέπνευσε στην μουσική τους μονάδα πράγματα που οι άλλοι δεν ήταν έτοιμοι να αρθρώσουν. Πράγματα που τα τρία πρώτα άλμπουμ (και το “Creeping Death E.P.”), εκφράζουν μέσα από την νεανική πώρωση του «μόνοι μας και όλοι τους», μια ορμή που την αντιλαμβάνεσαι και την αποκωδικοποιείς μόνο σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής σου και σπανίως, αν όχι ποτέ, αργότερα.
Ο εμπνευστής και χαμηλόφωνος εκφραστής αυτής της αίσθησης ήταν και θα είναι ο Cliff Burton.
Κανείς δεν ξέρει πού θα είχαν κατευθυνθεί οι Metallica αν ζούσε. Κανείς δεν μπορεί να στοιχηματίσει πού θα είχε βρεθεί το ίδιο το μέταλλο ως ιδίωμα, αν δεν έφευγε έτσι πρόωρα, από ένα αφόρητο καπρίτσιο της μοίρας, στις 27 Σεπτεμβρίου του1986.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου