Η “Layla” και ο «Αμλετ των blues»
Παρασκευή

2Σεπ

Η “Layla” και ο «Αμλετ των blues»

Δημοσιεύθηκε από:

02/09/2016

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

7056
Ξεκινά μ’ ένα ριφ από επτά νότες που καλλιεργεί την προσδοκία για μια συνέχεια γεμάτη ηλεκτρισμό. Πάνω που αφήνει τον ακροατή να πάρει ανάσα, έρχεται, διεισδυτική και απεγνωσμένη, μια κραυγή ανορίωτου έρωτα :
“What’ll you do when things get lonely? - And nobody's waiting by your side?- You've been running and hiding much too long - You know it's just your foolish pride”.
H βραχνή αυτή κραυγή ανήκε στον 25χρονο Eric Clapton και είχε μία και μόνη αποδέκτη: την 26χρονη Patti Boyd, σύζυγο του φίλου του, George Harrison (του Beatle).
Όταν το Νοέμβριο του 1970 κυκλοφόρησε το τραγούδι, προτελευταίο στη δεύτερη πλευρά του δεύτερου δίσκου ενός διπλού lp που έφερε τον τίτλο “Layla & Assorted Love Songs” από το σχήμα “Derek & The Dominoes”, οι μυημένοι γνώριζαν: ο Derek ήταν ο Eric και η Layla ήταν η Patti.
Από το ’66 που ο Clapton κούμπωσε το βύσμα στη Stratocaster, με τους Marshall από πίσω σκιά του, η ηλεκτρική κιθάρα άλλαξε για πάντα. Ήταν τέτοιο το ωστικό κύμα που προκάλεσαν αυτά τα δυόμισυ χρόνια του με τους Cream, ώστε από τη διάλυσή τους και μετά, λες και βάλθηκε να κάνει τα πάντα για να ξεφύγει από το φάσμα του “guitar god” που τον επισκίαζε. Με τον George Harrison έγιναν στενοί φίλοι στα μέσα του ’60 και τότε ήταν που είδε για πρώτη φορά την κυρία Harrison, ένα ξανθό μοντέλο, κράμα Λολίτας και Μπριζίτ Μπαρντό.



Για τον νεαρό που δεν είχε γνωρίσει πατέρα, που είχε μεγαλώσει πιστεύοντας ότι γονείς του ήταν η γιαγιά και ο παππούς του και μητέρα του η αδελφή του, που από τα 22 του είχε γίνει ο πρώτος ήρωας της κιθάρας, για χάρη του οι φανατικοί έγραφαν στους τοίχους του Λονδίνου “Clapton Is God”, το συναπάντημα υπήρξε κυριολεκτικά μοιραίο. Όχι μόνο την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα, αλλά της το εξέφρασε με κάθε τρόπο, για να εισπράττει τις απορρίψεις τη μία πίσω απ’ την άλλη. Όχι οριστικές ή οργισμένες, αλλά από κείνες που έχουν τον τρόπο να κάνουν τα πράγματα πολύ χειρότερα.
Συνέχισαν να βρίσκονται αρκετά συχνά, ενώ η σχέση της με τον Harrison γινόταν όλο και πιο δύσκολη, με τα ναρκωτικά, την εναλλαγή συντρόφων και το ενδιαφέρον του George για την ινδική κουλτούρα και μουσική να γεννά έναν ανεμοστρόβιλο, καταμεσίς μιας θυελλώδους, έτσι κι αλλιώς, εποχής.
 “I tried to give you consolation - When your old man had let you down - Like a fool, I fell in love with you - Turned my whole world upside down”

Ήταν καλοκαίρι του 1969. Οι Cream είχαν διαλύσει και ο Clapton έπαιζε με τους Blind Faith (Steve Winwood, Ginger Baker, Rick Grech). Σε μια από τις συνευρέσεις της ροκ ιντελιγκέντσιας στο σπίτι του Harrison, o Eric πήρε παράμερα την Patti και της είπε :
«Έχω κάτι που θέλω ν΄ακούσεις». Της έβαλε το κομμάτι σ’ ένα κασσετόφωνο. Τό’ χε ηχογραφήσει σε demo ο ίδιος. Εκείνη εντυπωσιάστηκε. «Είναι για σένα» της είπε, κοιτώντας την κατάματα με το ήπιο, εσωστρεφές ύφος που μέσα στα χρόνια θα του έδινε το προσωνύμιο «ο Άμλετ των blues». «Το έχω γράψει για σένα». Ο Harrison τους πέτυχε να συζητούν κάπως απομονωμένα και ρώτησε τσαντισμένος αν έτρεχε τίποτε μεταξύ τους. Ο Clapton ήξερε ότι δεν είχε ελπίδες, γι’ αυτό δεν είχε και περιστροφές :  "I have to tell you, man, that I'm in love with your wife". Στο τέλος της βραδιάς όμως, εκείνη γύρισε πίσω στο σπίτι της «με τον σύζυγο».
“Layla - you've got me on my knees. - Layla, I'm begging, darling please - Layla, darling won't you ease my worried mind”.
Την επόμενη φορά που την ξαναείδε, λίγους μήνες μετά, ο Clapton ήταν ψυχαναγκαστικά και θανατηφόρα ξεκάθαρος : «Απόψε ή θα τον αφήσεις και θα ‘ρθεις μαζί μου, ή θα με αναγκάσεις να πάρω απ’ αυτό», της είπε, δείχνοντάς της, με τον ίδιο πράο τρόπο ένα σακκουλάκι ηρωίνη στην τσέπη του γιλέκου του.
“Let's make the best of the situation - Before I finally go insane. - Please don't say I'll never find a way - And tell me all my love's in vain”.
Κι έδειξε ευθύς εξαρχής απολύτως αποφασισμένος να τηρήσει την απόφασή του να περπατήσει τον δρόμο της αυτοκαταστροφής μέχρι το τέλος. Όμως στο μεταξύ, η μουσική έρεε στις φλέβες του, το ίδιο αναπόδραστη με τον ματαιωμένο του έρωτα. Γνώρισε τη μουσική κολλεκτίβα που περιστρεφόταν γύρω απ’ το ντουέτο Delaney & Bonnie το καλοκαίρι του ’69, όταν έπαιζαν support των Blind Faith. Κι όταν κάτω από την πίεση των προσδοκιών, οι Blind Faith διαλύθηκαν χωρίς να φτιάξουν ποτέ ένα δεύτερο άλμπουμ, τον βρήκε στο Surrey ο 22χρονος πιανίστας Bobby Whitlock, προερχόμενος από τον περίγυρο των Delaney & Bonnie και ξεκίνησαν να τζαμάρουν σε κάποια κομμάτια. Το “Layla” ήταν ένα απ΄αυτά.
To όνομα του τίτλου ο Clapton το βρήκε διαβάζοντας το βιβλίο “The Story Of Layla And Majnun”, ένα διήγημα του 12ου αιώνα για μια πριγκίπισσα από την Αραβία, που την πάντρεψε με το ζόρι ο πατέρας της και κείνη τρελλάθηκε από την πίκρα που ήταν αναγκασμένη να ξεχάσει τον αληθινό της έρωτα.
Αποφασισμένος να αποκοπεί εντελώς από ό,τι θύμιζε Cream ή Blind Faith, ο Clapton ένωσε τις δυνάμεις και με άλλoυς μουσικούς από το περιβάλλον των Delaney & Bonnie. Μαζί με τον Whitlock και τους Carl Radle (μπάσο) και Jim Gordon (ντραμς) τζάμαραν όλο το καλοκαίρι του 1970. Το σχήμα θα λεγόταν “Derek & The Dominos”, ακριβώς για να αποκλείει τους συνειρμούς με το παρελθόν.



Στην πρώτη του εκδοχή, το εισαγωγικό ριφ του “Layla” ήταν αργό, θύμιζε κάπως το “As The Years Go Passing By” του Albert King. Όταν ο Clapton μπήκε τον Αύγουστο του 1970 με τους υπόλοιπους “Dominos” στα Criteria Studios του Miami, είχε ήδη αυτό το πολύτιμο ριφ έτοιμο. Τότε όμως συνάντησε τον άνθρωπο που θα τον βοηθούσε μέσα από μια σπάνια συνεύρεση κιθαριστικής ευφυίας να γίνει κλασσικό. Τον Duane Allman, τoν 24χρονο κιθαρίστα των Allman Brothers.
H κιθάρα του ξανθού χίπη είχε ήδη κεντρίσει το αυτί του Clapton. Μέσα σε τρία χρόνια καρριέρας, είχε προλάβει να παίξει σε 18 άλμπουμ, δίπλα σε Wilson Pickett, Otis Rush, Aretha Franklin και Delaney & Bonnie. Εκείνη ακριβώς την περίοδο, ο Duane βρισκόταν στα Criteria ηχογραφώντας το δεύτερο άλμπουμ των Allmans που θα έπαιρνε τον τίτλο “Idlewild South”. Ο παραγωγός Tom Dowd πήγε τον Clapton σε μια συναυλία τους. Ήταν 26 Αυγούστου 1970. Ο Duane τον αναγνώρισε στην πρώτη σειρά και ήταν τέτοιο το σοκ του που τα περισσότερα σόλο εκείνη τη βραδιά τα άφησε στον Dickey Betts. Αργότερα, στα παρασκήνια, ο Clapton τον προσκάλεσε να έρθει να παίξει μαζί του στο δίσκο των “Dominos”. O Duane δεν χρειαζόταν δεύτερη κουβέντα. Αμέσως μετά τη συναυλία ακολούθησε την κουστωδία του Clapton στα Criteriα, όπου και ξεκίνησε ένα jam – μαμούθ, δεκαοκτώ ωρών σερί. Από τις επόμενες κιόλας ημέρες, τα session είχαν πάρει φωτιά. Πρώτη ύλη υπήρχε σε αφθονία. Και έμπνευση και ηρωίνη.
Αυτό που εντυπωσίασε όλους όσους βρέθηκαν εκεί ήταν η απροσποίητη μουσική σύζευξη και ο αυθεντικός θαυμασμός μεταξύ Clapton και Allman. Ο Whitlock θυμάται: «Δεν έχω ξαναδεί ποτέ τέτοιου επιπέδου αυθόρμητη έμπνευση από δύο ανθρώπους που γνωρίζονται τόσο λίγο. Ο ένας τους έπαιζε κάτι και ο άλλος αντιδρούσε ακαριαία, έμπαινε στη μελωδία, συμπλήρωνε, επέκτεινε, σιγοντάριζε. Δεν άκουσα κανέναν απ΄τους δύο να πει, έστω μια φορά “σε παρακαλώ, το ξαναπαίζεις αυτό;”. Έδεναν σαν δύο χέρια μέσα στο ίδιο γάντι».  

Όλος ο διπλός δίσκος “Layla & Assorted Love Songs” ηχογραφήθηκε σχεδόν με τη χρονική σειρά που τελικά πήραν τα κομμάτια στο βινύλιο. Ένα προς ένα τα τζαμαρίσματα πήραν σάρκα και οστά, σε μια απ΄ τις πιο εκλεκτικές blues συλλογές που χαράχτηκαν ποτέ σε δίσκο (“Have You Ever Loved A Woman”, “”Why Does Love Got To Be So Sad?”, “Key To The Highway”, “Tell The Truth”, “Nobody Knows You When You’re Down And Out”, η διασκευή στο “Little Wing” του Hendrix).  Όμως, το κομμάτι που έδωσε τον τίτλο στο άλμπουμ, ήταν φανερό ότι αποτελούσε για τον Clapton κάτι ξεχωριστό απ’ την αρχή.   
Αυτό που έκανε ο Duane στο “Layla” ήταν να επιταχύνει το εισαγωγικό ριφ, αλλάζοντας τη δυναμική όλης της σύνθεσης. Ο Tom Dowd ενσωμάτωσε σ΄αυτό έξι στρώματα από κιθάρες. Ένα ρυθμικό μέρος του Clapton, τρία πάλι του Clapton όπου παίζει αρμονία και βασικό ριφ, ένα του Duane, αυτό με το περίφημο bottleneck κι ένα με Clapton και Duane να παίζουν συγχρόνως παράλληλες μελωδίες. Η μακροσκελής ουρά της “Layla” ενώθηκε τρεις εβδομάδες μετά. Ήταν μια ιδέα του ντράμερ Jim Gordon, πολύ κοντινή σ΄ένα κομμάτι που είχε γράψει η τότε φιλενάδα του, Rita Coolidge (το κομμάτι “Time”, που κυκλοφόρησε αργότερα από την αδελφή της, Priscillα).



Όταν το “Layla” κυκλοφόρησε στην αρχική του μορφή, χωρίς την coda του Gordon, έφθασε μέχρι το Νο 51 του Billboard. Το Σεπτέμβρη του 1972, σε μια από τις πλέον σπάνιες περιπτώσεις βραδυφλεγούς επιτυχίας, όταν κυκλοφόρησε στην επτάλεπτη εκδοχή του, έφθασε στο Νο 7 της Αγγλίας και στο Νο 10 Του καταλόγου των single στις Η.Π.Α..
Ήδη, όμως, τότε και οι δύο υπεύθυνοι γι’ αυτό το μοναδικό κιθαριστικό υβρίδιο ήταν εκτός μάχης. Ο Duane Allman, λίγο μετά το ιστορικό “Live At Fillmore East”, κι ενώ οι Allman Brothers ανέβαιναν κατακόρυφα τη σκάλα της αναγνώρισης και της εμπορικής επιτυχίας, στις 29 Οκτωβρίου του ’71 έγινε σμπαράλια με την Harley που οδηγούσε πάνω σ’ ένα φορτηγό.
Ο δε Clapton, ήταν κυριολεκτικά βυθισμένος στην ηρωίνη. Τον σήκωσαν υποβασταζόμενο από την απομόνωσή του ελάχιστες φορές μέχρι την Άνοιξη του 1974, για να παίξει σε ελάχιστες «επετειακές» συναυλίες. Έχοντας πάρει τουλάχιστον 20 κιλά, κρύβοντας το πρόσωπό του με μια παρατημένη γενειάδα, ήταν σκιά του εαυτού του.
Με τη βοήθεια πολλών ανθρώπων που είχαν να κερδίσουν από το να μην καταλήξει ο Eric μια ακόμη απώλεια της ροκ ζωής στα 30 του, ήρθε το καλοκαίρι του 1974 το “461 Boulevard”, το άλμπουμ της νεκρανάστασής του. Και, ω του θαύματος, την ίδια εποχή, η Patti και ο George Harrison έβαζαν τέλος στη σχέση τους. Πάνω που αγωνιζόταν να «καθαρίσει», ο παντοτινός του έρωτας έπεσε, επιτέλους, στην αγκαλιά του.  
«Αυτό που είχα νιώσει για τον George ήταν μια τεράστια, βαθιά αγάπη. Εκείνο όμως που έζησα με τον Eric ήταν ένας μεθυστικός, συντριπτικός έρωτας. Τόσο έντονος, τόσο παθιασμένος. Ήταν σα να βρίσκομαι εκτός ελέγχου».  
Η ολετήρια φλόγα μεταξύ Eric και Patti είχε πάντως άδοξη κατάληξη, αποδεικνύοντας με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο μια πανάρχαια αλήθεια: Σπάνια δεν αποβαίνει κολακευτικό για το αντικείμενο του πόθου ένα μακροχρόνιο, αυτοεξευτελιστικό για τον «κηνυγό», ερωτικό κυνήγι. Με την υποσημείωση ότι, πώς να το κάνουμε, ο ετεροχρονισμός στον έρωτα δεν είναι φτιαγμένος για να κρατήσει.
Μετά από πέντε χρόνια «επίσημης», πλέον, σχέσης, κι ενώ η καρριέρα του Clapton είχε ξαναμπεί σε τροχιά με μια σειρά από ήπια, κυκλοθυμικά, blues lp που σημείωναν μεγάλη επιτυχία, στις 27 Μαρτίου του 1979, Eric και Patti παντρεύτηκαν. Εκείνος ήταν ένας περιζήτητος σταρ, διασωθείς από το ναυάγιο των ‘60s, που κέρδισε «τελικά» το κορίτσι, μόνο που πλέον είχε ανάγκη όχι σκόνες, αλλά ένα μπουκάλι μπράντυ για πρωϊνό. Κι εκείνη, είχε πια αρχίσει να καλλιτεχνίζει, κάνοντας εκθέσεις φωτογραφίας και γράφοντας σενάρια. Μια θεοποιημένη ροκ μούσα που – ήταν σε όλους γνωστό – είχε δώσει την έμπνευση για κομμάτια όπως το “Something” (των Beatles, όσο ήταν σύζυγος του George), το “Layla” και το “Wonderful Tonight.”

Μετά από 10 χρόνια μαζί, η εξάρτηση του Clapton από το αλκοόλ και (εκ νέου) απ΄ ότι βρισκόταν πρόχειρο σε ουσίες, οδήγησαν το ζευγάρι στο χωρισμό. Βέβαια η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν άλλη. Ενώ χρόνια η Patti προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να κάνει παιδιά, έμαθε ότι ο Clapton θα γινόταν πατέρας από μια άλλη, πολύ νεώτερη γυναίκα. Χώρισαν το ’84 και το διαζύγιό τους εκδόθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα.
Το “Layla” παρέμεινε το μοναδικό κομμάτι του Clapton που δεν έχει λείψει ποτέ από τις συναυλίες του μέχρι σήμερα. To 1992, μετά από άλλα, εξαιρετικά οδυνηρά γεγονότα στη ζωή του, το κομμάτι απέκτησε μια δεύτερη ζωή, καθώς έγινε και πάλι τεράστια επιτυχία στην unplugged εκδοχή του.
Ο επίλογος από τον «Άμλετ των Blues».
«Είμαι απίστευτα περήφανος γι’ αυτό το τραγούδι. Το να είναι δικό μου ένα τόσο δυνατό κομμάτι μουσικής είναι κάτι που δεν θα μπορέσει ποτέ να το χωρέσει το μυαλό μου. Κάθε φορά που το παίζω, με διαλύει. Ακόμη και τώρα». – Eric Clapton, 1988.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου