METALLICA: The $ 5.98 E.P. – Garage Days Re-revisited
Σάββατο

18Νοέ

METALLICA: The $ 5.98 E.P. – Garage Days Re-revisited

Δημοσιεύθηκε από:

18/11/2017

Κατηγορία: Old Time Rock

3213
Στις 27 Σεπτεμβρίου του ’86 οι Metallica έχασαν τον άνθρωπο που υπήρξε πολλά περισσότερα από ο μπασίστας τους. Ο Cliff Burton ήταν ο μέντοράς τους, η φωνή της λογικής, ο μόνος άνθρωπος που δεν θα τους έλεγε ποτέ ψέμματα και την ίδια στιγμή ο μόνος που είχε την ικανότητα να σφίξει τα λουριά και να σώσει τους άλλους τρεις από τον αποπροσανατολισμένο, ανασφαλή, πολλές φορές λιγώτερο απ’ τις περιστάσεις εαυτό τους.
Το φθινόπωρο του ‘86, πάνω που άρχισαν να ρέουν τα πρώτα πραγματικά δολλάρια, πάνω που ο τύπος άρχισε να τους αντιμετωπίζει σαν κάτι σαφώς μεγαλύτερο απ’ το γκρουπ που κυκλοφόρησε τον πρώτο thrash δίσκο, τους χτύπησε αδυσώπητα μια άδικη, σκληρή απώλεια. Δεν θα ήταν πια ποτέ ξανά τέσσερις, γιατί ο μεγαλύτερος αδελφός τους δεν θα ήταν πια εκεί. Το υπόλοιπο της ευρωπαϊκής περιοδείας ακυρώθηκε, όμως ένα καλοπληρωμένο ιαπωνικό σκέλος 5 εμφανίσεων τον Νοέμβριο του ’86 δεν μπορούσε να περιμένει.
«Πρέπει να συνεχίσουμε. Πρέπει να το κάνουμε για τον Cliff. Αν ήξερε ότι καθόμαστε από δω κι από κει και κλαίμε τη μοίρα μας, θα ερχόταν, θα μας σήκωνε με τις κλωτσιές και θα μας έστελνε στο δρόμο να συνεχίσουμε αυτό που είχαμε ξεκινήσει».-L.U.
Τρεις εβδομάδες ακριβώς μετά το θάνατο του Burton, ο 23χρονος μπασίστας των Flotsam & Jetsam, έρχεται για ωντισιόν και ενώ έχουν δοκιμαστεί, συζητηθεί ή και προσεγγιστεί περίπου 50 ονόματα, παίρνει τη δουλειά. Κατάγεται από το Michigan, είναι μεγαλωμένος σε οικογένεια μουσικών και φανατικός του Gene Simmons των Kiss. Λέγεται Jason Newsted.
Κυρίως, έχει την απαιτούμενη στάση για την τόσο κρίσιμη χρονική στιγμή. Δηλώνει έτοιμος για όλες τις απαιτήσεις της ζωής του δρόμου και ακούγεται πειστικός όταν λέει ότι οι συνομήλικοί του Metallica είναι «η αγαπημένη μου μπάντα». Όταν οι άλλοι τρεις τον ρωτάνε ποιό κομμάτι θέλει να δοκιμάσουν να παίξουν μαζί, εκείνος απαντάει με τον ενθουσιασμό οπαδού: «Όποιο θέλετε εσείς, τα ξέρω όλα απ’ έξω, έτσι κι αλλιώς».
Στις 8 Νοεμβρίου κάνει το ντεμπούτο του πάνω στη σκηνή στο Reseda Country Club της Καλιφόρνια και μια εβδομάδα αργότερα πέφτει στα βαθιά: Nagoya, Osaka και Tokyo. Το νέο μέλος τα καταφέρνει, όμως έρχεται αντιμέτωπο με μια σειρά από ένα αδίστακτο, όσο και απρόκλητο bullying. Δοκιμασίες ηλίθιες, κακοποιητικές, παράλογες.
Σε όποιον οι Ulrich και Hetfield τον συστήνουν λένε ότι «είναι γκέϊ». Γίνονται λιώμα στο μπαρ του ξενοδοχείου και τα χρεώνουν στο δωμάτιό του. Τον ξυπνάνε στις 4 το πρωί, κοντεύοντας να κατεδαφίσουν τη πόρτα του (“Get up, fucker ! Its time to drink, pussy!”, “Answer the door, bitch!”). Άλλες φορές, με τη βοήθεια roadies, σηκώνουν το στρώμα του στον αέρα και το τινάζουν με τον ίδιο να κοιμάται ή τον «χτίζουν», καθηλώνοντάς τον στο δάπεδο και σωρεύοντας πάνω του γραφεία, καρέκλες, τηλεοράσεις, χαλιά, φωτιστικά. Τις περισσότερες φορές απλώς μπαίνουν μέσα όταν λείπει και του σπάνε όλο το δωμάτιο.
«Είχαμε μαζεμένη τόση πολλή θλίψη μέσα μας από το θάνατο του Cliff. Δεν ξέραμε πώς να χειριστούμε τέτοιες καταστάσεις. Όλο αυτό το άγχος, την απογοήτευση και το θρήνο γι’ αυτόν που έλειπε, τη μετατρέψαμε σε κακία απέναντι στον Jason. Ήμασταν 22-23 χρόνων. Πιο εύκολο μας φάνηκε να δραπετεύσουμε πέφτοντας στον πάτο ενός μπουκαλιού από βότκα. Και να μείνουμε εκεί για χρόνια». – L.U.

 «Πολλά πράγματα από εκείνο τον καιρό δεν θέλω να τα θυμάμαι. Ένιωθα ότι δε με ήθελαν. Από τη στιγμή που μπήκα στη μπάντα έκανα να κοιμηθώ κανονικά τρεις μήνες τουλάχιστον.- J.N.
Το υπόλοιπο του Νοεμβρίου και ολόκληρος ο Δεκέμβριος φουλ από συναυλίες σε Η.Π.Α. και Καναδά. Αρχές Ιανουαρίου επιστρέφουν στην Ευρώπη για να ολοκληρώσουν τις εξ αναβολής εμφανίσεις. Δανία, Δυτική Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία, Βέλγιο, Ολλανδία, Πολωνία. Στις 13 Φεβρουαρίου του ’87 η μοιραία περιοδεία “Master Of Puppets world tour”, ολοκληρώνεται στα παγωμένα εδάφη του Γκέτεμποργκ, αυτά που με τον μαύρο πάγο τους αποστέρησαν τόσο άδικα τον αδελφό τους, τη νύχτα της 27ης Σεπτεμβρίου.
Το Μάρτιο, όπως είναι προγραμματισμένο, η μπάντα μπαίνει σ’ ένα ακριβό στούντιο στην Marin County της California, με αρχική επιδίωξη να ηχογραφήσουν τα πρώτα demo για το επόμενο άλμπουμ τους.
«Καταλήξαμε σ΄ένα κυριλέ μέρος με παρκέ, στο Marin County. Δεν αισθανόμασταν άνετα. Στο διπλανό στούντιο είχαμε τους Starship, μπάντες σαν τους Nightranger και λίγο πιο κει τον τύπο από τον “Ιππότη της Ασφάλτου”».- L.U.


Αδυνατώντας να εξοικειωθούν με την πολυτέλεια του περιβάλλοντος, επιλέγουν να προβάρουν σε υπαίθριους χώρους. Σ’ ένα διάλειμμα, ο Hetfield σπάει το χέρι του κάνοντας skateboard σε μια άδεια πισίνα. Η προγραμματισμένη εμφάνισή τους στο “Saturday Night Live” ακυρώνεται. Η σύνθεση καινούριου υλικού αναγκαστικά αναστέλλεται.
Στο μεταξύ όμως έχει κλειστεί η συμμετοχή τους στις 22 Αυγούστου στο Monsters Of Rock του Donington, στο μεγαλύτερο metal  φεστιβάλ κάθε χρονιάς, τρίτοι από το τέλος πριν από Dio και Bon Jovi και μετά από Cinderella, W.A.S.P. και Anthrax. Η βρετανική Phonogram, με την οποία έχουν υπογράψει συμβόλαιο, χρειάζεται να κυκλοφορήσει ένα καινούριο προϊόν, για νa συμπέσει με το event. Μετά από συζήτηση με τον επικεφαλής της εταιρίας, Dave Thorne, καταλήγουν. Θα φτιάξουν κάτι που δεν θα είναι άλμπουμ, αλλά ούτε και single – καθώς ο Ulrich είναι ανένδοτος: «Εμείς δεν κάνουμε singles».
Έχει μπει Μάϊος όταν αποφασίζουν να γυρίσουν πίσω στη βάση τους. Στο San Francisco, δυό στενά μακριά από το παλιό τους λημέρι στο El Cherrito, βρίσκεται το καινούριο σπίτι που έχει αγοράσει ο Ulrich. Έχει ένα garage που χωράει δύο αυτοκίνητα. Αποφασίζουν να το ηχομονώσουν. Σε μια ακόμη προσκοπική δοκιμασία, ο Newsted αγγαρεύεται να φτιάξει και να εφαρμόσει την ηχομόνωση όλη μόνος του. Δέχεται αδιαμαρτύρητα και ευτυχώς πιάνουν τα χέρια του. Όταν ο Hetfield αναρρώνει και είναι σε θέση να προβάρουν ξανά, δεν έχουν στα χέρια τους καινούριο υλικό. Αρχίζουν να παίζουν διασκευές από παλιά αγαπημένα τους κομμάτια. Τα περισσότερα παλιές εμμονές των Ulrich και Hetfield, από άγνωστα στο ευρύ κοινό γκρουπ του New Wave Of British Heavy Metal, από δίσκους εισαγωγής που συνέλεγε μέσω αλληλογραφίας ο Ulrich όταν πήγαινε ακόμη σχολείο. Δοκιμάζουν και μερικά punk και hardcore που άρεσαν στον Burton. Τον Ιούλιο μπαίνουν στα Conway Studios του L.A. και ηχογραφούν πέντε απ’ αυτά τα κομμάτια, μέσα σε μόλις έξι μέρες.
Το υλικό που προκύπτει διαρκεί λιγώτερο από 25 λεπτά και είναι το ηχητικό αποτύπωμα μιας μπάντας που παίζει για τον εαυτό της. Οι τρεις συν τον καινούριο παίζουν ο ένας δίπλα στον άλλο, κομμάτια που έχουν διαλέξει με μόνο κριτήριο ότι τα γουστάρουν, βάζοντας στο παίξιμό τους όλη την προσωπικότητα και τo πάθος που χρειάζεται για να ξορκίσουν τις συνθήκες που τους κυκλώνουν. Στα αριστερά του Hetfield δεν βρίσκεται ο μεγάλος τους αδελφός και η απουσία του εξακολουθεί να προκαλεί πόνο, ανασφάλεια, κενό.
Είναι πια «μεγάλα παιδιά», εταιρίες και executives περιμένουν απ’ αυτούς, το συμβόλαιο εκκρεμεί και η έμπνευση για πρώτη φορά πρέπει να γίνει «δουλειά». Ο νέος, μετά τα συνεχιζόμενα «βασανιστήρια» έχει έρθει η ώρα να αποδείξει, για πρώτη φορά με τη δουλειά του ότι δεν είναι φτιαγμένος από υλικό που σπάει εύκολα.
Με το που η βελόνα μπαίνει στα αυλάκια του δίσκου, ακούγεται ήχος από τα μικρόφωνα του στούντιο και ο Hetfield να μουρμουρίζει έναν σκοπό. “Ready …and fine”. Τα τύμπανα του Ulrich σκάνε μανιασμένα για 3 δευτερόλεπτα και αμέσως όλη η μπάντα μπαίνει μ’ έναν κοφτό, γρήγορο όγκο που κόβει την ανάσα. “I gotta see you moving fast - See you come my way - See the dreams - I hope they last - Never fade away...”.
Είναι το “Helpless” των Diamond Head, που η μεγάλη πλειοψηφία των ανά τον κόσμο metal οπαδών αγνοεί. Πιο γρήγορο. Με την ένταση στο τέρμα. Με κοψίματα που παίρνουν κεφάλια. Με ξέφρενο αλά Fast Eddie Clarke σόλο απ’ τον Hammett.  Με ένα πορωτικό κενό δευτερολέπτων όπου το μπάσο χορεύει μόνο του, μόνο και μόνο για να πάρει ο ακροατής ανάσα για περισσότερο κοπάνημα. Τα 6:36 της διάρκειάς του είναι υπεραρκετά για να προκαλέσουν και να διaδώσουν αυτή την ιδιότυπη ευφορία που μόνον οι εθισμένοι μεταλλάδες μπορούν άρρητα να μοιράζονται μεταξύ τους.


Ακολουθεί το “Small Hours” των βινυλιακά καταργημένων τότε Holocaust, με την εισαγωγή της κιθάρας αλά «Ψυχώ» και συνθλιπτικό όγκο, λες και το εξώκοσμο τέρας του “The Thing That Should Not Be” μόλις ξεπρόβαλλε απ’ την ομίχλη κι έρχεται με αργά βήματα καταπάνω σου. Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το “The Wait - μια μεταλλοποιημένη εκδοχή σε κομμάτι των newavoγότθων Killing Joke, με τη φωνή του Hetfield, παραμορφωμένη μέσα από flantzer, να υπηρετεί την ψυχοβγαλτική ατμόσφαιρα ενός πρωτότυπου που απειροελάχιστοι μέχρι τότε έχουν ακούσει. Το “Crush Course In Brain Surgery” πατρότητας των proto-metal απολιθωμάτων της προηγούμενης δεκαετίας, των Ουαλλών Budgie, δεν είναι εντυπωσιακό/ Σίγουρα όμως ενδεικτικό του ότι ο καινούριος μπασίστας θα πάρει το χώρο του, καθώς κάνει ένα μικρό αυτοσχεδιασμό στην εισαγωγή και κρατάει επιβλητικά τον ρυθμό που διατρέχει το κομμάτι.
Κλείσιμο επί τροχάδην με το αυταρχικά γρήγορο medley των Μisfits, προσωπικής αδυναμίας του Hetfield, το “The Last Caress/Green Hell”. Λίγο αφ’ ότου η μπάντα ακούγεται να προσπαθεί να παίξει ένα εντελώς παράτονο “Run To The Hills”, έρχεται το fade out και ο δίσκος τελειώνει. Επιβάλλοντας να ξαναμπεί στο πλατώ, αφού παρείχε την αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωση ότι η μπάντα ξεπέρασε τη δυσκολία και είναι ζωντανή όσο ποτέ.
Το e.p. “$ 5.98 E.P. – Garage Days Re- Revisited κυκλοφορεί στις 21 Αυγούστου του ’87, την παραμονή του Donington. Στο εξώφυλλο οι τέσσερις Metallica με ομοιόμορφες μαύρες φόρμες σ’ ένα στενάχωρο και όχι και τόσο καθαρό λουτρό αποδυτηρίων, φωτογραφημένοι ευρυγωνίως από τον Ross Halfin. Η αισθητική του bootleg τονίζεται στο οπισθόφυλλο από την αναφορά ότι το e.p. έχει «παραγωγή στο περίπου», από το γραφολογικά ενδιαφέρον ιδιόχειρο σημείωμα του Hetfield που προειδοποιεί «να μην πάρουμε την όλη φάση και πολύ σοβαρά» και από μια σειρά φωτογραφιών στυλ πoλαρόϊντ του Halfin, προσεκτικά εριμμένες: η μπάντα με βερμούδες, σαν μια τετράδα φίλων, όλο βρώμικα μποτάκια, σκισμένα τζην στα γόνατα και μπύρες, πότε στο πεζοδρόμιο να σκάει στα γέλια, πότε στην καρότσα ενός pick-up.
Πιστοποιούμενο λόγω διάρκειας ως single, φτάνει στο Νο 27 των βρετανικών τσαρτς. Το γεγονός ότι η πρώτη εκτύπωση γίνεται με επιμονή της μπάντας μόνο σε 12ιντσο βινύλιο και σε καμία άλλη μορφή, ούτε κασσέττα, ούτε cd, oύτε 7ιντσο, του δίνει ακόμη μεγαλύτερη αξία. Όμως γρήγορα, η πρώτη εκτύπωση δε φτάνει, καθώς η ζήτηση αποδεικνύεται τεράστια. Τον Οκτώβριο, το e.p. φτάνει στο Νο 28 στους καταλόγους των άλμπουμ του Billboard και γίνεται χρυσό. Η επιλογή της μπάντας να τοποθετηθεί αυτοκόλλητο στις κασσέτες «Προσοχή: Μην πληρώσετε περισσότερο από 5.98$!», και «Αν σας ζητάνε να πληρώσετε περισσότερο, κλέψτε το!» συναντά την κόντρα των σημείων πωλήσεων και της βιομηχανίας. Τα cd, λένε, έχουν άλλη τιμή στη λιανική, πρέπει να αλλάξει ο τίτλος του e.p. σε «9.98$».
Είναι μια μπάντα που έχει ξεπηδήσει απ’ το underground, από το κύκλωμα της ανταλλαγής demo γραμμένων σε κασσέττες και με τέτοιες επιλογές αποδεικνύονται αποφασισμένοι να μην αποστούν καθόλου από τις ρίζες τους, να μην ξεπουληθούν. Για κάθε απόφαση που αφορά την εμπορική εκμετάλλευση, οι μάνατζερ Peter Mench και Cliff Bernstein είναι υποχρεωμένοι βάσει συμβολαίου να παίρνουν την σύμφωνη γνώμη των Ulrich και Hetfield. Ο διεθνής metal λαός έχει βρει τους δικούς του ανθρώπους, τους τύπους που παίζουν και γράφουν κομμάτια όπως οι fans. Είναι σίγουρο.
Στις πάνω από 70 συνεντεύξεις που δίνει το φθινόπωρο του ’87, αποδεχόμενος την πρόταση και του πιο μικρού fanzine, ο Lars Ulrich όχι μόνο γεμίζει αυτόν τον λαό με περηφάνεια, αλλά και τον πολλαπλασιάζει. Γιατί είναι σαφής :
«Δεν μ’ αρέσει να το λέω συνέχεια, αλλά είμαστε ένα γκρουπ που γράφουμε για τον εαυτό μας και όχι για τους άλλους. Δεν μας έχει αλλάξει η επιτυχία, δεν μπορεί να μας αλλάξει. (…) Πιστεύω ότι οι ροκ σταρ του τύπου που ξέρουν οι περισσότεροι δεν ταιριάζουν σ’ εμάς. Εξακολουθούμε να είμαστε φωνακλάδες, μεθύστακες, οι ηλίθιοι της διπλανής πόρτας. Δεν βάζουμε εμπόδια ανάμεσα σ’ εμάς και τα παιδιά απ’ το κοινό. Για μερικά γκρουπ κάτι τέτοιο είναι τρόπος επιβίωσης, όπως για τους KISS, ας πούμε. Εγώ δεν θέλω να παγιδευτώ σε κάτι τέτοιο. Θα ήταν τρομακτικό να μην μπορώ να είμαι ο εαυτός μου. Ο κόσμος μπορεί να μας βρει σε μπαρ και στο δρόμο, εξακολουθούμε να είμαστε απλοί. Σαν τους οπαδούς μας».
 

Υ.Γ. Ι: Ο αποστειρωμένος ήχος του “…And Justice For All” που ακολούθησε έναν χρόνο αργότερα, ήταν ένα δημιουργικό πισωγύρισμα συγκριτικά με το σφρίγος και την πώρωση του 25λεπτου e.p.. Όμως, η φανατική βάση των οπαδών τους είχε ήδη επεκταθεί με τέτοιο ρυθμό και ισχυροποιηθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε από μόνη της τους εκτόξευσε εμπορικά. Το 1991, με οδηγό τον παραγωγό/ηχολήπτη των Motley Crue, Aerosmith, Bon Jovi, απάλλαξαν τον ήχο τους από «πολύπλοκα» thrash στοιχεία και οπλισμένοι με εταιρικά τρυκ που μέχρι πρότινος χλεύαζαν, όπως μπαλάντες και σοφιστικέ βίντεο – κλιπ, έφτιαξαν ένα από τα πιο εμπορικά άλμπουμ όλων των εποχών. Ακολούθησαν ακόμη πιο σοβαρές ενσυνείδητες αποστασιοποιήσεις από κείνα τα λόγια του φθινοπώρου του ‘87, όπως η κατάπτυστη ιστορία του napster. Για μια σιωπηρή, προσεκτική στα λόγια της μειοψηφία, σ’ εκείνο το e.p. θα ήταν η τελευταία φορά που οι Metallica θα ακούγονταν και θα ήταν ειλικρινείς.

Υ.Γ. ΙΙ: Διαχρονικά άλυτο ζήτημα «το δικαίωμα» του κοινού να «κατηγορεί» τα ινδάλματά του για «ξεπούλημα». Στη βάση του όμως υπάρχει ένας κοινός τόπος: όσο πιο μεγάλη η επίδραση από την μουσική στάση μιας μπάντας, τόσο δυσκολώτερα χωνεύεται η παρέκβαση απ’ αυτήν. Αντιστρόφως ανάλογα, για τον μουσικό όσο πιο πιεστικό γίνεται το κοινό «του» για να του δώσει «κι άλλο απ’ τα ίδια», τόσο μεγαλύτερη η δημιουργική του ασφυξία. Η καριέρα των Metallica μετά το ’87 χωρίζεται σε δύο περιόδους. Στην πρώτη, είναι σαν να προσπάθησαν να φύγουν όσο πιο μακριά γίνεται από από την κληρονομιά του Burton, σαν να μην άντεχαν την ακεραιότητα που επέβαλε, ακόμη και με την απουσία του. Κατέληξαν στην άλλη όχθη, του ροκ σταρ που αποστρέφεται την απαιτητική «λατρεία» του κοινού, για να καταρρεύσουν ψυχικά λίγο πριν φτάσουν τα 40, υπό το βάρος τύψεων, αδούλευτων ψυχισμών, αδυναμίας διαχείρισης των διαπροσωπικών τους σχέσεων και των αναμενόμενων αυτοκαταστροφικών συνηθειών.
Στη δεύτερη, η οποία ακόμη εξελίσσεται, πασχίζουν να αναζητήσουν τρόπους να επανασυνδεθούν μ’ αυτήν την ακεραιότητα, με την αγνότητα των ημερών των αυτοσχέδια ηχομονωμένων
garage. Όπου το μέλλον ήταν άγνωστο και περίμενε να κερδηθεί και όλες οι ελπίδες επιτρέπονταν.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites