Chris Isaak: Class of '88
Παρασκευή

2Φεβ

Chris Isaak: Class of '88

Δημοσιεύθηκε από:

02/02/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1080
«Τον έχεις ακούσει αυτόν τον καινούριο, τον Chris Isaak; Τί κούκλος, Θεέ μου !». Η Αθηνά μάζεψε απ’ τον ψίθυρό της μια υποψία από λίγωμα, έριξε μια ακόμη γυροβολιά στο κασκόλ γύρω απ’ το λαιμό της και προσπάθησε να αποφύγει το βλέμμα της θεούσας της γαλλικού, που τσέκαρε ποιός κάνει βαβούρα, διαβάζοντας φωναχτά Σεν Εξυπερύ, κάπως σα να φλερτάρει την ίδια της την προφορά.
Κρύος και μουντός ο τελευταίος μήνας του χειμώνα της Τρίτης Λυκείου. Ο Αντρέας, λέει, είχε συναντηθεί στο Νταβός της Ελβετίας με τον ζουμπά τον Οζάλ και είχανε δώσει τα χέρια για μια συμφωνία που ο τίτλος της, για την ελληνομάθεια της τρίτης δέσμης μας ήτανε σκέτο πραξικόπημα: «Μη πόλεμος».
Οι πιο αποφασισμένοι της τάξης βγάζαμε εκείνες τις μέρες για πρώτη φορά ολόκληρη την ύλη των εξετάσεων. Η κλεψύδρα για τις Πανελλαδικές όλο κι έχανε άμμο. Πόσες φορές θα προλαβαίναμε να ξαναπεράσουμε την ύλη μέχρι τον Ιούνιο; Θα μπορούσαμε να βρούμε τα περσινά θέματα, ή θα περνούσαν οι μήνες με τον ένα και τον άλλο να μαντεύει αγωνιωδώς ποιά από τα “sos” ήταν υποψήφια για να πέσουνε φέτος; Δεν φτάναν όλα αυτά, ήμασταν αναγκασμένοι να υπομένουμε κι αυτά τα ηλίθια μαθήματα του κορμού. Αφού ξέραμε από το Νοέμβριο. Οι βαθμοί των τριμήνων δεν είχανε πια σημασία στην τελική βαθμολογία. Πηγαίναμε σχολείο για να περάσουμε καλά, γιατί από τις τρεις το μεσημέρι και μετά, δεν υπήρχε δικαιολογία. Τα τέσσερα μαθήματα της δέσμης και τα κεφάλια κάτω.
Μόνο τη μουσική είχαμε. Άντε και το «Μουσικόραμα».


«Είχα πάρει την κασσέτα χτες – δανεική, απ΄τη Μάρη- την είχα ανοίξει και τον χάζευα. Τον έχει μια φωτό’’ σ΄ένα αεροδρόμιο, κάτι τέτοιο. Μιλάμε για τ ο μανάρι. Τί Έλβις και μαλακίες... Ο Έλβις ήτανε χοντρός, αυτός είναι...Που λες, πάνω πού’ χω βάλει να παίζει, σκάει μέσα στο δωμάτιο η μάνα μου,  λίγο με υφάκι, ξέρεις αυτό το κρυφό το συφίλιασμα. “Kοίτα ν’ αφήσεις τους γκόμενους και να έχεις το μυαλό σου στο διάβασμα», μου λέει”…».

«...».
«Σταματήστε επιτέλους να μιλάτε εσείς οι δύο ! Αθηνά, συνέχισε από εκεί που βρίσκομαι».


Ο Elvis την έχει κάνει πάνω από δέκα χρόνια, λέω από μέσα μου, προσπαθώντας να δω σε ποιά τεθλιμμένη παράγραφο από Σεν Εξυπερύ σκόνταψε κι έπεσε μέσα η Αθηνά. Κι έρχεται τώρα αυτός ο Chris o Isaak με το μπλαζέ το υφάκι, να βάζει στο μυαλό κάθε ξεβγαλμέ μαγκίτισσας βλασφημίες και ιερόσυλα κατινοειδή σχόλια για το βάρος του Βασιλιά. Θα γυρίζει μέσα στον τάφο του.

Δεν μού’ πε κουβέντα για τη μουσική, αλλά σιγά μη χρειαζότανε κιόλας. Αφού άκουγε με τα μάτια. Μια ιδέα, πάντως, απ’ τοBlue Hotel” την είχα, ας όψεται ο Σγόντζος. Φουλ στη σουρουκλεμέ υδηπάθεια. Δεν είναι αυτά για μας.
Γεννημένος τρεις μήνες και κάτι μέρες μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου άλμπουμ του Elvis Presley (26 Ιουνίου του ’56) από δύο βιοπαλαιστές στην ανοιχτωσιά του Stockton της California, ο Isaak δεν άργησε να ξεχωρίσει από τα σχολικά του χρόνια. Πρόεδρος στο επαρχιακό, ηλιόλουστο highschool, bachelor’s στην επικοινωνία από το Πανεπιστήμιο του Pacific πιο μετά, φωτογένεια αδιαφιλονίκητη, αλλά και ψώνιο με το ροκ ν’ ρολ των ‘50s, την country & western. Από νωρίς στα χνάρια μιας μουσικής παράδοσης που έμοιαζε απαρχαιωμένη, αν όχι εκτός τόπου και χρόνου, στην εποχή των larger than life μουσικών ηρώων, του yacht rock και του “peaceful easy feeling”. Γιατί σ΄εκείνη μεγάλωσε.

Η κλίση του απέδωσε δισκογραφικούς καρπούς κάπως καθυστερημένα, όχι όμως αργά. Ποιός παραγωγός, όπως ο έμπειρος Erik Jacobsen, με αποδεδειγμένη αίσθηση της καθαρής, αισθαντικής μελωδίας – βλέπε Tim Hardin, Lovin’ Spoonful – θά’ λεγε όχι στο να αξιοποιήσει ένα αρσενικό  μοντέλο με εγκέφαλο, καλιφορνέζικη anything goes διάθεση, που μάλιστα μπορεί και να γράφει δικά του τραγούδια; Το ’84, στα 28, υπέγραψε στη Warner Brothers. Το πρώτο του άλμπουμ, Silvertone, κυκλοφορεί τον Ιανουάριο του ’85, αλλά αποτυγχάνει να μπει στο Hot 100, παρά τις καλές κριτικές. Όμως ένα απ’ τα κομμάτια του, το “Livin’ For Your Lover”, το ψαρεύει η υπέροχη ανωμαλάρα της σκηνοθεσίας ονόματι David Lynch και το χρησιμοποιεί uncredited σε μια ταινία που θα αφήσει εποχή, μια από τις πιο αγαπημένες κοινού και κριτικών για το ’87, το Blue Velvet”. Μέσα στην ίδια χρονιά, σποραδικές εμφανίσεις των τραγουδιών του “Silvertone” σε δευτεροκλασσάτες κομεντί και στο “Miami Vice” δε βοήθησαν και ιδιαίτερα.



Το δεύτερο άλμπουμ, με τίτλο το όνομά του, κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του ’87, για μια ακόμη φορά με απογοητευτικές εμπορικές επιδόσεις (US#194, 11/4/87). Έχοντας κινήσει το ενδιαφέρον με το ρετρομοντερνισμένο αμάλγαμα rock n’ roll, surf, rhythm n’ blues και country του ντεμπούτου, ο Isaak και η μπάντα του συνεχίζουν στην ίδια ακριβώς συνταγή. 11 νουάρ εξομολογητικά κομμάτια πληγωμένου αλλά ανθεκτικού ρομαντισμού, από τα οποία τα 10 πρωτότυπα πετυχαίνουν να εξαλείψουν από το οπισθόφυλλο την ημερομηνία παραγωγής. Η μία και μόνη διασκευή, στο Heart Full Of Soul των Yardbirds, αποδεικνύει ότι η διαλογή του υλικού έχει γίνει με κριτήριο το προσωπικό ύφος και την δυνατότητα του Isaak να εντάξει σ΄αυτό ακόμη και κομμάτια από την ύστερη –για τα γούστα του- ροκ εποχή.
Ένα κομμάτι, ξεχωρίζει από τις πρώτες νότες, με το πρώτο άκουσμα. το "Blue Hotel", με την κιθάρα του James Wilsey βγαλμένη από ’ναν τόπο όπου γυρίζονται μόνο αυθεντικά σπαγγέτι ουέστερν, βρίσκει το ταίρι της στη νοσταλγική λαχτάρα που ξεχειλίζει απ’το λαρύγγι του Isaak, καταλαμβάνοντας χωρίς αντίπαλο το μυστικό πέρασμα μεταξύ μνημονικού και προσδοκίας. Ένα μεγαγχολικό soliloquy που ακόμη κι ο Βασιλιάς ο ίδιος θα μάτιαζε.

Το πυρετώδες "You Owe Me Some Kind of Love"  φέρει το ερωτοχτυπημένο του στίγμα να ελίσσεται ανάμεσα από τις φράσεις ενός αναπαλαιωμένου Link Wray. Η μελαγχολία του Isaak δεν έχει απολύτως κανένα κοινό σημείο με την ηττοπάθεια και την πρόθυμη παράδοση στο θρήνο των -τότε πολύ στα πάνω τους- νεοκυματικών. Είναι γεμάτη εσωτερική ένταση, λακωνική, ειλικρινής αυτοελεγχόμενη, όπως αυτή του κάου-μπόϋ από την διαφήμιση του Μάρλμπορο. Λέει λίγα, μεταδίδει πολλά.

Στο  "Cryin'", ο Isaak πλησιάζει με την αυτοπεποίθηση της πραγματικής του ηλικίας (31) το ροκ ν’ ρολ του άλλου μεγάλου ειδώλου του, Roy Orbison. H παραγωγή του Erik Jacobsen βασίζεται σε μια αξία υποτιμημένη εκείνο τον καιρό: την απλότητα. Τα τύμπανα του Kenney Dale Johnson δεν υποφέρουν από την επιδημία της ηλεκτρονικής ενίσχυσης των ηχογραφήσων του καιρού, ενώ λεπτομέρειες όπως οι διακριτικές πινελιές από σαξόφωνο στο "Lie to Me", ή τα αχνά έγχορδα και τα πλήκτρα εδώ κι εκεί, προσδίδουν βάθος και εγγύητα, σ’ ένα άλμπουμ άριστα ζυγισμένο ανάμεσα στην μετρημένη country, την μουσική ρώμη του Elvis στην μετά Vegas περίοδο και την ακατανίκητη μελωδία του Orbison.



Πάθος, ανάγκη, εξομολόγηση, περιπλάνηση. Το μίγμα απλωμένο με ηχητική φινέτσα, άλλες φορές στα πόδια της πανταχού παρούσας θηλυκής φιγούρας και άλλες στο δρόμο που οδηγεί όσο πιο γρήγορα γίνεται μακριά της.
Η φωνή του Isaak δε σε παραπέμπει απλώς στον Elvis, αλλά σε κάνει να πιστεύεις σ’ αυτόν. Σαν τον πρωταρχικό προφήτη, που άφησε έμβια ίχνη της αγιότητάς του μέσα από μπριγιαντινοφόρους γιους όπως ο Isaak, τους οποίους φυσικά θεώρησε αμελητέο να αναγνωρίσει. Με έκταση που εκπλήσσει και τη βελούδινη εκφορά των μεταπολεμικών crooner που κανείς μας δεν γνώρισε, πρωτογενής από τάλαντο και σημαδιακή, μέσα σε μια εξόχως πολυέστερ εποχή.
Περιείχε τη νόστο ενός έρωτα που δεν έχεις ακόμη προλάβει καλά – καλά να δεις κατάματα. Το άλμπουμ, διπλωμένο σε μια κυπαρισσί σέπια φωτογραφία από τον περίφημο φωτογράφο μόδας Bruce Weber, με την αγαλμάτινη κατατομή του Isaak, με το γιλέκο, το λευκό μπλουζάκι και τη σκιά ν΄αφήνει το φως ν’ αποκαλύπτει μόνο την ίριδα του ματιού του. Είναι λογικό που όλες έπεφταν αναίσθητες.
Tον Οκτώβριο του ‘87 εμφανίστηκε στη βραδυνή εκπομπή του Channel 4 του BBC, “The Last Resort” με οικοδεσπότη τον Jonathan Ross, παίζοντας το “Blue Hotel”. Παρ’ όλα αυτά, το single δεν ακούγεται πουθενά, εκτός από την Γαλλία, όπου, πιθανόν και λόγω μιας κρυφής αδυναμίας στα μέρη εκείνα για τα πεπραγμένα μορφών όπως ο Johnny Hallyday, γίνεται μεγάλη επιτυχία.
Τον Δεκέμβριο, παρ’ όλα αυτά, η USA Today περιλαμβάνει το “Chris Isaak” μέσα στο top-10 των προτεινόμενων άλμπουμ της χρονιάς. Περιοδείες σε Αμερική και Ευρώπη κλείνονται και ο Isaak, με μια γκαρνταρόμπα από απαστράπτοντα σακκάκια – Φλωρινιώτη παρά κάτι - ξεκινά να δημιουργεί θόρυβο γύρω απ’ τον ίδιο και την μπάντα του.
Καθώς εξέπνεε η νεόπλουτη, δεύτερη τετραετία της «Αλλαγής», η μουσικόφιλη εφηβεία μας, αδηφάγος για ταχύρρυθμα μαθήματα στυλ στα οποία δεν θα προβιβαζόταν ποτέ, είδε το “Blue Hotel” να της σερβίρεται ως μια ακόμη αμερικανιά, στριμωγμένο στο σωρό των διπλών βινυλιοσυλλογών, λίγο μετά τα Χριστούγεννα του ’87. Όμως ο χρόνος απέδειξε ότι δεν ήταν καθόλου κάτι τέτοιο.


Τα επόμενα χρόνια, το σχολείο τέλειωσε, οι εξετάσεις έγιναν μια ανάμνηση, για τους πιο πολλούς ενοχλητική, βεβιασμένη. Η μάνα της Αθηνάς της συγχώρεσε πολλούς λιγώτερο ωραίους γκόμενους, αφού τελικά πέρασε στη σχολή που ήθελε. Η γενιά μας είδε τον Chris Isaak να περνά μπροστά απ΄τα μάτια της για δευτερόλεπτα ως μέλος μιας μονάδας S.W.A.T. στη «Σιωπή των Αμνών». Να παίζει τον πράκτορα Chester Desmond στο “Twin Peaks – Fire Walk With Me”. Να ακούγεται στο “Wild At Heart” και να κυλιέται στις παραλίες με την Helena Christensen, βάζoντας ακόμη πιο βαθιά σφραγίδα στα μυαλά μας με το “Wicked Game”. Να μας δίνει την υπόκρουση για να διαχειριστούμε την ερεθιστική αυταρέσκεια της Nicole Kidman μπροστά στον καθρέφτη του “Eyes Wide Shut, με το Baby Did A Bad Bad Thing”. Μπήκε πολλές φορές στις λίστες με τους «ωραιότερους ανθρώπους του πλανήτη» και μεγάλωσε ωραία, χωρίς να χάνει ποτέ το στυλ του και την αγάπη του για το δικό του, το «παλιό», ροκ ν’ ρολ, αυτό που βοήθησε κι ο ίδιος να μην έχει πια ηλικία.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites