AC/DC: Στη Λεωφόρο για την Κόλαση, πρόσω ολοταχώς
Παρασκευή

2Αύγ

Κανείς δεν μπορούσε να διασπάσει τον πυρήνα αυτού τους του ήχου. Ήταν σαν ο Chuck Berry, o Little Richard και οι πρώιμοι Stones μαζί, παιγμένοι σε ένταση που καταλύει το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Ένα ήχος μπολιασμένος από ατέλειωτες ώρες ιδρώτα στα Αυστραλιανά καταγώγια, εκεί που το κοινό σημάδευε κατευθείαν με μπουκάλι το κεφάλι σου αν έπιανε στον αέρα ότι έχεις τρακ.
Ένας ήχος με τρομακτικό τονάζ συλλογικού πείσματος, προερχόμενου από πέντε κοινωνικά στιγματισμένους ως ανεπιθύμητους, που βρήκαν αντίδοτο σε μια νευρωσική ταύτιση με την ουσία του ροκ ν’ ρολ. Το να μην υποχωρείς ποτέ, αλλά να κάνεις το δικό σου μέχρι τελευταίας ικμάδας φυσικής και ψυχικής δύναμης.
Μέχρι να πέσεις κάτω. Συγχρόνως, τουλάχιστον οι τέσσερις απ' τους πέντε, έδειχναν από μίλια μακριά ότι δεν ήταν αυτό που η κοινωνία όπου μεγάλωσαν θα αποκαλούσε «καλά παιδιά». Παρ’ ότι μικροί το δέμας, η κοψιά τους - με εξαίρεση τον μοναδικό Άγγλο, τον ήσυχο και χαμογελαστό Cliff Williams - δεν παρέπεμπε σε τύπους που θα’ τά’ βαζε κανείς μαζί τους με τη βεβαιότητα ότι θα ξεμπερδέψει εύκολα.
Το έβλεπε κανείς στα φυλακόβια τατουάζ του Bon Scott, στο απειλητικό βλέμμα του Malcolm Young, στους νευρώδεις βραχίονες του Phil Rudd. Ακόμη και ο μικρώτερος, ο λεπτοκαμωμένος Angus Young, παρά τη σχολική στολή με το κοντό παντελόνι και τη γραββάτα, έδειχνε ότι ήταν πιο πιθανό να δείρει το μέσο Γυμνασιάρχη, παρά να δεχτεί πειθήνια την όποια επίπληξη ή τιμωρία.
Παρά ταύτα, τους πέντε αυτούς τύπους, η δισκογραφική εταιρία Atlantic Records, είχε σκοπό να τους μεταχειριστεί τιμωρητικά, αν δεν κατάφερναν κάτι χειροπιαστό με το 5ο στούντιο άλμπουμ τους.
Το ’76, μια χρονιά που το ντεμπούτο των Boston, το διπλό live του Peter Frampton και το πρώτο άλμπουμ των Fleetwood Mac έδειχναν στο ροκ ότι ο δρόμος προς την παγκόσμια επιτυχία περνούσε μέσα από τον προσεγμένο και μελωδικό ήχο, το “Dirty Deeds Done Dirt Cheap” των AC/DC κρίθηκε ακατάλληλο για κυκλοφορία στην Αμερική.
Το “Let There Be Rock” της επόμενης χρονιάς μπήκε στο top-30 της Βρετανίας, αλλά για την αμερικανική αγορά τα 100.000 αντίτυπα που πωλήθηκαν ελάχιστα συγκίνησαν την Atlantic, την εταιρία της οποίας η δισκογραφική βιτρίνα ήταν ο κολοσσός των Led Zeppelin.
Οι πέντε όμως συνέχισαν ακάθεκτοι, παίζοντας οπουδήποτε τους δέχονταν, με την ορμή και την ξεροκεφαλιά που είχαν από την αρχή. Ίσια στα μούτρα, ακατέργαστο, ενοχλητικό, ανάγωγο ροκ ν’ ρολ.
Στα τέλη του ’77 κάνουν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους στην Αμερική, ανοίγοντας 4 από τις συναυλίες των KISS, τότε στην κορύφωση της αναγνωρισιμότητάς τους, με την περιοδεία για το άλμπουμ “Love Gun”.
«Υπήρχαν πολλές μπάντες που έπαιζαν δυνατό ροκ ν΄ρολ. Αλλά εκείνος ο κοντούλης κιθαρίστας που χτυπιόταν από το πρώτο λεπτό ως το τελευταίο σαν ιθαγενής από τα νησιά Μπόρνεο, σα να συμμετέχει σε κάποια πρωτόγονη, άγνωστη στο κοινό τελετή, μου τράβηξε την προσοχή».




 
Ο θεόρατος Gene Simmons βρίσκεται να γευματίζει τις πρώτες πρωϊνές ώρες στη Sunset Boulevard στο Diner του Ben Frank, με τον μικροκαμωμένο Angus Young.
«Παραγγέλνει hot dog και φασόλια. Παίρνει το λουκάνικο, χωρίς το ψωμάκι και το βάζει στο στόμα στραβά. Παρατηρώ ότι του λείπουν τα πλαϊνά δόντια από τη μια πλευρά».  
Το 1978 οι AC/DC επισκέπτονται και πάλι την Αμερική, αυτή τη φορά σαν support των Aerosmith. Το 4ο άλμπουμ τους με τίτλο “Powerage” έχει φτάσει στην Αμερική τις 200.000 αντίτυπα, δεν κατορθώνει όμως ν’ ανέβει πιο ψηλά από το Νο 133 του Billboard. Στις 13 Ιουλίου, στη συναυλία του Los Angeles Forum, ο 26χρονος David Hale έχει καταφέρει να μπάσει κρυφά τον 15χρονο ετεροθαλή αδελφό του, φανατικό των Aerosmith.
Ο μικρός από αλλού το περιμένει και από αλλού το βρίσκει, καθώς στη θέα εκείνου του δαιμονιώδη κοντούλη με την τεράστια SG που δε σταματά να χτυπιέται στη σκηνή μένει με ανοιχτό το στόμα.
Είναι η πρώτη ροκ συναυλία της ζωής του μικρού, που τον λένε James Hetfield.

23 Ιουλίου. Οι AC/DC εμφανίζονται μπροστά σε 80.000 θεατές στο φεστιβάλ “Day On The Green”, στο Oakland Coliseum της Καλιφόρνια, ξεκινώντας μέρα – μεσημέρι πρώτοι, σ’ ένα bill όπου κάτω από τους headliners Aerosmith συμμετέχουν Foreigner, Pat Travers και οι ραγδαία ανερχόμενοι Van Halen. Χρόνια αργότερα, ο Eddie Van Halen θυμάται : «Καθόμουν στην άκρη της σκηνής τρομοκρατημένος. Δηλαδή τώρα πρέπει ν' ανεβούμε εμείς και να πάμε να παραβγούμε μ’ αυτούς τους muthefuc#@rz?».
Καθώς η επί σκηνής έκρηξη των AC/DC επανακάμπτει σαν ωρολογιακή βόμβα βραδιά τη βραδιά, ανάλογες αισθήσεις προκαλούνται και σε άλλου επιφανείς συναδέλφους τους.  Στις 13 Σεπτεμβρίου στο Palace Theater του Cleveland, ανοίγουν για τους Thin Lizzy, που μόλις έχουν κυκλοφορήσει το “Live And Dangerous”. Ο Gary Moore ομολογεί: «Εκείνη τη βραδιά μπήκαν με τέτοια δύναμη, που μας εξαφάνισαν. Μας διέλυσαν κυριολεκτικά».
Το live άλμπουμ “If You Want Blood, You’ ve Got It”, ηχογραφημένο τον Απρίλιο του ’78 στο θρυλικό Glasgow Apollo, είναι το επόμενο δισκογραφικό βήμα. Όσο κι αν είναι δύσκολο να χωρέσει σ’ ένα μονό άλμπουμ η ένταση και το νεύρο της μπάντας επί σκηνής, ο δίσκος αυτός φτάνει όσο κοντά γίνεται. Κι όμως, οι πωλήσεις του παραμένουν απογοητευτικές (US#113). Κάπου εκεί, η Atlantic άρχισε να σφίγγει τα λουριά.
Τις πρώτες μέρες του Iανουαρίου του ’79 ο Αντιπρόεδρος της Atlantic, Michael Klenfner πετάει από τη Νέα Υόρκη στο Sydney, επισήμως με σκοπό να επιβλέψει πώς ακούγεται το νέο υλικό που έχουν αρχίσει εδώ και λίγο καιρό οι πέντε να δουλεύουν στα Albert Studios, για μια ακόμη φορά υπό την εποπτεία των Harry Vanda και George Young.
Στο δίδυμο αυτό, λόγω και των ισχυρών δεσμών του George με τα δύο μικρώτερα αδέλφια του, Malcolm και Angus, η μπάντα δείχνει τυφλή εμπιστοσύνη.
Όμως αυτό δεν είναι πια αρκετό, ιδίως για τύπους όπως ο Klenfner, ο οποίος εμπιστεύεται περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε στον κόσμο τα απογραφικά δελτία των αποθηκών με τα νούμερα των πωλήσεων. Ανεπίσημα, αν δε δει αυτό που θέλει, έχει έρθει να δώσει τελεσίγραφο, ή ακόμη, και να βάλει ένα τέλος στη συνεργασία τους.
George Young και Harry Vanda έχουν αποδείξει ότι είναι ικανοί να φτιάξουν μια επιτυχία.
Το είχαν καταφέρει με τους Easybeats τη δεκαετία του ’60 και το είχαν επαναλάβει πιο πρόσφατα με την ελαφριά ποπ του John Paul Young και το “Love Is In The Air”, όμως τα παιδιά τα δικά τους, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Δε χρειάζονταν επιτήδευση, μετράγε γι’ αυτούς η κόψη, έπρεπε ο ήχος να γδέρνει, να ματώνει, τί να τις κάνουν τις πολλές εκτελέσεις για να διαλέξουν την καλύτερη; Ο Klenfner μένει ασυγκίνητος από τέτοιες προσεγγίσεις. Ξεκαθαρίζει ότι θέλει να ακούσει κάτι που να μπορεί να παιχτεί στο αμερικάνικο ραδιόφωνο, τελεία και παύλα. Κάτι με μελωδία. Κάτι που «να αρέσει».
Μήπως πρέπει να ξαναδούν σοβαρά το θέμα με τον τραγουδιστή; Μήπως αυτό το στυλ επί σκηνής με τον κοντούλη σκασιάρχη με τη σχολική στολή τους κάνει να φαίνονται στα μάτια του κοινού σαν παρωδία; Μήπως να τους έγραφε κάποιος επαγγελματίας ένα «σωστό» τραγούδι; Ένας παραγωγός. Αυτό χρειάζονταν, η εταιρία το έχει αποφασίσει.
Ένας «κανονικός» παραγωγός. Και δε σηκώνει δεύτερη κουβέντα. Οι συζητήσεις διεξάγονται μονόπαντα. Διστακτικά και απρόθυμα, Malcolm και Angus συζητούν με τον George. Με τις ευλογίες του, αποφασίζουν να δοκιμάσουν το διαφορετικό που τους προτείνεται, ή μάλλον τους επιβάλλεται. Ο αδελφός τους δε θα είναι υπεύθυνος για τον 5ο και καθοριστικό τους δίσκο.
Το Φεβρουάριο η μπάντα προσγειώνεται στο Μαϊάμι για να ξεκινήσει ηχογραφήσεις στα Criteria Studios με επικεφαλής ένα μεγάλο όνομα. Eddie Kramer. Το τουπέ του ανθρώπου που, είτε ως ηχολήπτης, είτε ως παραγωγός, ήταν πίσω από άλμπουμ ογκόλιθους όπως το “Electric Ladyland”, το “Physical Graffiti” το “Kiss Alive!”, αποξενώνει τους πέντε της μπάντας από την πρώτη στιγμή. «Για πείτε μου, αυτός ο δικός σας, μπορεί να τραγουδήσει, ή κοροϊδεύει;». Επί τρεις βδομάδες στο Μαϊάμι δεν έχουν ηχογραφήσει νότα.



 
 H σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι όταν ξεκινά να πείσει τον Malcolm ότι «ιθα ήταν καλό» να διασκευάσουν το “Gimme Some Lovin’” των Spencer Davis Group. Πριν ο Malcolm του ορμήξει, αποσύρονται από τα στούντιο μέχρι νεωτέρας. Τότε, ο Bon Scott αποφασίζει να δράσει.
Ο μάνατζερ της μπάντας Michael Browning, δέχεται τη χρέωση για το υπεραστικό από το διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη. Ακούει έναν ανήσυχο και οργισμένο Scott. «(…) Ο τύπος είναι εντελώς μαλάκας, δεν μπορεί να κάνει παραγωγή ούτε σε μια αξιοπρεπή κλ@νιά (...). Του είπαμε ότι θα πάρουμε ρεπό, να μην μπει στον κόπο να κατέβει στο στούντιο».
Η μοίρα βάζει το χέρι της. Ο Browning μοιράζεται στη Νέα Υόρκη το διαμέρισμα με τον 30χρονο Robert Lange. Κατά σύμπτωση γεννημένος κι αυτός στην Νότια Αφρική όπως ο Kramer, ο νεαρός Lange που έχει το παρατσούκλι “Mutt”, είχε μόλις κάνει το μπάσιμό του ως παραγωγός σε top επίπεδο, έχοντας επιμεληθεί με επιτυχία το άλμπουμ των Boomtown Rats, το “Rat Trap”, το οποίο τον προηγούμενο μόλις Οκτώβριο έχει ανέβει στην κορυφή των βρετανικών τσαρτ. Γνωρίζοντας ότι έχει να αντιμετωπίσει μια εταιρία που δεν αστειεύεται, ο Browning συστήνει τον Lange στους υπεύθυνους της Atlantic. Na ένας νέος, σύγχρονος, φιλόδοξος παραγωγός που έχει αυτί. Ξέρει και το ροκ, αλλά και πώς θα κάνει ένα τραγούδι ελκυστικό.
Ο Browning καταφέρνει να πείσει και τον Malcolm, που είναι στην ουσία αυτός που έχει για όλα τον τελευταίο λόγο, να συναντήσουν τον Lange αυτός και η υπόλοιπη μπάντα, να δουν αν «θα τα πάνε καλά μεταξύ τους». Δεν έχουν και πολλά περιθώρια χρόνου.
«Μπήκαμε μέσα στο στούντιο κρυφά και ηχογραφήσαμε 6 κομμάτια. Στείλαμε την κασσέττα στον Mutt Lange. Τον ρωτήσαμε από το τηλέφωνο αν μας αναλαμβάνει. Βασιστήκαμε στο λόγο του Mike, αλλά πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Aν ξέραμε ότι ήταν παραγωγός των Boomtown Rats, δεν υπήρχε περίπτωση να πλησιάσει ούτε την εξώπορτα του στούντιο».
Η μπάντα ξεκινά να ετοιμάζεται φορμάροντας ένα μέρος από το καινούριο υλικό σ’ ένα φτηνό και όχι και τόσο καθαρό προβάδικο στο Δυτικό Λονδίνο. Σόμπες με παραφίνη δουλεύουν συνέχεια για να σπάσουν όσο γίνεται το ανελέητο Λονδρέζικο κρύο και μόλις τα τραγούδια παίρνουν μορφή, μετακομίζουν στα Roundhouse Studios. Εκεί περιμένει ο Lange για να ξεκινήσει μαζί τους την κανονική δουλειά.
Το κομμάτι που ηχογραφείται πρώτο είναι αυτό που θα δώσει στο δίσκο τον τίτλο του.
Ο Malcolm θα πει τα πράματα με το όνομά τους:  «Αυτό το ριφ ξεχώριζε απ’ όλα τ’ άλλα. Εξείχε, σαν τ’ αρχίδια στο κοπρόσκυλο». Απλό, σα να προελαύνει με μια στακάτη βεβαιότητα ότι θ’ ανοίξει η θάλασσα μπροστά του.
Μ’ έναν αέρα σαν του “All Right Now” των Free, τις παύσεις του και το ξέσπασμα του ρεφραίν, με τα δεύτερα φωνητικά νά’ ρχονται χορωδιακά σαν από ομήγυρη μεθυσμένων δαιμονίσκων σε μπαρ της κόλασης, τον Bon να κηρύττει με σαρκαστικό ζαμανφουτισμό το αντιευαγγέλιο του καθωσπρεπισμού και τον Angus να οδηγεί με τη Gibson SG του στην ηφαιστειακή έκρηξη του τέλους.


Ο Lange είναι σχολαστικός και στοχοπροσηλωμένος, ταυτόχρονα όμως ευθύς και επεξηγηματικός. Σύντομα, πρώτα ο Malcolm και μετά και οι υπόλοιποι τέσσερις αντιλαμβάνονται ότι έχουν απέναντί τους έναν άνθρωπο που ξέρει καλά τί του γίνεται. Ο Lange εστιάζει στο σωστό κούρδισμα και στην επεξεργασία των ρυθμών. Με δεξί του χέρι τον όχι και τόσο νεαρό Tony Platt – έναν τύπο που έχει καθίσει πίσω από την κονσόλα των Wailers του Bob Marley, των Thin Lizzy και των Stranglers – ο Lange επιμένει στο να πείσει το γκρουπ για τη σημασία του ρυθμού, της σωστής ταχύτητας κάθε τραγουδιού. Συγχρόνως, ο Lange διαθέτει και ο ίδιος μια φωνή ακριβείας, κάτι που τον οδήγησε να συστήσει μια καίρια παρέμβαση, που η μπάντα πρώτη φορά θα χρησιμοποιούσε τόσο στρατηγικά:τα δεύτερα φωνητικά.
Τα ηχογραφούσε ο ίδιος ο Lange και τα αναδιπλασίαζε ώστε ν’ ακούγεται πίσω από τον Bon ένα μικρό πλήθος από τρίτες φωνές να υπογραμμίζουν το ρεφραίν. Παράλληλα, κατευθύνει τον Bon να προσαρμόσει τους στίχους του για να βελτιστοποιήσει την εκφορά μέσα στο δεδομένο χώρο καθενός από τα καινούρια κομμάτια.
«Κανείς δεν παίζει Manilow – κανείς δεν παίζει soul – κανείς δεν το παίζει δύσκολος – μόνο παλιό, καλό ροκ ν’ ρολ».
Κάπως έτσι κουρδίζεται σωστά το “Get It Ηοt”, το “Girls Got Rhythm”, το “Shot Down In Flames”. Το κοφτό ριφ του Malcolm “If You Want Blood (You’ ve Got It”) επιστρωματώνεται με κιθάρες πάνω σε κιθάρες κι εξελίσσεται σ’ ένα απεγνωσμένο παιάνα, ένα «Χαίρε Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν»του Bon Scott, με τους Cliff Williams και Phil Rudd κλικαρισμένους όσο ποτέ και το υστερικό σόλο του Angus να απογειώνεται μέσα από μια προσεκτική μιξη.
Το ύπουλα βαρύ ξεκίνημα του “Walk All Over You” δίνει τη θέση του σ’ ένα σαρωτικό ξέσπασμα, για να κόψει προς στιγμήν ταχύτητα στο ρεφραίν, να ξαναγκαζώσει και στη συνέχεια να εκτοξεύσει ένα αφηνιασμένο σόλο, με τον Bon να επενδύει την προσομοίωση μιας (ακόμη) άγριας συνεύρεσης με  σαρδόνιο ρομαντισμό «Πέτα τα τακούνια σου και λύσε τα μαλλιά – ο Παράδεισος δεν είναι μακριά».


H επεξεργασία σε λεπτομέρειες που μέχρι τότε περνούσαν απαρατήρητες από την χαλαρή προσέγγιση των Vanda και Young φωτοσκιάζει τον ήχο και οξύνει την αιχμή των τραγουδιών. Η συμβολή του Lange αποβαίνει καταλυτική ιδίως σε ένα. Το έχουν σε demo ήδη δύο χρόνια πριν και παρ’ ότι του λείπει αυτό που θα κάνει τη διαφορά, ο Lange διακρίνει μέσα του όλα τα στοιχεία που κάνουν τη μπάντα που έχει στα χέρια του μοναδική: κοφτός μεσαίας ταχύτητας ρυθμός, χώρος για κορύφωση και στίχος γεννημένος από τo modus vivendi του τραγουδιστή τους.

Κάτι που μόνος εκείνος θα μπορούσε να έχει γράψει. Για μια καλλονή με πρόσωπο αγγέλου έτοιμου όμως ν’ αμαρτήσει και κορμί σαν της Αφροδίτης το άγαλμα «αλλά με χέρια», για μια γυναίκα που μπορούσε μ’ ένα της άγγιγμα να ξεκάνει τον οποιονδήποτε, καθώς απαιτούσε κι έπαιρνε το ζευγάρωμα σαν αμαζόνα - «τό ’θελε σκληρό, γρήγορο και μέτρια ψημένο».
Ο Lange συμβουλεύει να το ηχογραφήσουν σε ελαφρά χαμηλώτερη ταχύτητα, ίσα για να ακούγεται καλύτερα το swing του βασικού ριφ, και να βγαίνει μπροστά το ρεφραίν. Προσθέτει μάλιστα και εκεί το δικό του συστατικό, τα δεύτερα φωνητικά. Ο Malcolm το απορρίπτει ως «πολύ ποπ», όμως ο Lange επιμένει και τους καταφέρνει να το ηχογραφήσουν όπως αυτός έχει σκεφτεί.



Το “Beating Around The Bush” παίρνει τη σκυτάλη από το “Riff Raff”, ένα πυραυλοκίνητο boogie, σαν το “Oh Well” των Fleetwood Mac παιγμένο σε διπλάσια ταχύτητα. Η ταχύτητα κόβει μόνο στο “Love Hungry Man”, λίγο μετά το μέσο της δεύτερης πλευράς, για να έρθει το heavy blues του “Night Prowler” και να κλείσει το δίσκο σε κινδυνώδη τόνο. Ο κακόβουλος άρπαγας εποφθαλμιά το θύμα του, ξεγλιστράει στην κρεβατοκάμαρά του και το χαλάει, makes a mess of it”, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει. Μια σεξουαλική παραβολή με νύξεις βίας, ταιριαστή για το δίσκο μιας μπάντας που καταφέρνει ν’ ακουστεί όσο εθιστική κι επικίνδυνη πραγματικά είναι στη δεδομένη χρονική στιγμή.

Ο δίσκος “Highway To Hell”, θα κυκλοφορήσει στις 27 Ιουλίου 1979, με μια αξεθώριαστης δύναμης band photo στο εξώφυλλο: θαμπή στις γωνίες και φωτισμένη σαν αναγεννησιακή τοιχογραφία, με το ανεπαίσθητα τρισδιάστατο λογότυπο στην κορυφή κόκκινο, τον τίτλο κάτω στο κέντρο και στη μέση τους πέντε αλητήριους να κοιτάζουν το ακροατή κατάματα. Με τον έναν απ’ αυτούς – τον Angus- να κοντεύει να πείσει ότι είναι νόθος γιος κερασφόρου δαίμονα, αν κρίνει κανείς από το γλαρό βλέμμα, το ζωώδες χείλος, τα κέρατα και την ουρά που κρατάει στο χέρι,

Από τις πρώτες εβδομάδες κυκλοφορίας του και μόνον ο τίτλος και το εξώφυλλο ξεσηκώνει κατευθείαν θύελλα αντιδράσεων από τους πολυάριθμους θύλακες αμερικανών αγριοχρίστιανων.
Η Atlantic γνωρίζει ότι η αμφισβήτηση βοηθά τα αντίτυπα να φεύγουν από τις προθήκες των δισκοπωλείων με ιλιγγιώδη ρυθμό και κάνει τα στραβά μάτια, δρέποντας αφειδώς τα οφέλη. Στο μεταξύ, μια ακόμη καίρια αλλαγή έχει επισυμβεί, σε επίπεδο management. Ο Michael Browning, o άνθρωπος που τους βρήκε τον Lange, ο επί χρόνια μάνατζέρ τους, γίνεται μια ακόμη θυσία, μετά τα αδέλφια Young στον βωμό της «σωστής» καθοδήγησης προς την επιτυχία. Εκπαραθυρώνεται με συνοπτικές διαδικασίες και οι AC/DC προσχωρούν στο team του καλά διασυνδεδεμένου αμερικάνου manager Peter Mench, που έχει στο ρόστερ του πασίγνωστα ονόματα πρώτης γραμμής όπως οι Aerosmith και ο Ted Nugent.
Χωρίς να  αφήσει μέρα να πάει χαμένη, ο Mench έχει ρίξει την μπάντα σε περιοδεία ήδη δύο μήνες πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ. Το Μάϊο έχουν παίξει support στους U.F.O. και μετά, χωρίς διακοπή ακολουθήσει τους ραγδαία ανερχόμενους Cheap Trick – που μετά το “Live At Budokan” έχουν γίνει πρώτο όνομα. Καθώς το καλοκαίρι μαίνεται, ο δίσκος εκτινάσσεται στο Νο 8 στη Βρετανία, όπου έχουν ήδη κτίσει κραταιά φήμη. Στις 18 Αυγούστου εμφανίζονται support στους The Who στο Wembley. Ανάμεσα στο κοινό των 60.000 θεατών βρίσκεται ένας 19χρονος καθαριστής χαλιών από το Λονδίνο, ονόματι Danny Bowes που μια δεκαετία αργότερα θα κυκλοφορήσει το πρώτο του άλμπουμ με το συγκρότημά του, τους Thunder.
«Eίχα πάει να δω τους Who κι έφυγα τελειωμένος φαν των AC/DC για πάντα. Ανέβηκε στη σκηνή ο Bon Scott και με τη μία ήταν σα να είπε στο κοινό “σας έχω όλους”. Οι Who δεν είχαν καμία ελπίδα να συγκινήσουν μετά από αυτή την καταιγίδα».
Ξεκινούν συνήθως με το “Live Wire” και ο Bon, που μετά από τα πρώτα κομμάτια πετάει το τζην γιλέκο του και συνεχίζει ημίγυμνος, είναι κυρίαρχος. «Απλώς θέλουμε να κάνουμε τους τοίχους να γουβώσουν και το ταβάνι της κάθε αίθουσας να γκρεμιστεί. Η μουσική πρέπει να παίζεται σε όσο μεγαλύτερη ένταση γίνεται, να είναι ακατέργαστη και να κοπανάει, και σ’ όποιον δεν αρέσει, τον κοπανάω εγώ».


Στις 5 Σεπτεμβρίου το άλμπουμ έχει ήδη ξεπεράσει τις 500.000 αντίτυπα στην Αμερική. Στις 21 Οκτωβρίου ολοκληρώνουν το αμερικάνικο σκέλος της περιοδείας, με Cheap Trick, Ted Nugent και U.F.O. και μόλις πέντε μέρες αργότερα επανέρχονται στη Βρετανία. Αυτή τη φορά, ως headliners, ξεκινώντας από το Mayfair του Newcastle και το Glasgow Apollo, στο σανίδι του οποίου έχει ηχογραφηθεί το “If You Want Blood”. Ανοίγουν τις εμφανίσεις κάποιοι νεαροί από το Sheffield, που αποκαλούν τη μπάντα τους μ’ ένα αστείο όνομα: Def Leppard. Ο 20χρονος τραγουδιστής τους, Joe Elliott, βρίσκεται τη δεύτερη βραδιά στον εξώστη του Apollo. «Το ορκίζομαι : με το που ξεκίνησαν με το “Live Wire” ο κόσμος άρχισε να χοροπηδάει  σαν τρελλός - ολόκληρο το πάνω διάζωμα άρχισε να ταλαντώνεται – λέω δε θα φύγω ζωντανός από δω μέσα. Ο Bon, λουσμένος στον ιδρώτα, μ’ αυτή την ελεγχόμενη σκληράδα στη φωνή είχε κάνει το κοινό δικό του. Αυτό που με σόκαρε ήταν ότι δεν έδειχνε να κοπιάζει στο ελάχιστο. Ήταν γεννημένος για να κάνει αυτή τη δουλειά».

Πράγματι, ο Bon Scott ρουφούσε κάθε λεπτό της επιτυχίας και της αναγνώρισης, που μετά από χρόνια αφάνειας, απόρριψης και απογοήτευσης ερχόταν καταπάνω του με δύναμη καθαρτήριας χιονοστιβάδας. Η εικόνα του σκληροτράχηλου party animal δεν ήταν όμως μόνο το περίβλημα, η περσόνα που όλοι αναγνώριζαν και ήθελαν να δουν. Πίσω απ’ αυτήν, υπήρχε ένας άνθρωπος δοτικός, που επιδίωκε να κάνει τους άλλους γύρω του να νιώθουν καλά. Και τα κατάφερνε. Στις 1 Νοεμβρίου παίζουν στο Hammersmith Odeon και ο ντράμερ των Def Leppard, Rick Allen, γιορτάζει τα 16α γενέθλιά του. ο Bon μπαίνει στο καμαρίνι τραγουδώντας happy birthday και προσφέροντάς του ένα τεράστιο μπωλ γεμάτο Smarties. Στις 8 Νοεμβρίου, μετά το τέλος μιας συναυλίας, ο Bon πλησιάζει στο μπαρ του New Bingley Hall του Stafford τους Def Leppard. «Έϊ, παιδιά, πληρωθήκατε;». Βγάζει από την τσέπη του ένα παχύ πακέτο χαρτονομίσματα, τους κερνάει τα ποτά και τους δίνει από 20 λίρες.

Στις 11 Νοεμβρίου η περιοδεία συνεχίζεται με τους Judas Priest στη θέση των Leppard και στις 9 Δεκεμβρίου ανεβαίνουν στη σκηνή στο Παρίσι. Η εμφάνιση κινηματογραφείται «για ένα κανονικό φιλμ» - που θα γίνει το περιζήτητο στα χρόνια του VHS, το “Let There Be Rock – Live In Paris” -  την ώρα που το single “Highway To Hell” φθάνει στο Νο 47 των singles του Billboard (8/12/79) και τους ανακοινώνεται επίσημα ότι ο δίσκος έχει ήδη ξεπεράσει εκεί το ένα εκατομμύριο αντίτυπα στην Αμερική (US#17, 10/11/79). Τα έχουν επιτέλους καταφέρει. 


Καθώς πλησιάζουν τα Χριστούγεννα του ’79 η μπάντα κάνει ολιγοήμερο διάλειμμα διακοπών στην Αυστραλία. Η περιοδεία ολοκληρώνεται την αυγή της καινούριας δεκαετίας με οκτώ ακόμη εμφανίσεις σε Γαλλία και δύο Βρετανία, με τελευταία στο Gaumont Theater του Southampton στις 27 Ιανουαρίου του 1980. Ήδη, δύο ημέρες πριν, έχει κυκλοφορήσει ως τελευταίο single από το άλμπουμ, το “Touch Too Much”, που φθάνει στο Νο 29 των βρετανικών τσαρτ. Η «Λεωφόρος προς την Κόλαση», τίτλος παρμένος αρχικά από ένα εσωτερικό αστείο για το ακατάπαυστο, σκληρό πρόγραμμα περιοδειών, έδειχνε πλέον ένας ηρωϊκός ευφημισμός: μέσα σε έναν ημερολογιακό χρόνο τους είχε οδηγήσει σε ευτυχή τερματισμό. Είχαν καινούριο management, καινούριο παραγωγό, ένα πλατινένιο άλμπουμ με το οποίο είχαν γίνει γνωστοί στην αμερικανική αγορά.
Τίποτε δεν έμοιαζε ικανό να τους σταματήσει.
Λίγους μήνες νωρίτερα, όταν στις 4 Αυγούστου του ’79 είχαν ολοκληρώσει μια ακόμη σαρωτική εμφάνιση στο Madison Square Garden ανοίγοντας για τους Cheap Trick, o Βon Scott είχε με αποφασιστικότητα δηλώσει : «Δώστε μας δύο χρόνια ακόμη και το μέρος αυτό θα το γεμίζουμε μόνοι μας».
Τραγική ειρωνεία. Στις 19 Φεβρουαρίου 1980 στο Λονδίνο τον βρίσκουν παρατημένο μέσα σ’ ένα Renault 5, νεκρό από αναρρόφηση, μετά από μια ακόμη μακριά νύχτα στα μπαρ του Λονδίνου, γεμάτη ύποπτες, ανεύθυνες μούρες που ρουφούσαν, κατάπιναν και τρυπούσαν το σώμα τους με ό,τι εύρισκαν μπροστά τους.
Ο χαρισματικός frontman που αποσπούσε το θαυμασμό των μουσικών, ο αουτσάϊντερ ποιητής του δρόμου, που εμφυσούσε στο κοινό μοναδική αυτοπεποίθηση, με τον καθοριστικό για την μπάντα του δίσκο, έναν δίσκο που στον ροκ ν’ ρολ χρονισμό του τέρματος της δεκαετίας του ’70 έμελλε να αναγάγει το headbanging από ιδιοσυγκρασία σε οικουμενική σταθερά, είχε προδιαγράψει το ίδιο του το τέλος.
Όπως συνήθως συμβαίνει με τους μάρτυρες, το έργο του σημαδεύτηκε από τι συνθήκες του τέλους του. Όπως ακριβώς οι τραγικοί, πάνω που είχε καταφέρει να πετάξει από πάνω του την αντίξοη σκιά μιας ολόκληρης ζωής, τότε αυτή σα να ήρθε με φθόνο και τον κατάπιε. Όπως περίπου όλοι οι καταραμένοι, έφυγε σαν κάποια υπεράνθρωπη δύναμη να του στέρησε τη δυνατότητα να ξεφτίσει, να μεγαλώσει, να αναθεωρήσει.
Έφυγε, έχοντας ακουμπήσει ό,τι πιο καυτό και ηλεκτροφόρο μπορούσε να βάλει ο μέσος νους, χωρίς να προλάβει ποτέ να μας πει για το μετά.

«Ζωή χάρμα - Έρωτας ελεύθερος - Εισιτήριο διαρκείας χωρίς επιστροφή - Δε ζητάω τίποτε - Παρατάτε με - Όλα τα παίρνω όπως έρχονται - Δε χρειάζομαι αιτία - Ούτε και ρίμα - Δε θέλω τίποτα καλύτερο να κάνω - Πάω κάτω - Ώρα για πάρτυ - Οι φίλοι μου θά’ ναι κι αυτοί εκεί...».


Παναγιώτης Παπαϊωάννου