The Stranglers : Στο βωμό της Aural Sculpture
Τετάρτη

20Μάι

The Stranglers : Στο βωμό της Aural Sculpture

Δημοσιεύθηκε από:

20/05/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

402
«Οι Στραγγαλιστές τά’ χουνε πει όλα». Ο Αργύρης, φανατικός βάζελος, μίξη Σαραβάκου και Τζώνυ Θεοδωρίδη, κρατάει στα χέρια του την κασσέττα με το καινούριο των Stranglers και ξεροβήχει. Μαλακία να καταπίνεις τον καπνό απ’ τα μαλακά τα Μάλμπορα.
Μετά από πέντε και κάτι μήνες που μου τά’ χει ζαλίσει με το αγαπημένο του συγκρότημα, καθώς μπαίνει ο Μάϊος, δυό βδομάδες πριν τελειώσουμε το Γυμνάσιο, έχει αποφασίσει να μου τη δανείσει.
«Μένυ Πήπολ τέλλ γιου δατ δερ’ γιο’ φρεντ. Πολλοί σου λένε ότι είναι φίλοι σου.
Γιου μπηλίβ δεμ, γιου νηντ δεμ, φορ γουώτς ράουντ δε ρίβερ μπεντ. Τους πιστεύεις, τους χρειάζεσαι, μέχρι να δεις τί θα φέρει η στροφή του ποταμιού… μέχρι, να πούμε, να γίνει η στραβή».

Τό’χει πάρει σοβαρά. Ξέρω και το γιατί. Με το Μήτσο ήτανε κολλητοί απ’ το Δημοτικό, τα σπίτια τους απόσταση δυό τετράγωνα. Μέχρι που ένα απόγευμα του Οκτώβρη, μόλις είχε ξεκινήσει η Τρίτη Γυμνασίου, τους πιάσανε να βουτάρουνε κάτι ηλεκτρονικά τσέπης από το παιχνιδάδικο του Μακρυκωστόπουλου. Ο μαγαζάτορας αυτοπροσώπως τους τσάκωσε. «Αδειάστε αμέσως τις τσέπες σας αμέσως, και οι δύο». Και κείνοι, μετά από κάτι απεγνωσμένα «τί, εγώ, δεν», που κρατήσανε κάτι δευτερόλεπτα, σα δεμένοι πισθάγκωνα, χωρίς να κοιτάει ο ένας τον άλλο, τα βγάλανε και τ’ ακουμπήσανε πάνω στο τζάμι του πάγκου με την ταμειακή: ένα pocket scramble ο Μήτσος και το ποδοσφαιράκι της Casio, με τα πορτοκαλί πλήκτρα ο Αργύρης. Φάγανε δυό ξεγυρισμένα χαστούκια μπροστά σ’ όλο τον κόσμο και τρέξανε με τα μάγουλα ξαναμμένα, ατιμασμένοι για τα σπίτια τους. Ο καθένας από άλλο δρόμο.
Γιατί από κείνη τη μέρα, οι δυό φίλοι ξεκόψανε. Μέσα στην ίδια τάξη και δε μιλούσε ο ένας στον άλλο. Εμείς οι υπόλοιποι, οκτώ όλα κι όλα τ’ αγόρια, ξέραμε, αλλά ποτέ δεν το συζητήσαμε. Ούτε προσπαθήσαμε, αν και το σκεφτήκαμε, κάπως να τους συμφιλιώσουμε. Μετά από κείνη τη μέρα, έτσι το θυμάμαι, άντε μια βδομάδα μετά, ο Αργύρης εγκατέλειψε τα μπάγκυ αλα Νικ Ρόουντς κι άρχισε να φοράει μπλέ, μαύρα και μπλε-μαύρα. 
Γιατί; Γιατί άμα πηγαίνεις Γ΄ Γυμνασίου στα τέλη του ’84 και ψάχνεις για φύλακα άγγελο στη μουσική, έχεις δύσκολη δουλειά. Περίπου όλοι έχουνε βλεφαρίδα κάγκελο, ένα κιλό μέϊκ-απ, μαλλί ξανθό της φλόγας, κραγιόν που ούτε τα κορίτσια δε φαράγαν κι είχαν κάτι ονοματεπώνυμα που καθόλου δε μοιάζαν με τίμιου σέντερ μπακ της Σαντερλαντ: Σάϊμον Λε Μπον, Τζωρτζ Μάϊκλ, Χάουαρντ Τζόουνς, Νικ Κέρσω, Ντέϊβιντ Γκάχαν, Τομ Μπέϊλι, Ντεν Χάρροου. Κι απ’ όσους όμως δεν ήτανε ξανθοί, δεν έβρισκες σωτηρία, έμπλεκες ακόμη χειρώτερα.
Ο Μιτζ Γιουρ, αξύριστος και αγχωμένος για να σώσει τη γκόμενά του από την πυρηνική έκρηξη, αυτός ο καινούριος ο Μορισσέϋ έβαζε μαργαρίτες στην κωλότσεπη και παράβγαινε τον τύπο από τους Σμιθς -εκείνον με τη γλάστρα με τη φτέρη στο κεφάλι, που βούταρε το κραγιόν της αδερφής του και κλειδώθηκε στη ντουλάπα να το δοκιμάσει- στο ποιός θα κλαψουρίσει καλύτερα σα τεμπέλικη γάτα που κατέβηκε σε διαγωνισμό καλλιστείων και τη ρίξανε. Κατερπίλλαρ, ερωτόγατες και Χέβεν νόουζ Γούλλιαμ ιζ ρήλυ νάθινγκ; Τί λέτε, ρε;
Ακόμη κι ο Ντέϊβιντ Μπόουϊ, παρ’ ότι μας το’χε πει ανοιχτά, ήταν υπέρ του «Μοντέρνου Έρωτα», παραήταν απορροφημένος να ξεσηκώνει για χορό ζευγάρια αβορίγινων και δε φαινότανε και πολύ πρόθυμος να σε σώσει από το εφηβικό σου μαλακομπούκωμα.



Με το φίλο του πια εχθρό, ο Αργύρης, μια Παρασκευή βράδυ λίγο πριν τα Χριστούγεννα εντελώς ξαφνικά, βρήκε στο «ΜΟΥΣΙΚΟΡΑΜΑ» από πού να πιαστεί. Κι οι τέσσερίς τους ήτανε ντυμένοι στα μαύρα. Είχανε το πιο γαμάτο όνομα που είχε ακούσει για συγκρότημα και κυρίως, είχανε για τραγουδιστή, κιθαρίστα και πρώτη μούρη έναν αχτένιστο, θυμωμένο τύπο με ακούρευτες φαβορίτες, που σε κοιτούσε στα μάτια με το διαπεραστικό βλέμμα μαθηματικού που τσεκάρει αν σήμερα, ήρθε η μέρα σου, η μέρα που θα σε σηκώσει για μάθημα, με ύφος που ξέρει ότι δεν έχεις διαβάσει και δε θυμάσαι από την παράδοση, τίποτα.
Το θρανίο μας – από την πλευρά του- γέμισε τις επόμενες βδομάδες με ζωγραφιστά αυτιά. Με τον κόκκινο bic του, κατέτεθε παντού, με κάτι μυστήρια καλλιγραφικά, το λογότυπο των σωτήρων του, που έκρυβε βάζοντας από πάνω τα τετράδια, μην και του κάνουν οι καθηγητές παρατήρηση που λερώνει το θρανίο: Stranglers. «Στραγγαλιστές».
O 31χρονος μπασίστας Jean Jacques Burnel και ο 35χρονος πιανίστας Dave Greenfield μένουν στο Cambridge, με τα σπίτια τους σε κοντινή απόσταση. Συνήθως, ο δεύτερος επισκέπτεται τον πρώτο στο home studio που έχει μαστορέψει σαν προέκταση στο καθιστικό του. Τα πίνουν σε γειτονικές pub και μετά το last call επιστρέφουν και ξεκινούν να δουλεύουν καινούρια κομμάτια, με τη βοήθεια drum machine, μέχρι αργά το βράδυ. Όταν, αρχές του ’84, οι Stranglers μπαίνουν στο στούντιο για να ξεκινήσουν να γράφουν το δεύτερο δίσκο τους για την Epic, οι δυό τους έχουν έτοιμο αρκετό υλικό. Ο 35χρονος Hugh Cornwell, η φωνή και κιθάρα των Stranglers, έχει φέρει κι αυτός τα δικά του. Είναι όμως αρκετά για αποτελέσουν τον διάδοχο του “Feline”, που με τη ζεστή αύρα από πλήκτρα σε κομμάτια όπως τα “European Female” και “Midnight Summer Dream” άνοιξε για τα καλά το ακροατήριό τους; Τα demo κάθε άλλο παρά ενθουσιάζουν τους υπεύθυνους της εταιρίας. Κατά την προακρόαση αποσαφηνίζουν στην μπάντα ότι το υλικό αυτό είναι «μη κυκλοφορήσιμο». Ο 41χρονος Muff Winwood, ο κάποτε μπασίστας και συνθέτης των Spencer Davis Group και αδελφός του Steve, που από τις αρχές του ’70 έχει γίνει στέλεχος του βρετανικού παραρτήματος της CBS, τους συστήνει να προσλάβουν παραγωγό. Χρειάζονται κάποιον εξωτικό για να αποτιμήσει αντικειμενικά τα νέα κομμάτια, να τους δώσει «νέα πνοή».
Οι άνθρωποι της Epic τους συστήνουν τον 29χρονο Laurie Latham. Έχοντας δουλέψει σαν ηχολήπτης για τον Ian Dury και με πρόσφατες τις δάφνες από την παραγωγή του άλμπουμ “No Parlez” του Paul Young που έχει φέρει εκατομμύρια στα ταμεία της εταιρίας, o νεαρός διαθέτει, πιστεύουν, το «αυτί» που χρειάζεται για να γυαλίσει τον θαμπό, σκουρόχρωμο μουσικό κόσμο των Στραγγαλιστών.
Στα μέσα της Άνοιξης του ’84 Laurie και Stranglers φθάνουν στα ICP Studios των Βρυξελλών, εκεί που είχαν ηχογραφήσει και το “Feline” και ξεκινούν να βελτιώνουν το υπάρχον υλικό, συνθέτοντας και νέα κομμάτια. Ο Laurie συζητά για ώρες με τον Hugh Conrwell και τελικά τον πείθει να χρησιμοποιήσουν δύο μουσικά στοιχεία ξένα στη μέχρι τότε δισκογραφική τους παραγωγή. Πραγματικά πνευστά και δεύτερες φωνές. Στους επτά δίσκους που έχουν προηγηθεί, το ηχητικό τοπίο βαθαίνει ο Dave Greenfield με τα πλήκτρα του, ενώ, όπου χρειάζεται, Conwell και Jean-Jacques Burnel εναρμονίζουν με τις στουντιακές ευχέρειες τα φωνητικά τους κι αυτό είναι αρκετό. Αυτή τη φορά, το πράγμα θα προκύψει πολύ διαφορετικό, καθώς μια soul, ρετρό διάσταση θα εισχωρήσει στα καινούρια κομμάτια, δίνοντάς τους μια πιο γήϊνη, θετική προέκταση.
Ειδικά τα πνευστά – τρομπόνι, σαξόφωνο και τρομπέτα – θα δώσουν μια πιο ζωντανή διάσταση στους ήχους που κανονικά θα καλείτο ο Greenfield να αναπαραστήσει. Συν το γεγονός ότι οι 35άρηδες με πλούσιο jazz υπόβαθρο Tim Whitehead, Paul Spong και Paul Nieman έχουν τις γνώσεις να ενορχηστρώσουν καλύτερα τη μέρη τους, απ’ ό,τι ένας πιανίστας.



«Ο Laurie είχε έρθει με “ραβασάκι” από τους υπεύθυνους της δισκογραφικής», υποστηρίζει ο Jean-Jacques Burnel. «Ο ήχος μας έπρεπε να γίνει πιο ελκυστικός, να μην αποξενώνει το κοινό του αμερικάνικου ραδιοφώνου. Ασφαλώς, στην προσπάθειά του να μας κάνει κι εμάς… Paul Young, βρήκε αντίσταση. Ιδίως από μένα».
Βέβαια, το ραβασάκι είχε κάτι γράμματα και στην πίσω όψη. Ο Laurie παρήγγειλε στον 46χρονο Jet Black ν’ αφήσει τη δουλειά που θα έκαναν τα χέρια και τα πόδια του πάνω στα τύμπανα στο κουτί με τα κουμπάκια. Τα προγραμματισμένα τύμπανα, ολοένα και πιο δημοφιλές στουντιακό τρυκ στη μέση της δεκαετίας του ’80, στη λογική της ομογενοποίησης του beat, προς χαριν των dj του ραδιοφώνου, τελικά αναμιγνύονται με τον φυσικό ήχο του Black. Το αποτέλεσμα, υπερενισχυμένο σε όγκο και οπωσδήποτε «μοντέρνο». Εκμεταλλευόμενος τη δεκτικότητα του Cornwell που έχει εισφέρει τις  περισσότερες μουσικές ιδέες, ο Laurie επεμβαίνει σε κάθε πλευρά του ήχου. Συστήνει στον Greenfield να ξεσκονίσει το Hammond, κάτι που ο  πιανίστας καλοδέχεται, καθώς οι ήχοι του ’60 που προκύπτουν από κείνα τα παλιακά πλήκτρα είναι διαχρονικά η αδυναμία του. Το μπάσο του Burnel, που πάντα έδινε ακόμη και στα πιο στρωτά κομμάτια την απρόβλεπτη αιχμή, γράφεται χαμηλά στη μίξη του ήχου, για να τονιστεί το εύληπτο του ρυθμικού υποβάθρου.
«Ήταν σαν ακόμη και μέσα στο συγκρότημά μου να θεωρούσαν ότι το πραγματικό ταλέντο ήταν ο Hugh, κι εγώ απλώς αυτός με την ωραία φάτσα, που κανείς τον δεν έχει ανάγκη να αποδείξει κάτι παραπάνω. Είχα, βέβαια, κι εγώ το μερίδιο ευθύνης μου, αφού άφηνα συνέχεια τον Hugh να βγαίνει μπροστά στα μικρόφωνα», θα πει με πίκρα ο Burnel χρόνια αργότερα.  
Τέλη καλοκαιριού οι ηχογραφήσεις είναι έτοιμες. Έντεκα τραγούδια επιλέγονται, με τον Burnel να έχει εισφέρει ένα γραμμένο εξ ολοκλήρου απ’ τον ίδιο (“North Winds”) και επί μέρους μελωδίες και συγχορδίες στα υπόλοιπα. Είχε κι άλλα τραγούδια έτοιμα, όμως η εσωτερική ισορροπία της μπάντας τον φέρνει σχεδόν πάντα να καταψηφίζεται, με τον Jet Black να συμφωνεί κατά κανόνα με τον Cornwell και τον Greenfield να είναι συνήθως ο ειρηνοποιός. Η συνεισφορά του είναι πάντα μεγαλύτερη απ’ όσο φαίνεται, καθώς τα δικά του πλήκτρα είναι που θα ντύσουν και θα μακιγιάρουν κάθε κομμάτι ξεχωριστά και αυτή τη φορά.
Ο δίσκος ξεκινά με το Ice Queen”. Ο παλμός από τα πλήκτρα του Greenfield και τα moody πνευστά αποσαφηνίζουν ότι οι γέροι και κατηφείς ιερομάρτυρες του new wave, που κάποτε τους είπαν punk κι οι ίδιοι απλώς κάγχασαν, έρχονται εκμοντερνισμένοι να διεκδικήσουν αυτό που τους αξίζει. Oι στίχοι φέρνουν στο μυαλό τη φιλενάδα του Cornwell, που ζει στη Νέα Υόρκη ως μοντέλο.
«Καθόλου σίγουρος δεν ήμουν για το πάει το πράγμα
Όταν κάθησα για ένα γύρο με την Βασίλισσα του Πάγου
Ένα παιχνίδι ήταν μόνο μ’ όνομα αριστοκρατικό
 Όταν κάθησα για ένα γύρο με την Βασίλισσα του Πάγου
Χρόνο δεν είχα, κι ούτε τους άσσους
Ήξερα ότι παίζονταν παολλά
Κι εκείνη άρχισε να λιώνει, καθώς πήρα να μοιράζω
Είπα, πάω κι όπου πάει»

 
Το βελούδινα θρηνητικό Let Me Down Easy έχει να κάνει με τον πατέρα του Burnel. Ζούσε στη νότια Γαλλία υποφέροντας από καρκίνο και ο γιος του βρέθηκε στο πλευρό του ολόκληρο τον τελευταίο μήνα της ζωής του. Ο Burnel έxει γράψει τη μουσική κι ο Cornwell τους στίχους :
«Όταν θ΄αναπαύσω το ταραγμένο μου μυαλό
Όταν όλες μου τις λέξεις θα τις έχω πει
Όταν τα ματόκλαδά μου κλείσουν από το βάρος χρόνων εκατό
Παρακαλώ, αφήστε με να ησυχάσω»

Το travelling του Burnel σε μια σειρά από ζητήματα οικουμενικού ενδιαφέροντος, από την Πράγα του ’68, ως τον πόλεμο του Yom Kippur στηρίζει στα μελαγχολικά του πόδια στο Northwinds”. Στον αντίποδα, η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το “Uptown ένα ανεβαστικό r&b ιδανικό για live, όπου ο Cornwell μιλά μάλλον για τα βοηθήματα που τον ανεβάζουν πριν από κάθε νυχτερινή κατεβασιά στο πολύβουο κέντρο της μητρόπολης, παρά για την ανάγκη του να ανεβάσει ρυθμούς για να δει τις ιπποδρομίες (I'm racing Uptown gotta saddle up, gotta win that cup).
Συνεχίζει με το ρυθμικό, με μπροστά τα πνευστά, Punch And Judy, που παίρνει το παραδοσιακό δίδυμο του βρετανικού κουκλοθέατρου και του δίνει μια κλωτσιά Bonnie και Clyde. Στο Spain o Cornwell μεταφέρει τις επιρροές του στην κιθάρα από τα συχνά του ταξίδια στην Ισπανία καθώς καταπιάνεται με την ιστορία του Ισπανικού εμφυλίου, ενώ o Burnel ακούγεται να χρησιμοποιεί ακουστικό μπάσο. Ξεχωρίζει τo “Laughing”, ένα ήπιο διαμάντι με μίνιμαλ πλήκτρα, δανεισμένο λες απ’ τον Phil Collins, ένας μονόλογος για τη ματαιοδοξία της διασημότητας.
«Μπορεί και νά’χες χαθεί – στο πάτωμα από δωμάτιο ξενοδοχείου – ένα εργαζόμενο κορίτσι με το χέρι του να σε οδηγεί στον τάφο – Γιατί διέπραξες το αδίκημα ότι το πήγες με το πάσο σου – Εσύ γελάς - Κι εμείς χαράζουμε τ’ όνομά σου στα δέντρα, να το βλέπουν τα παιδιά – Σ’ ακούμε και φοβόμαστε τη δική σου έκσταση – Εσύ, πάντως, την ποινή την πλήρωσες».
H μοναξιά του Souls σώζεται από το κλείσιμο του Mad Hatter, όπου τα doo-woop δεύτερα φωνητικά, τα παιγνιώδη πλήκτρα και τα πνευστά βολτάρουν τον ακροατή σε μια χώρα των θαυμάτων όπου, σαρκαστικά ο Conwell τραγουδάει «εδώ μέσα είμαστε είδος υπό εξαφάνιση».
Η κυκλοφορία του δίσκου προγραμματίζεται για το Νοέμβριο του ’84. Ο τίτλος του, “Aural Sculpture” έρχεται από το 7ιντσο single που έδιναν δωρεάν με την πρώτη παρτίδα του “Feline” (“Aural Sculpture Manifesto”). Ένα πραγματικό μανιφέστο για την εκπόρνευση της μουσικής «από μουσικούς που χρησιμοποιούν την τεχνολογία χωρίς να είναι επιστήμονες και από κακοποιούν την τέχνη, χωρίς να είναι καλλιτέχνες», σε απαγγελία Cornwell, με υπόκρουση από παρανοημένα πλήκτρα. Μ’ αυτό άνοιγαν κάθε συναυλία τους τα τελευταία χρόνια, σαν εισαγωγή, πριν ανάψουν τα φώτα.


Ένα ειδικά επιλεγμένο αντικείμενο αφηρημένης τέχνης θα υπογραμμίσει την κόντρα στη μουσική παραγωγή του καιρού τους δισκογραφική πλεύση τους. Κάνει την εμφάνισή του πρώτη φορά καθώς μπαίνει ο Οκτώβριος του ‘84, μεσημέρι, κάτω από μουντό ήλιο, καταμεσίς της Trafalgar Square. Ο γλύπτης John King, συγγενής του Cornwell, έχει φιλοτεχνήσει ένα τεράστιο αυτί από πλέξι γκλας, που δείχνει σα να βγαίνει σκαλισμένο μέσα από ένα τεράστιο κομμάτι βράχου. Προκειμένου μάλιστα να δοθεί όσο το δυνατόν περισσότερη δημοσιότητα, το υπερμεγέθες αυτί φορτώνεται σε μια τεράστια νταλίκα και φθάνει στην πλατεία μέσα από τους κεντρικούς δρόμους του Λονδίνου, προκαλώντας κυκλοφοριακό κομφούζιο. Η φωτογράφηση με τους τέσσερις σκυθρωπούς, μαυροντυμένους Στραγγαλιστές, δίπλα στο αφύσικα αληθοφανές γλυπτό αυτί, αποκτά συμβολική σημασία, καθώς οι διαβάτες ξαφνιάζονται, απορούν. Οι πολλοί ασφαλώς και προσπερνούν, όμως όσοι καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται, κοντοστέκονται. Ένα εσταντανέ από τη φωτογράφηση θα γίνει και το εξώφυλλο του νέου δίσκου.
Η παρουσίαση του δίσκου γίνεται στο Belfry club της Belgravia, στο κέντρο του Λονδίνου. Προσκεκλημένοι της μπάντας, VIP και δημοσιογράφοι ακούνε από τη μικροφωνική εγκατάσταση τον καινούριο δίσκο να παίζει, έχοντας την ευκαιρία να θαυμάσουν μια πρωτότυπη έκθεση γλυπτών, εμπνευσμένη από το θέμα του δίσκου: η ακοή ως αίσθηση, τα ανθρώπινα ακουστικά όργανα ως σχεδιαστική πρόκληση, η έννοια της τρισδιάστατης πρόσληψης του ήχου, μια εμμονή με την ακρόαση.
H όσο έκκεντρη κι αν δείχνει η μαυροντυμένη τετράδα, δε σημαίνει ότι λέει όχι σε τέτοια τρυλ διαφημιστικής υποστήριξης. Ο Dave Greenfield, φανατικός των ηλεκτρονικών παιχνιδιών που παίζονται μεταφορτώνοντάς τα από κασσέττες στους personal computers, μια αγορά η οποία είναι σε άνθηση τα τελευταία δύο χρόνια, έχει μια ιδέα: σε κάθε κασσέτα του νέου δίσκου θα περιληφθεί κι ένα bonus track. Μόνο που δε θα είναι τραγούδι, αλλά το βιντεοπαιχνίδι Aural Quest. Όποιος είχε αγοράσει την κασσέττα, μπορεί να φορτώσει το bonus track στον οικιακό υπολογιστή του και να παίξει: σχεδιασμένο για το μοντέλο ZX της Spectrum, το παιχνίδι βάζει τον παίκτη σε μια περιπέτεια μέσα από πίστες που αντιπροσωπεύουν διάφορες προσφιλείς για τη μπάντα τοποθεσίες, απ’ όπου προσπαθεί να ανακαλύψει κομμάτι – κομμάτι το γλυπτό αυτί του εξωφύλλου και να το συναρμολογήσει για να κερδίσει.
O Greenfield και η γυναίκα του Pam έχουν σχεδιάσει το σενάριο και τη στρατηγική του παιχνιδιού και ένας φίλος τους έχει αναλάβει την οπτική και τη λειτουργική πλευρά.
Είναι όμως το πρώτο single, αυτό που επιλέχθηκε για να προλογίσει τον ερχομό του άλμπουμ, αυτό που επηρέασε τ΄σο καταλυτικά και τον Αργύρη, που δίνει το στίγμα του άλμπουμ. Έχει τον τίτλο “Skin Deep” και ξεκινά να παίζεται στο MTV την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου.
Το γκρουπ στα μαύρα, με φόντο το γλυπτό του εξωφύλλου, σ’ ένα ψυχρό λευκό δωμάτιο. Τα ύπουλα, ψυχρά πλήκτρα του Greenfield. Οι ανατριχιαστικά γυαλιστερές φολίδες του φιδιού που βολτάρει σε γυμνά κορμιά, διάστικτα από τατουάζ. Η παραπλανητική μελωδία να υποτάσσει τη συνήθως ελεγχόμενη δυσθυμία του Cornwell, ο ξερός ρυθμός του Jet Black και το αυτάρεσκο ποζάρισμα του Burnel. Ένας προς ένας, οι τέσσερις Στραγγαλιστές, σ’ ένα βλοσυρό γκρο πλαν, γδέρνουν από το πρόσωπό τους το δέρμα, αποκαλύπτοντας το πραγματικό τους πρόσωπο. Σαν το φίδι, αλλάζουν δέρμα. Μόνο που το δικό τους πρόσωπο μένει απαράλλαχτο. Γιατί, πέρα από μεταμορφώσεις, είναι αληθινό.


Το καινούριο κομμάτι σε τρεις εβδομάδες ανεβαίνει στο Νο 15 της Βρετανίας, το 9ο single τους μέσα σε επτά χρόνια καρριέρας που μπαίνει στο βρετανικό top-20. Σύντομα, τους περιμένει μια ακόμη εμφάνιση στον τηλεοπτικό θεσμό του BBC “Top Of The Pops” όπου απρόθυμα αλλά αξιοπρεπώς παίζουν το κομμάτι playback εν μέσω του βεβιασμένα χαρούμενου, εκτός τόπου και χρόνου, «ζωντανού» κοινού. Με την περιοδεία να ανακοινώνεται ότι θα ξεκινήσει την καινούρια χρονιά, το κοινό παίρνει την πρώτη γεύση από τα κομμάτια του “Aural Sculpture” μέσα από το The Tube, την εκπομπή του Channel 4, αρχές Δεκεμβρίου. Και πάλι με πίσω τους το τεράστιο γλυπτό,  για πρώτη φορά έχοντας μαζί τους ένα τρίο των πνευστών -Hilary Kops, Martin Veysey και Alex Gifford- παίζουν τα “Let Me Down Easy”, “No Mercy” και “Uptown”.

Την 1η Δεκεμβρίου πέφτει στην αγορά το δεύτερο single, “No Mercy” (UK#37, 15/12/84). Στο βίντεο κλιπ, γυρισμένο σ΄ένα παλιό νοσοκομειακό συγκρότημα, ο Cornwell  βρίσκεται στο κρεββάτι και υπνωτίζεται. Τον βλέπουμε υπό την απειλή μιας τεράστιας μπατονέτας να βγαίνει από την ακουστική δίοδο του γιγαντιαίου γλυπτού αυτιού. Η μπάντα, ντυμένη με λευκές ιατρικές στολές, βαράει υπό τη σκέπη ενός λευκού σεντονιού, οι τρεις με τα πνευστά, φορώντας γαλάζια φόρμα και μάσκα αναισθησιολόγου, έρχονται καταπάνω στο θεατή από το βάθος ενός διαδρόμου, βηματίζοντας αλα Madness. Κάτι ιπτάμενα ζεύγη αυτιών κυνηγούν τον Cornwell και τον οδηγούν πίσω στο καταφύγιο του γιγαντιαίου αυτιού, μόνο και μόνο για να ξυπνήσει και να βρει τον εαυτό του πάλι στο φορείο, αυτή τη φορά δεμένο και να πετιέται έξω απ’ το παράθυρο. Μπλακ Χιούμορ.


Ήταν αδύνατο με τους Stranglers να το χαρωπό βιντεοκλιπ να έχει καλό τέλος.
«Όλη μέρα δουλεύεις σαν το σκλάβο
Κουβάδες ιδρώτα, ελπίζοντας να πας καλά
Το αύριο θά’ ναι άραγε το ίδιο σκληρό
Για κάτσε να δούμε (γιατί)
Η ζωή έλεος δε δείχνει
 
Κάθε μέρα κι η αγάπη πιο θερμή
Για κοίτα την και σκέψου, τα κατάφερες καλά;
Λες το μέτωπό να σου απαλύνει με φιλιά
Που κρατάει μόνο για σένα
Η ζωή έλεος δε δείχνει
 
Αλλά κι όταν κοντά της σε κρατά
Και νιώθεις πράγματι όμορφα 
Η ζωή έλεος δε δείχνει

 
Έχεις όπως όλοι κι εσύ ευχές κρυφές
Σταύρωσε τα δάχτυλα, αληθινές μη βγουν όλες με τη μια
Κι αν στο μυαλό σου μόνο μείνουν τελικά, μη σε νοιάζει
Η ζωή έλεος δε δείχνει



Φεβρουάριος 1985. Οι 20 εμφανίσεις της βρετανικής περιοδείας ολοκληρώνονται με πέντε σερί sold out στο Dominion Theatre, στο κέντρο του Λονδίνου, πάνω από την έισοδο του οποίου δεσπόζει και πάλι – τί άλλο; - το αυτί. Με το τρίο από χάλκινα και τις τρεις τραγουδίστριες που ακούγονται και στο δίσκο πάνω στη σκηνή, οι Stranglers είναι για πρώτη φορά μια επταμελής big band. Πίσω, υπερυψωμένοι ο Black στα τύμπανα και ο Greenfield στα πλήκτρα και μπροστά, Cornwell και Burnel, αρκετές φορές φορώντας κι οι δύο ασύρματα μικρόφωνα. Ta χάλκινα δίνουν πράγματι μια πιο φυσική διάσταση, αφαιρώντας κάτι από την στεγνή, ψυχρή υφή των τραγουδιών, εμπλουτίζοντας όμως κάποια παλιώτερα.
Η περιοδεία περνά από Γερμανία και Γαλλία όπου γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό, όπως και στην περιοδεία για το “Feline”. Όμως, οι δύο της πρώτης γραμμής, Conwell και Burnel έχουν αρχίσει να μην τα πηγαίνουν και τόσο καλά.
Στις 11 Απριλίου στο Tienoa Planeta της Ρώμης, με αφορμή μια λογομαχία στα παρασκήνια για τον κακό χρονισμό του Cornwell σ’ ένα άλμα του επί σκηνής, οι δυό τους έρχονται στα χέρια. Ο τραγουδιστής πετάει στο μπασίστα ένα ποτήρι σαμπάνια με το περιεχόμενό του κι ο τελευταίος, κάτοχος διάφορων μαύρων ζωνών στο καράτε, δε δυσκολεύεται να ανταποδώσει: τον βουτάει και τον καρφώνει σ’ έναν τοίχο από πεπιεσμένο χαρτί, αφήνοντας ένα βαθούλωμα σε ανθρώπινο σχήμα, σαν από επεισόδιο «Τομ & Τζέρρυ».
Παρά τα διαπροσωπικά προβλήματα, οι υποχρεώσεις εξυπηρετούνται. Καθώς μπαίνει ο Μάϊος, αφήνουν την Ευρώπη για την Αυστραλία, στην πρώτη επίσκεψή τους εκεί μετά από 6 χρόνια. Έξι sold out εμφανίσεις σε αίθουσες των 5.000 και 8.000 θέσεων αποδεικνύουν ότι η συχνά συννεφιασμένη μουσική τους έχει βρει θερμό κοινό και στο ηλιόλουστο νότιο ημισφαίριο.
Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού του ’85, 26 Ιουλίου, ανεβαίνουν και στη σκηνή του Καλλιμάρμαρου. Είναι η πρώτη μέρα του “Rock In Athens ’85”, μπροστά σε 50.000 θεατές που έχουν φάει κατακέφαλα τον ήλιο από το μεσημέρι και το καυσαέριο της Ωβασιλέως Κωνσταντίνου, πεινασμένοι να παρακολουθήσουν το, όπως ο Κώστας Σγόντζος αναγορεύει από την τηλεόραση της ΕΡΤ, «(αν αφαιρέσουμε τοLive Aid) μεγαλύτερο ευρωπαϊκό ροκ φεστιβάλ του 1985». Ανάμεσα στο κοινό κι ο Αργύρης, που συνοδευόμενος από τον τρία χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του, με τράκαρε στην περατζάδα του φλοίσβου, όταν κι οι δύο είχαμε πετάξει από πάνω μας το Γυμνάσιο οριστικά, στη μέση εκείνου του καλοκαιριού, του καλοκαιριού του Live Aid.
«Αύριο φεύγουμε για Καλλιμάρμαρο», πετάει. «Telephone – δεν τους ξέρω – Stranglers – οι γαμάω - Depeche Mode- καλά, αυτοί αρέσουνε σ’ αυτόνε περισσότερο», λέει γνέφοντας προς τον σιωπηλό αδερφό του «…και καλά, μετά, Μπόϋ Τζώρτζ,  την έχουμε κάνει, σιγά μη μείνουμε».
Δυό μήνες αργότερα Αργύρης και Μήτσος βρέθηκαν στο ίδιο Λύκειο και στο ίδιο τμήμα. Όλοι εμείς που ξέραμε, ψιλοχαθήκαμε, άλλοι στο ένα Λύκειο, κάποιοι στο άλλο, δυό – τρεις στο Τεχνικό. Κάποια στιγμή, χωρίς ποτέ να μαθευτεί αν έγινε την πρώτη ή τη δεύτερη χρονιά της συνύπαρξής τους, κάτσανε ο ένας απέναντι στον άλλο και τα βάλανε κάτω. Ήταν ηλίθιο, δεν είχε σημασία ποιός από τους δύο παρέσυρε τον άλλο στο να βουτάρουνε τα ηλεκτρονικά, ποιανού ο πατέρας ή η μάνα είπε τις πιο βαριές κουβέντες για την άλλη οικογένεια.
Είχε περάσει καιρός, κι είχαν ακόμη δρόμο μπροστά τους.
«Κάποια μέρα, απότομη θα γίνει η ανηφόρα σου
Όσα νιώθεις θα ξεφτίσουν

Τα νεύρα σου θ’ αρχίζουν να κρεπάρουν
Θυμήσου, τότε, τις ημέρες
Όπως και το χρόνο που κρατάς
Αδερφέ, σου λέω, την επιφάνεια, να την προσέχεις»
Στον αντίποδα, το σχίσμα ανάμεσα στους Cornwell και Burnel δεν απέβη εφικτό να γεφυρωθεί. Οι δύο κάποτε στενοί φίλοι, που μοιράζονταν τα demo τους ο ένας με τον άλλο, γράφοντας αρκετά από τα καλύτερα κομμάτια της μπάντας τους μαζί, ξεμάκρυναν ακόμη περισσότερο. Για τον JJ, κύρια υπεύθυνη ήταν η στυλίστρια του Cornwell που σε λίγο θα γινόταν και προσωπική του μάνατζερ, η Jackie Castellano, αυτή που τον έβαλε στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Νεας Υόρκης. «Ο Hue ήθελε να γίνει ηθοποιός, να “εξελιχθεί”, άρχισε να υποτιμά τους φανς. Ο κόσμος με τον οποίο συναγελαζόταν τον έστρεφε προς εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από εμάς τους υπόλοιπους». Για τον Hugh Cornwell, ήταν θέμα τιμής. Δεν είχε καμιά διάθεση, όπως άφηνε να διαρρέει, να διαφωνεί με κάποιον που ήταν έτοιμος να αξιοποιήσει, αντί για την πειθώ, τις ικανότητές του στις πολεμικές τέχνες.
Η αρχή του τέλους των Stranglers είχε αρχίσει να φαίνεται από την ολοκλήρωση εκείνης της περιοδείας. Και ήταν άδοξο, όπως και το τέλος του γιγαντιαίου γλυπτού αυτιού, το οποίο, κάτι χρόνια αργότερα, βρέθηκε παρατημένο σ’ ένα πάρκινγκ στο Kensington. Για κάποιο διάστημα μετατράπηκε σε τόπο προσκυνήματος από τους fans, πριν εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Πιθανόν με δράστη κάποιον πονηρό, που το μάζεψε για να φτιάξει το δικό του βωμό στις μέρες του ’85. Και στην «Ακουστική Γλυπτική».   

Παναγιώτης Παπαϊωάννου