Image
Κριτικές 19-07-2026

Muse: "The Wow! Signal"

Υπάρχει ένα θέσφατο στο μουσικό σύμπαν που ελάχιστες μπάντες έχουν καταφέρει να το αμφισβητήσουν. Για όλες τις μπάντες υπάρχει ένα άλμπουμ ορόσημο, με το οποίο έγιναν γνωστοί. Συνήθως ότι βγάζουν μετά απ’ αυτό η ευρύτερη κοινή γνώμη (όχι οι die hard οπαδοί) θεωρείται υποδεέστερο…

Οι Muse κατάφεραν με τα 3 πρώτα άλμπουμ τους (Showbiz, Origin of Symmetry, Absolution) να ορίσουν ξανά το alternative rock και με τα δύο επόμενα (Black Holes and Revelations, The Resistance) έγιναν παγκόσμιοι αστέρες, γεμίζουν στάδια και μουσικά εξελίχθηκαν, ανακαλύπτωντας νέα καλλιτεχνικά μονοπάτια που άλλοτε μας αρέσουν, άλλοτε όχι…

Η πλειοψηφία των rock fans θεωρεί τα μεταγενέστερα από το "The Resistance" άλμπουμ τους υποδεέστερα. Είτε συμφωνεί κάποιος, είτε όχι με το δέκατο στούντιο άλμπουμ τους, οι Muse επιστρέφουν εκεί που ανήκουν. Στο απέραντο διάστημα, στις θεωρίες συνωμοσίας και στον μεγαλεπήβολο, stadium-rock ήχο.

Εμπνευσμένο από το ομώνυμο, μυστηριώδες ραδιοσήμα του 1977, το "The Wow! Signal" είναι ένας concept δίσκος που λειτουργεί ως ηχητική γέφυρα ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν τους και το ηλεκτρονικό τους παρόν και μέλλον.

Θεματικά, ο δίσκος συνδυάζει το κοσμικό μυστήριο με έντονα προσωπικά βιώματα, επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από το διαζύγιο του frontman, Matt Bellamy, από την Elle Evans. Μετά το αμφιλεγόμενο "Will of the People", οι Muse επιστρέφουν με έναν δίσκο που δείχνει μια μπάντα να ξαναβρίσκει τη δημιουργική της ταυτότητα.

Αντί να αναμασούν το παρελθόν τους, επιχειρούν να ενώσουν διαφορετικές περιόδους της καριέρας τους σε ένα ενιαίο και φρέσκο αποτέλεσμα.

Το concept θυμίζει τις πιο φιλόδοξες στιγμές των Black Holes and Revelations και The Resistance, χωρίς όμως να καταλήγει σε μια απλή νοσταλγική ανακύκλωση. Μουσικά, οι Muse ισορροπούν εντυπωσιακά ανάμεσα στο βαρύ alternative rock, τα ηλεκτρονικά στοιχεία, τις progressive ενορχηστρώσεις και τις κινηματογραφικές ατμόσφαιρες.

Η παραγωγή είναι πλούσια αλλά όχι υπερφορτωμένη, αφήνοντας χώρο στις μελωδίες και στις χαρακτηριστικές κιθάρες του Bellamy να αναπνεύσουν. Παράλληλα, το rhythm section του Chris και του Dominic παραμένει από τα πιο δυνατά όπλα της μπάντας.  Το σημαντικότερο πλεονέκτημα του δίσκου είναι ότι ακούγεται ως ολοκληρωμένο άλμπουμ και όχι ως μια συλλογή singles. Υπάρχει συνοχή, ροή και εξέλιξη από την αρχή μέχρι το τέλος, κάτι που είχε λείψει από αρκετές πρόσφατες κυκλοφορίες τους.

Φυσικά, δεν λείπουν οι γνώριμες υπερβολές των Muse. Σε ορισμένα σημεία η θεατρικότητα και η μεγαλοπρέπεια αγγίζουν τα όριά τους, όμως αυτή η υπερβολή ήταν πάντοτε μέρος της ταυτότητας του συγκροτήματος.

Όταν οι ιδέες είναι τόσο δυνατές, όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά λειτουργεί υπέρ του αποτελέσματος. Το "The Wow! Signal" δεν είναι απλώς μια καλή επιστροφή. Είναι ένας δίσκος που υπενθυμίζει γιατί οι Muse εξακολουθούν να θεωρούνται μία από τις πιο ευρηματικές και τολμηρές rock μπάντες της γενιάς τους.

Συνδυάζει φιλοδοξία, τεχνική αρτιότητα, συναίσθημα και εμπορική προσβασιμότητα με τρόπο που λίγες σύγχρονες μπάντες μπορούν να πετύχουν.

Αν και δεν το συνηθίζω θα επιχειρήσω μια track-by-track κριτική του The Wow! Signal, εξερευνώντας τον ήχο, τους στίχους και τα συναισθήματα πίσω από κάθε δημιουργία.

The Dark Forest: Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια ιδανική εισαγωγή στο άλμπουμ. Ένα κινηματογραφικό, με συμφωνικά και progressive στοιχεία, με επιθετικά riffs στην κιθάρα και έντονα synths που θυμίζουν την εποχή του Black Holes and Revelations και του μαγικού Knights of Cydonia. Το κομμάτι χτίζει μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, εισάγοντας αμέσως τον ακροατή στο κεντρικό κλίμα του δίσκου. Η φωνή του Bellamy στα κουπλέ είναι ψιθυριστή, αλλά εκρήγνυται σε ένα άκρως πιασάρικο ρεφρέν.

Nightshift Superstar: Glam-rock και synth-pop ρυθμοί, με ένα funky μπασογραμμή. Ένα από τα πιο ρυθμικά και «ανεβαστικά» κομμάτια του άλμπουμ, παρά τον ειρωνικό του στίχο για τη βιομηχανία της διασκέδασης και την αποξένωση. Λειτουργεί εξαιρετικά ως stadium-anthem και σίγουρα θα ξεχωρίσει στις live εμφανίσεις τους.

Shimmering Scars: Ατμοσφαιρική rock μπαλάντα με κυρίαρχο το πιάνο και έγχορδα. Εδώ ξεκινά η έντονη συναισθηματική απογύμνωση του Bellamy. Οι στίχοι μιλούν ανοιχτά για τις πληγές ενός χωρισμού που, αν και επουλώνονται («shimmering»), αφήνουν μόνιμα σημάδια. Η ερμηνεία του είναι γεμάτη πάθος και ευαλωτότητα. Αν και μπαλάντα, καταφέρνει να μην γίνεται μελιστάλαχτη. Το συναίσθημα του δημιουργού σταδιακά εξελίσσεται και απογειώνεται μεταφέροντας μας μαγικά στον κόσμο του.

Cryogen: Industrial metal στοιχεία ανακατεμένα με ηλεκτρονικά beats. Πόσο υπέροχα καταφέρνουν και το κάνουν. Το πιο σκοτεινό κομμάτι του δίσκου. Η θεματική της «κρυογονικής» λειτουργεί ως μεταφορά για την επιθυμία κάποιου να παγώσει τα συναισθήματά του για να μην πονάει. Τα βαριά riffs στο φινάλε προσφέρουν μια από τις πιο «metal» στιγμές των Muse τα τελευταία χρόνια.

Be With You: Classic rock με έντονες επιρροές από Queen και πλούσιες φωνητικές αρμονίες. Μια άμεση, ρομαντική αλλά και απελπισμένη έκκληση για σύνδεση. Παρά την απλότητα του τίτλου και της σύνθεσης γενικότερα, η ενορχήστρωση είναι μεγαλειώδης, με ένα επικό σόλο κιθάρας από τον Bellamy που απογειώνει το κλείσιμο του κομματιού.

Hexagons: Prog-rock πειραματισμός με ασυνήθιστα μουσικά μέτρα (time signatures) και math-rock στοιχεία. Το πιο τεχνικό κομμάτι του άλμπουμ, εμπνευσμένο από τον περίφημο εξάγωνο τυφώνα στον πλανήτη Κρόνο. Εδώ οι Muse δείχνουν την αγάπη τους για την επιστημονική φαντασία, συνδέοντας τα γεωμετρικά σχήματα του διαστήματος με την ανθρώπινη ψυχολογία.

The Sickness In You & I: Σπαρακτικό alternative rock με έντονη χρήση distortion και drums που θυμίζουν καρδιακό παλμό. Το συναισθηματικό αποκορύφωμα του δίσκου και το πιο άμεσο κομμάτι για το διαζύγιο του Bellamy. Αναλύει την τοξικότητα που μπορεί να αναπτυχθεί ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κάποτε αγαπιόντουσαν. Η ειλικρίνειά του είναι σχεδόν σοκαριστική για τα δεδομένα της μπάντας. Στο τέλος οι «μεταλλιές» μου θύμισαν λίγο Metallica!!! Μαζί με το The Dark Forest και το Cryogen τα αγαπημένα μου κομμάτια του δίσκου.

Unravelling: To πρώτο single του δίσκου, που έχει κυκλοφορήσει πολλούς μήνες πριν. Μου άρεσε και τότε, μου αρέσει και τώρα. Μουσικά περιλαμβάνει λίγο απ’ όλες τις εποχές των Muse. Λειτουργεί ως μια «ανάσα» μετά την ένταση του προηγούμενου κομματιού. Συναισθηματικά τα δύο κομμάτια αποτελούν ένα concept. Περιγράφει τη διαδικασία της αποδόμησης και της αποδοχής μιας κατάστασης. Είναι χαλαρωτικό, αιθέριο και δείχνει την εξαιρετική δουλειά των παραγωγών Dan Lancaster και Aleks von Korff. Τώρα που το σκέφτομαι, βάλτε κι αυτό στα αγαπημένα μου…

Hush (feat. Ellie Goulding): Cinematic synth-rock με ντουέτο ανδρικής και γυναικείας φωνής. Η μοναδική συνεργασία του άλμπουμ και μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις. Η φωνή της Ellie Goulding δένει άψογα με το falsetto του Bellamy. Το τραγούδι μοιάζει με έναν διάλογο ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που δεν έχει πλέον τίποτα να πει, κάνοντας την "ησυχία" (hush) τον μεγαλύτερο εχθρό τους.

Space Debris: Ένα 7λεπτο space-rock έπος (space opera) με ορχηστρικά μέρη και progressive ξεσπάσματα. Το ιδανικό κλείσιμο. Συνδέει τη θεματική των διαστημικών "σκουπιδιών" (space debris) με τα συναισθηματικά απομεινάρια μιας σχέσης. Ξεκινά σιγά-σιγά και κορυφώνεται σε ένα χαοτικό, θορυβώδες αλλά απόλυτα λυτρωτικό φινάλε, αφήνοντας τον ακροατή με την αίσθηση ότι μόλις ολοκλήρωσε ένα κοσμικό ταξίδι.

Το "The Wow! Signal" δεν ανακαλύπτει ξανά τον τροχό, αλλά επαναφέρει τους Muse στην καλύτερη δυνατή φόρμα τους. Είναι ένας δίσκος μεγαλειώδης, πομπώδης και γεμάτος ενέργεια. Παρά τις ελάχιστες κοιλιές του, αποδεικνύει ότι μετά από 30 χρόνια καριέρας, η μπάντα έχει ακόμα τη σπίθα να κοιτάζει τα αστέρια και να μας παρασύρει μαζί της.

Είναι ο πιο ώριμος και προσωπικός δίσκος των Muse εδώ και μια δεκαετία. Καθώς καταφέρνει να εξισορροπήσει το conceptual space-rock με τον ωμό, ανθρώπινο πόνο, αποφεύγει την παγίδα της υπερβολικής θεατρικότητας και επιστρέφει στην ουσία. Τη σπουδαία τραγουδοποιία.

Συμπερασματικά πρόκειται για έναν από τους καλύτερους δίσκους των Muse μετά το "The Resistance" και πιθανότατα η πιο ολοκληρωμένη τους δουλειά εδώ και πολλά χρόνια.

Αριστοτέλης Βασιλάκης