Talking Heads: (Mόνον) Αληθινές Ιστορίες

07/11/2021

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

519

10 Οκτωβρίου 1986, Παρασκευή. Πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη για την ταινία «Αληθινές Ιστορίες». Σκηνοθέτης ο David Byrne, ευρέως αναγνωρίσιμος ως το κεντρικό πρόσωπο, ο «αρχηγός», συνθέτης και στιχουργός των Talking Heads.

 

Πρεμιέρες στον Καναδά και σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θα ακολουθήσουν μέσα στη χρονιά.
Σε αντίθεση με το ρεύμα της σύγχρονης Χολλυγουντιανής παραγωγής του ‘86, η ταινία που αψηφά τις κατηγοριοποιήσεις, συνδυάζοντας διάφορα φιλμικά είδη: ντοκυμανταίρ, σάτυρα, μιούζικαλ, δράμα και υπερρεαλιστική φαντασία. Το “Nashville” του Robert Altman, οι ταινίες του Φελλίνι και το “Our Town” του Thornton Wilder είναι ορισμένες από τις ευδιάκριτες υφολογικές αναφορές.
Ο David Byrne ποτέ δεν υπήρξε συμβατός με την περσόνα του μέσου αυτάρεσκου, αγραμμάτου /καλοκρυμμένου βλακός «ροκ σταρ». Γεννημένος στις 14 Μαίου του ’52 στο Dumbarton της Σκωτίας, μετακόμισε με την οικογένειά του –τον ηλεκτρολόγο μηχανικό πατέρα του, την δασκάλα μέσης εκπαίδευσης μητέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του- στον Καναδά κι από κει, στα οκτώ του, στο Maryland. Έχοντας αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για τη μουσική από μικρή ηλικία (στα πέντε του ήξερε φυσαρμόνικα), συμμετείχε σε σχολικά συγκροτήματα και επιχείρησε να σπουδάσει στο Rhode Island School Of Design και το Maryland Institute College Of Art. Αλλά, όπως αρκετοί της γενιάς του, τα παράτησε.
Τον Μάϊο του ’74 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και τον ίδιο Σεπτέμβριο είχε φτιάξει τη δική του μπάντα. Ακολούθησαν οι μέρες της εκκόλαψης και έκρηξης του punk, οι εμφανίσεις το CBGB, το συμβόλαιο με την Sire Records, το “Psycho Killer”. Κι έκτοτε, ως ο δημιουργικός νους των Talking Heads, ανήσυχος και πολυπράγμων, κάθε του μουσικό βήμα ισοδυναμούσε με άλμα.
Συνεργασία με τον Brian Eno (“Fear Of Music”), Αφρικάνικοι ρυθμοί, ηλεκτρονικό φανκ, εκλεκτικό new wave με κάθε άλλο παρά εύπεπτο στίχο (“Remain In Light”, “Speaking In Tongues”). Στα τέλη του ’84 έρχεται η κυκλοφορία ενός βίντεο μεγάλης διάρκειας (“Stop Making Sense”) με μια συναυλία τους, στην οποία οι μεταμορφώσεις του Byrne, η πληθωρική εκτέλεση των πιο γνωστών τους τραγουδιών και το νευρώδες, ιδιότροπο εκτελεστικό τους στυλ κάνει αίσθηση και σημειώνει εμπορική επιτυχία.
Η γνωριμία του Byrne με τον σκηνοθέτη Jonathan Demme, ο οποίος του επιτρέπει να κάνει παρατηρήσεις, προσθήκες και αλλαγές στη μίξη του “Stop Making Sense”, ανοίγει στον 34χρονο -πολιτογραφημένο πλέον Νεοϋορκέζο- την πόρτα προς μια άλλη καλλιτεχνική διάσταση. Η ευχέρειά του στη χρήση των οπτικών μέσων επισφραγίζεται με το επόμενο άλμπουμ των Talking Heads, το σατυρικό, γεμάτο μελετημένη pop “Little Creatures”, το οποίο σημειώνει τις μεγαλύτερες από κάθε προηγούμενο δίσκο τους πωλήσεις διεθνώς.  
Στο γύρισμα μεταξύ ’85 και ‘86, με τα singles του δίσκου να ακροάσιμα και θεάσιμα παντού και το βίντεο του “Road To Nowhere” mainstream επιτυχία ανά τον κόσμο, ο Byrne κατορθώνει να εξασφαλίσει τον πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο για την πρώτη «δική του» ταινία. Με μπάτζετ ενός εκατομμυρίου δολλαρίων από την Warner Bros μόνο για τα γυρίσματα, το πρότζεκτ που θα πάρει τον τίτλο “True Stories” παίρνει μπροστά και διαμορφώνεται καθώς προχωρά. Ο Byrne αναλαμβάνει πλήρη καθήκοντα σκηνοθέτη θέλοντας να παρουσιάσει και στη μεγάλη οθόνη την κλίση του για επισταμένη παρατήρηση του συνόλου των παραδοξοτήτων που στα μάτια του συνθέτουν την καθημερινή ροή ηρωϊκών υπερβάσεων, βλακωδών μονομανιών, μετριοτήτων επιπέδου καλλιτεχνίας και συναισθηματικής ανωριμότητας που συναπεικονίζουν την αμερικάνικη κοινωνία.
Την παραγωγή αναλαμβάνει η Karen Murphy, γνωστή για την επιτυχία της δύο χρόνια πριν για την παρωδική ροκ κωμωδία “This Is Spinal Tap”.
Στην ουσία εξασφαλίζει στον Byrne τα κονδύλια και το χρόνο για να εξερευνήσει και να εξοικειωθεί μ’ αυτό που επιδιώκει ν’ απεικονίσει. Και αυτό φάνηκε για καιρό να είναι το ποιά γεγονότα είναι πράγματι κομμάτι της ιστορίας του Τέξας και ποιά αποτελούν διαδεδομένη μυθοπλασία. Ο Byrne είχε τους λόγους του.
Το σενάριο βασίζεται σ’ ένα πρωτόλειο σκριπτ της θεατρικής συγγραφέως Beth Henley και του ηθοποιού Stephen Tobolowsky.



Το γράφουν μέσα σε 19 μέρες και το παραδίδουν στον Byrne, ο οποίος πέφτει με τα μούτρα στις βελτιώσεις και τις επανεγγραφές. Τα τελευταία χρόνια οι δίσκοι των Talking Heads έχουν αρχίσει να προκύπτουν μέσα από ανάλογη διαδικασία. Ο Byrne φέρνει στο στούντιο όλο και πιο έτοιμες τις ιδέες του σε demo, βασιζόμενος ελάχιστα στις ιδέες των συμπαικτών του.
Οι παράλληλες, «αληθινές», ιστορίες του Byrne εκτυλίσσονται σε μια μικρή πόλη του Τέξας, το Virgil, προϊόν της φαντασίας του, όπου οι κάτοικοι ετοιμάζονται να γιορτάσουν τα 150 χρόνια της ανεξαρτησίας της πόλης με μια «Γιορτή Ιδιαιτερότητας». Ο καθένας από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους είναι διανεμημένοι για να φωτίζουν τους χαρακτήρες με ιδιαίτερο τρόπο.
Ένας 34χρονος αγαθός γίγαντας με ελάχιστη εμπειρία στο πανί, ονόματι John Goodman παίζει τον Louis Fyne, έναν μοναχικό τύπο που έχει βάλει τηλεοπτική αγγελία για να βρει σύζυγο. «Είμαι 1,90 και διατηρώ σταθερά την κορμοστασιά ενός πάντα», είναι η ατάκα που θα τον ξεχωρίσει μεμιας.
 Η 42χρονη Swoosie Kurtz, με μακρά σειρά ρόλων σε sitcom αλλά μικρή κινηματογραφική παρουσία, παίζει την κυρία Rollings, μια ράθυμη, μονίμως ανικανοποίητη πλούσια που βρίσκεται διαρκώς ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρά της μπροστά στην τηλεόραση, καταναλώνοντας τα πάντα με την ίδια παθητική βουλιμία και δεκτικότητα, από διαφημίσεις, μέχρι σαπουνόπερες και ειδήσεις.
Ο 72χρονος θρύλος των gospel, Pop Staples εμφανίζεται στο ρόλο του Tucker, ενός voodoo κρυφομάγιστρου που είναι ο συμβουλάτορας της κυρίας Rollings – o Louis μάλιστα καταφεύγει σ΄αυτόν για να «τον βοηθήσει να βρει τον έρωτα».
Τον Earl Culver, έναν εύπορο οικογενειάρχη που ποτέ δε μιλά κατά πρόσωπο στη σύζυγό του (την 30χρονη Annie McEnroe) παίζει ο 45χρονος θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός Spalding Gray, γνωστός στο θεατρικό κύκλωμα της Νέας Υόρκης για τους πυρετώδεις μονολόγους του - δύσκολο να ξεχάσει κανείς τη σκηνή στο οικογενειακό τραπέζι που παραδίδει στον Byrne μάθημα πολιτικής οικονομίας με αναπαραστατικά εργαλεία αστακό, τοματίνια και σπαράγγια).
Ο 58χρονος John Ingle, δάσκαλος υποκριτικής για 22 χρόνια στα σχολεία του Beverly Hills, από τα χέρια του οποίου πέρασαν μαθητές όπως ο Richard Dreyfuss, o Nicolas Cage και η Barbara Hershey, παίζει έναν συνωμοσιολόγο Ιεροκήρυκα με τη βοήθεια μιας πολυπρόσωπης gospel χορωδίας.
Η δε «Ψεύτρα», η γυναίκα που διηγείται διαρκώς ιστορίες από τη ζωή της που είναι δύσκολο να καταλάβεις αν είναι υπερβολικές ή εντελώς φανταστικές, ενσαρκώνεται από την 44χρονη Jo Harvey Allen, ηθοποιό και συγγραφέα σεναρίων για παραστάσεις off-Broadway.
Περιδιαβαίνοντας τις σπονδυλωτές και διασταυρούμενες ιστορίες, ο Byrne ως οικοδεσπότης – αφηγητής. Είτε σουλτσάροντας φιλόξενα στην πόλη, είτε συνομιλώντας με τους ήρωες, είτε αράζοντας -με ασυνήθιστη για την περσόνα του εν εγκεφαλική εγρηγόρσει αγαθοφύτουλα που έχει καθιερώσει ως Talking Head- στο καμπριολέ αυτοκίνητό του, περιφέρει το κρεμανταλάδικο σαρκίο του σ’ ένα χαρακτηριστικά ατσαλάκωτο, χτυπητό περιτύλιγμα: πλατύγυρο στέτσον επί κεφαλής, γραβάτα κορδόνι, σκούρο κοστούμι και χειροποίητη μυτερή μπότα από φιδίσιο δέρμα. Μοιάζει με τον Λάρρυ Χάγκμαν, τον Τζέϊ Αρ απ’ την τηλεοπτική  σειρά Dallas, που φωτίζει, με τις ελλειπτικές κουβέντες, τη συμμετοχή στα πλάνα και το ιδιόμορφο cool του ύφος την αλήθεια, την ιδιαιτερότητα και την παιδική, πολλές φορές, αθωότητα των χαρακτήρων. Οι οποίοι, σε κάποια στιγμή, όπως σε όλα τα πετυχημένα μιούζικαλ, εκεί που μιλούν, ξεκινούν να τραγουδούν.
Οι επί μέρους ιστορίες με τις μουσικές τους κορυφώσεις, που άλλοτε εντείνουν, άλλοτε αποφορτίζουν το κυρίως θέμα των διαλόγων που έχει προηγηθεί, καταλήγουν σ’ ένα πανηγυρικό talent show που ολοκληρώνει την ταινία, γιορτάζοντας αυτό που ο Byrne, μετά από σκέψη, με ανθρωπιά και χιούμορ ονομάζει «τη μοναδική, διασκεδαστική αλλοκοτιά αυτής της χώρας».



19 Σεπτεμβρίου 1986, Παρασκευή. Ο δίσκος “True Stories”, με ένα πάναπλο εξώφυλλο, σαν πηχιαίο πρωτοσέλιδο εφημερίδας –επικεφαλίδα και τίτλος μαζί- κυκλοφορεί συγχρόνως σε Ευρώπη και Αμερική. Δεν είναι το σάουντρακ της ταινίας, αλλά εννέα τραγούδια - κλειδιά στην πλοκής παιγμένα με country/tex-mex/gospel ενορχήστρωση από τη μπάντα των Talking Heads και τραγουδισμένα από τον Byrne -κι όχι από τους ηθοποιούς, όπως στην ταινία.
«Κατάλαβα, με κάποια απογοήτευση είν’ η αλήθεια, ότι πολύς κόσμος προτιμούσε να ακούσει εμένα να τραγουδάω τα κομμάτια, κι όχι τους ηθοποιούς, κάποιοι από τους οποίους έκαναν φοβερά καλύτερη δουλειά, δίνοντας σε κάθε κομμάτι το κάτι παραπάνω, ειδικά ο τύπος που παίζει τον Louis Fyne». 
To στακάτο, με επιτακτικές κιθάρες που θυμίζουν αμυδρά T-Rex, Love For Sale, αναδύεται στην οθόνη του MTV μ’ ένα βίντεο συνθλιπτικού καταναλωτισμού. Ένα overdose διαφημιστικών μηνυμάτων, με τη μπάντα να γίνεται βιομηχανικά αναπαράξιμο φιγουρίνι και στο τέλος καλούπι σκολατένιου ζαχαρωτού με χρυσό περιτύλιγμα. Μια κριτική στάση από μόνο του : έναν χρόνο προτού ο Gordon Gekko υποβάλει όλον τον φιλμικό πλανήτη με το λογύδριο «η απληστία είναι καλό πράγμα», οι ομιλούσες κεφαλές απήγγειλαν φαρσί το ποίημα του τί συμβαίνει στον μηντιοκρατούμενο σύμπαν της pax americana.
«Γεννήθηκα σ΄ένα σπίτι με την τηλεόραση πάντα ανοιχτή  
Μάλλον παραμεγάλωσα νωρίς
Και τ΄όνομά μου ξέχασα
Ζούμε σε πόλεις τη νύχτα κι έχουμε το χρόνο δικό μας
Άστο λοιπόν το τιμόνι σε μας – Αυτό’ ναι το κανονικό».



«Ως δημοκρατία νοείται σήμερα η ελευθερία του να παραγάγεις ή να καταναλώσεις ο,τιδήποτε θελήσεις, οποιαδήποτε στιγμή. Όχι βέβαια ότι η πλειοψηφία έχει τη δυνατότητα να εξασκεί τη δημοκρατία κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μεγάλο μέρος της υπευθυνότητας που φέρει μαζί της η έννοια δημοκρατία έχει απαλειφθεί και στη θέση της υπερτονίζεται η προστασία του εμπορικού σήματος και όσα υποτίθεται ότι αυτή κατοχυρώνει. Όπως λέει κι ο Grady Clay στους New York Times, “Το να αγοράζεις έχει γίνει σήμερα η κυρίαρχη πολιτισμική δραστηριότητα στις Ηνωμένες μας Πολιτείες του Shopping”».
Shopping is a feeling,  ανακοινώνει γλαρωμένη από μικροφώνου η παρουσιάστρια της ιδιότυπης επίδειξης μόδας που δείχνει η ταινία.
Πίσω στα αυλάκια του δίσκου, οι θεωρίες συνομωσίας εξαπολύονται από κάθε στροφή του πυρετώδους, με γκόσπελ ανάταση για μπακγκράουντPuzzling Εvidence” :
«Σού’ χω την Golf και την Mastercard
Σού’χω ό,τι ζητάς – Στο πήρα ήδη το ό,τι είχες
Και τώρα εγώ έγινα το όπλο
Και συ η σφαίρa
Έχω δύναμη και τη δόξα
Και τα λεφτά να τις ψωνίσω και τις δύο»
 


Και οι σαρδόνια χαμογελαστές χαρακιές (αυτή τη φορά, από ακκορντεόν) στο τρυφηλά κοιμώμενο αμερικάνικο υποσυνείδητο, συνεχίζονται με το Hey Now !”. Για τα ανήλικα παδιά – που, αφημένα μόνα, όλο και κάτι πονηρό κατεργάζονται, την ώρα που οι γονείς κολυμπούν στην ευτυχή αποβλάκωση. Με το “Papa Legba” o Byrne για ακόμη μια φορά τσοντάρει στα αισθητήρια του ακροατή μια μουσική δόση Αφρικής από την πίσω πόρτα, με κρουστά και γκόσπελ μοιρολόϊ. «Ας σπάσουμε τη μονοτονία του ρυθμού», ακούγεται η μάντρα του ρεφραίν, σα συνεννοημένη με τα πειράματα που την ίδια χρονιά θα κάνουν και οι Paul Simon και Peter Gabriel στα δικά τους άλμπουμ. Τα ελλειπτικά λογοπαίγνια του Byrne χωρούν ειρωνεία, απενοχοποίηση, κυνισμό, όλα σ΄έναν εξαγνιστικής αμεσότητας ρυθμό. Καθόλου τυχαία, το Wild, Wild Lifeθα γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία του δίσκου.
“Peace of mind? - Piece of cake! - Thought control! - You get on board anytime you like!”

Το ακορντεόν, παραδοσιακό όργανο του νότου, κυριαρχεί και στο “Radio Head”, που μιλά για τη δύναμη του ραδιοφώνου, αυτό το μαγικό κουτί που μπορεί να γίνει χωνευτήρι και παράθυρο στο μυαλό του καθενός για τον άγνωστο, καινούριο κόσμο που περιμένει να εξερευνηθεί: The sound...Of a brand-new world (-Θα γίνει το τελευταίο σινγκλ του δίσκου, ένα και πλέον εξάμηνο μετά την κυκλοφορία του [UK#52, 16/5/87]).
Στο Dream Operator”, νοσταλγία και στοχασμός απορροφώνται από τα αισθητήρια με την υπνωτιστική δύναμη μελωδικής γραμμής που λες και ξεπήδησε από πρόβα του Ray Orbison:
“Every dream has a name - And names tell your story
This song is your dream - You're the dream operator

It's bigger than life - You know it's all me
My face is a book - But it's not what it seems”

H country χαβάγια του People Like Usμε την lap-steel κιθάρα επικεντρώνει σ΄ένα από τα ζητήματα που ο Byrne έχει επιλέξει ως σχολιαστής της εποχής του να αναδείξει:
«Οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι απορροφημένοι από τις άμεσες ανάγκες τους. Γι’ υτό και δείχνουν ν’ αναζητούν κυρίως την άμεση αυτοεπιβεβαίωσή τους. Προτιμούν να έχουν στη διάθεσή τους έναν άνετο καναπέ για να περάσουν ήσυχα το βράδυ τους παρακολουθώντας τηλεόραση παρά να απολαμβάνουν, ας πούμε, την ελευθερία έκφρασης ή την ελευθερία του τύπου. Από την άποψη αυτή, η αυτοεκπλήρωση έρχεται και σκεπάζει όλες τις άλλες συμμετοχικές δραστηριότητες. Από την πλευρά αυτήν, χαρακτήρες της ταινίας όπως ο Louis Fyne ενδιαφέρονται μόνο για το πώς θα συναντήσει τον βαθύ έρωτα που πιστεύει ότι του αξίζει. Κάπως έτσι φτάνει, για να πετύχει το σκοπό του, στο να πληρώσει για ν’ αποκτήσει δική του τηλεοπτική διαφήμιση».
“Millions of people are waitin' on love - And this is a song about people like us»
We don't want freedom - We don't want justice - We just want someone to love”.
 


Η νηφάλια, απολογιστική coda του “City Of Dreams” κλείνει το δίσκο με τον Byrne ως crooner ν’ ανθολογεί την ιστορία της Αμερικής. Η χώρα αυτή χτίστηκε, καλώς ή κακώς, πάνω στην πολυποικιλότητα. Ετερόκλητη, χαοτική, βίαιη, συγκρουσιακή, δημιουργική.  Ο ίδιος, δείχνει, κορφολογώντας την, να βρίσκεται στο στοιχείο του.
«Οι κάτοικοι του Virgil κάνουν πράγματα αυθεντικά, δημιουργικά, ακόμη και avant-garde, τα οποία –ας το κρατήσουμε αυτό- έχουν ως αφετηρία τους ένα ιστορικό και κοινωνικό υπόβαθρο ανεπιτήδευτο, απλοϊκό. Γι’ αυτό το λόγο και κατά τη γνώμη μου αξίζουν προσοχής, ίσως και σεβασμού. Είναι μια χούφτα αληθινές ιστορίες».
27 Οκτωβρίου 1986 . Ο David Byrne βρίσκεται στο εξώφυλλο του περιοδικού Time, με δίπλα του τον τίτλο «Ο Αναγεννησιακός άνθρωπος του Rock : Τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός, κιθαρίστας, σκηνοθέτης, συγγραφέας, ηθοποιός, δημιουργός βίντεο, σχεδιαστής, φωτογράφος».
31 Οκτωβρίου 1986, Παρασκευή. Σε μια σχολική μέρα που εχει πανελληνίως διατεθεί για τις εκλογές των δεκαπενταμελών συμβουλίων, ένα είναι το θέμα συζήτησης στο προαύλιο.
Το πώς την Πέμπτη το βράδυ ο Άρης έλιωσε στο Παλαί Ντε Σπορ την Τρέϊσερ του Μιλάνου με το εντυπωσιακό 99-68.
Ο Γκάλης έχει κάνει ένα παιχνίδι που αφήνει όλη την μπασκετική Ευρώπη με ανοιχτό το στόμα. Δεν είναι μόνον οι 44 πόντοι που βάζει κι οι ασίστ που μοιρ΄ζει, είναι ότι δείχνει πολυμήχανος, αδίστακτος, σαρωτικός. Ό,τι κάνει, πάει μέσα, όπως και να το κάνει. Με ηρεμία και αποφασιστικότητα που κανείς μας δεν έχει ξαναδεί, ο Γκάλης είναι η πρώτη νύχτα που έχει γίνει το αθλητικό ίνδαλμα όλης της Ελλάδας και συζητιέται πλέον όχι με συγκριτικούς, αλλά με υπερθετικούς παντού. Ο σέντερ των Ιταλών Μπομπ Μάκαντου («κοστίζει 50 εκατομμύρια δραχμές το χρόνο», έλεγε στη μετάδοση ο Συρίγος»), για 14 χρόνια πρωταγωνιστής ως παίκτης των Celtics, των Detroit Pistons και ιδίως των Lakers, με τους οποίους είχε κερδίσει και το πρωτάθλημα του NBA, αμέσως μετά τον αγώνα θα δηλώσει: «Αυτά που είδα από τον Γκάλη και τον Άρη σαν ομάδα δεν τα έχω δει ούτε από τους Λέϊκερς, ούτε από τους Σέλτικς».
Δύο οι σχολικές παρατάξεις στις δικές μας εκλογές. Καθεμία με ενιαίο ψηφοδέλτιο, με παιδιά κι απ΄ τις τρεις τάξεις του Λυκείου. Από την μία οι πιο κυριλέ -Τζωρτζόπουλος, Πανόπουλος, Ζερεφός- κι από την άλλη τα «παλιόπαιδα τ’ ατίθασα»: Ο Μήτσος ο Μανιτάρης, ο Τονίνιο Σολάκης, ο Διαμάντης ο Μπουρμπούλιας, η συνομοταξία των ροκάδων, με συντεταγμένες μαζί τους διάφορες αντεργκράουντ δυνάμεις.



Μόνον ο Μανιτάρης ζητά ν’ ανακοινώσει από τον πρώτο όροφο του γραφείου των καθηγητών «στους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες» τις προγραμματικές δηλώσεις «τις δικές τους». Ο τύπος στα μάτια μας είναι μορφή, η μόνη που μπορεί να προκαλέσει δέος στο γραφείο των καθηγητών. Δευτεροδεσμίτης με μέσον όρο 19 και στα μαθήματα, αφάνα αλα Don Brewer από Grand Funk– εξου και το Μανιτάρης – φαβοριτιά Γούντστοκ μέχρι το σαγόνι, ραφτό στην πλάτη με τη σημαία του νότου, τζην πάνω - κάτω τριμμένα (εδώ κι εκεί στο παντελόνι λεκέδες από εξτρά μαστοριλίκια) κι από κάτω μαύρο, όχι και πρόσφατα βουρτσισμένο, μυτερό μποτικό. Το λογύδριό του σύντομο όσο και πυρετώδες μπροστά απ’ το  μπουκωμένο μικρόφωνο.
«Εμείς, σας το λέμε από τώρα, δεν ανήκουμε σε κανένα κόμμα,σε καμιά κομματική νεολαία, ούτε μας ενδιαφέρει τί κόμμα είναι οι γονείς σας και τί ψηφίζετε…»
Μέσα από τα μεγάφωνα, η ένταση της φωνής του σκάει στα τσιμέντα του προαυλίου μ΄ελαφρύ αντίλαλο. Ακούγεται παράταιρα βραχνιασμένος –Μάλμπορα είν’ αυτά. Στη μασχάλη του τζην μπουφάν του έχει τυλιγμένα ρολό κάτι χαρτιά. Είναι προεκλογικές αφίσες των τριών μεγάλων κομμάτων.
«…Εδώ είμαστε για το κοινό καλό. Πώς θα μάθουμε άυριο να ψηφίζουμε; Πώς θα μάθουμε να διαλέγουμε τ πρόσωπα που θα μας εκπροσωπούν, αν αφήνουμε από τώρα τα κόμματα να μας βάζουνε στο βρακί τους; !».
Τις ξετυλίγει, τις σηκώνει ψηλά -βλέμματα απελπισμένου τρόμου διαγράφονται στο πρόσωπο του Λυκειάρχη και των καθηγητών- και τις σκίζει μία – μία, υπό ντελίριο ενθουσιασμού και χειροκροτημάτων απ’ ολόκληρο το σχολείο. Δυό ώρες μετά το τέλος του ωραρίου, η καταμέτρηση θα τον βγάλει πρώτο σε ψήφους και άτυπο Πρόεδρο του δεκαπενταμελούς. Αληθινή Ιστορία.
6 Νοεμβρίου 1986, Πέμπτη. Στον επαναληπτικό της θριαμβευτικής ρεβάνς της Θεσσαλονίκης, ο Άρης, σε μια βραδιά απ’ αυτές που κάθε ηττημένη ομάδα θέλει να σβήσει από τις σελίδες της ιστορίας της, χάνει με 83-49 και αποκλείεται από τη συνέχεια του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Για τον προπονητή των κιτρίνων Γιάννη Ιωαννίδη, φταίει που «κάτι τους βάλανε στον καφέ», γι’ αυτό και ο μόνος παίκτης που ήταν υποφερτός ήταν ο αμερικάνος Τζάκσον. Εκείνος μόνον δεν έπινε καφέ. Αληθινή Ιστορία.
8 Νοεμβρίου 1986, Σάββατο. Ο δίσκος “True Stories” φτάνει στο Νο 17 του Billboard.
6 Δεκεμβρίου 1986, Σαββατο. Το Wild, Wild Lifeθα μπει στα 30 πρώτα του Billboard (US#25). To ευρύ κοινό –που περιμένει έναν ακόμη σλογκανάτο δίσκο ψευδοδιανοουμενισμού- θα δώσει για τελευταία φορά τόση προσοχή στους Talking Heads.
26 Δεκεμβρίου 1986, Παρασκευή. Tο Box Office του 1986 κλείνει. Το “True Stories” η ταινία τερματίζει στην θέση Νο 144 των εισπράξεων στην συνολική κινηματογραφικη παραγωγή της χρονιάς, με τζίρο μόλις 2,5 εκατομμύρια δολλάρια. Όμως οι «Αληθινές Ιστορίες», όπως τις είδε και τις απεικόνισε ο David Byrne, ως ένα vintage δοκίμιο για την αμερικανική Βαβέλ του ’86 διπλωμένο σε κωμωδιακό περιτύλιγμα, είχν σκοπό όχι μόνο να ντοκουμεντάρουν, αλλά και να προοιωνίσουν. Την άνοδο και την πτώση. Τη μηντιοκρατία. Την επικράτηση της ελαφρότητας. Την πολυπολιτισμικότητα. Την ομογενοποίηση. Όπως και νά’χει, ο ίδιος ο συνθέτης και εμπνευστής τους, είχε ήδη βάλει πλώρη για άλλα νερά.
11 Απριλίου 1988, Δευτέρα. Ως, συνθέτης του κυρίως θέματος της ταινίας του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι «Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας» ο David Byrne βραβεύεται με το Όσκαρ για το καλύτερο σάουντρακ της χρονιάς – έχει συνεισφέρει συνολικά πέντε μουσικά θέματα, δίπλα σε εννέα του Ryuitsi Sakamoto και ένα του Cong Su. Αληθινή ιστορία.


Σάββατο, 17 Mαίου 2008. Μετά από μια ποδοσφαιρική σαιζόν γεμάτη δράματα, αγωνία, αποτυχίες, μικρούς θριάμβους στην Ευρώπη και αγχωτικά γκολ με το σταγονόμετρο στην Ελλάδα, ο Ολυμπιακός έχει πάρει το πρωτάθλημα στα χαρτιά, εξαιτίας της υπόθεσης Βάλνερ, τερματίζοντας πρώτος, με έναν πόντο διαφορά από την ΑΕΚ, που τον έχει διασύρει 4-0 στο τέλος του Μαρτίου. Τώρα βρίσκεται στον τελικό του Κυπέλλου με τον Άρη, που γίνεται στο Καυτατζόγλειο της Θεσσαλονίκης, Τύποις και ουσία εκτός έδρας. Φυλλάδα με τίτλο ένα τύπο καφέ, κάθε Σάββατο κυκλοφορεί με «δώρο» ένα cd από τη σειρά “Platinum – The History Of Rock”. Και το συγκεκριμένο Σάββατο, στο σελοφάν που κυκλοφορεί διπλωμένη, υπάρχει μέσα το “True Stories” των Talking Heads και μάλιστα με τρία bonus tracks, ανάμεσα στα οποίο μια πεντεμισάλεπτη εκτέλεση του “Wild Wild Life”, σκέτο πανηγύρι, όλο samples και λούπες. «Για να δούμε απόψε τί θα κάνει ο Γκαλλέτι», μονολογώ. Είναι ακόμη πέντε ώρες ως τον τελικό. Ρίχνω το cd στο στέρεο, ξεφυλλίζοντας παλιά τεύχη του «ΠΟΠ & ΡΟΚ». Είχα παραβλέψει και γω όταν κυκλοφόρησε τις «Αληθινές Ιστορίες». Δεν το πήρα ποτέ σε δίσκο, δεν το αναζήτησα ούτε σε κασέττα. Να όμως που ήρθε να με συναντήσει με τον δικό του τρόπο.
27 Οκτωβρίου 2016. Ανύποπτη επτάχρονη, οκλαδόν πάνω στο ξύλινο πάτωμα του καθιστικού τρώει παγωτό χωνάκι με γεύση brownies. Στο dvd έχει μπει η ψηφιακή ταινία κινουμένων σχεδίων «Οι Ήρωες του Δάσους» (αυθεντικός τίτλος “Open Season”, που κατά σύμπτωση έχει κυκλοφορήσει στις 13 Οκτωβρίου 2006, δέκα χρόνια πριν). Ο αρκούδος Μπουγκ, που φιλοξενείται σε κλουβί από την Μπεθ, μια ευαίσθητη κι δυναμική ranger - δασονόμο, είναι σκέτη αφασία. Καθώς πηδά στην καρότσα του pick-up truck, με το οποίο η Μπεθ τον μεταφέρει στο πανηγύρι της κωμόπολης Τίμπερλιν, όπου o Mπουγκ είναι πρωταγωνιστική ατραξιόν, μπαίνει το κομμάτι.
“I'm wearing-a fur pajamas
I ride a hot potato…”.

Ο παρακαθήμενος μπαμπάς αφυπνίζεται από αναμνησιακό τέϊζερ. «Για κοίτα να δεις που ο Οκτώβριος του ’86 δεν ξεθωριάζει με τίποτε», μουρμουρίζει, περίπου βέβαιος ότι κανείς γύρω του δεν καταλαβαίνει, ούτε και θα ρωτήσει. Δεν είναι πάντα τόσο ωραίες όσο τα παραμύθια, οι Αληθινές Ιστορίες. 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου