Absolute Beginners: Το soundtrack μιας εφηβικής ονειροπόλησης

14/01/2017

Κατηγορία: Art Rock

1383

Κάποτε ήταν μια cult νουβέλα, που γράφτηκε το 1959 από τον Colin MacInnes. Θέμα της η Mod γενιά και ειδικότερα οι χαρακτηριζόμενοι ως absolute beginners έφηβοι της μεταπολεμικής Αγγλίας που προσπαθούσαν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο σε μια εποχή μεταβατική.

 

Μια εποχή που έφερε όλα τα καλά και άσχημα της δεκαετίας των 50’s ,  δείχνοντας όσο όδευε στο τέλος της ένα κουρασμένο πρόσωπο του μια από τα ίδια στη μόδα, τη μουσική, τον κινηματογράφο και ταλαντευόμενη από κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις προσπαθώντας να διατηρήσει την επιφανειακή, politically correct προσέγγιση των καταστάσεων. Ήταν όμως και η εποχή του πρώιμου ροκ, που προετοίμαζε το έδαφος για τη νέα κουλτούρα τη μπολιασμένη με τη ροκ των Beatles και των Rolling Stones.
Στον δρόμο λοιπόν προς τη νέα τάξη πραγμάτων βρίσκουμε τους εφήβους του Λονδίνου στα τέλη των ΄50’s (και συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1958) να επιδίδονται σε dolce vita κραιπάλες και νεανικές τρέλες έχοντας όμως ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν ταξικές προκαταλήψεις και έντονα ρατσιστικές εκρήξεις.
Ιδανικά η ιστορία τοποθετείται σε ένα «εξωτικό» Λονδίνο με δύο βασικά σημεία αναφοράς: το πολύβουο, κέντρο μεταναστών Notting Hill και το «φανταχτερό», πολυπολιτισμικό, ελευθέρων ηθών Soho που συν τοις άλλοις έβριθε των τότε «απόκληρων» της κοινωνίας, κατά βάση των παράνομων για τότε ομοφυλόφιλων. Με εκπροσώπους τις δύο αυτές τοποθεσίες απεικονίζεται η λονδρέζικη κοινωνία των ΄50’s με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις της, τα ήθη που τη χαρακτήριζαν και την έκαναν να μοιάζει με ένα χωνευτήρι πολιτισμών διαφόρων προελεύσεων που προκαλούσαν ρατσιστικούς παροξυσμούς.
Τη βασική ιδέα της νουβέλας επέλεξε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το 1986 ο «ειδικός» στα video clips, Julien Temple. Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο έγινε υπό τη μορφή μιούζικαλ ή ακριβέστερα ροκ μιούζικαλ ή ακόμη καλύτερα ενός δίωρου ροκ video clip  MTV αισθητικής με στοιχεία δανεισμένα από παλιό χολιγιουντιανό μιούζικαλ. Στους βασικούς ρόλους ο Eddie O' Connell και η Patsy Kensit, ενώ σε μικρότερους ρόλους συναντάμε αστέρες της μουσικής σκηνής, όπως τον David Bowie, τη Sade και τον Ray Davies αλλά και μια πληθώρα βρετανικών προσωπικοτήτων (Sandie Shaw, Robbie Coltrane, Steven Berkoff κ.ά.).
Η πλοκή της ταινίας  παρουσιάζεται μέσα από τα μάτια δύο εκπροσώπων της μαζικής κουλτούρας των ΄50’s και κατά βάση του 19χρονου ταλαντούχου φωτογράφου της εργατικής τάξης Colin που αρέσκεται να συχνάζει σε τζαζ κλαμπ και δευτερευόντως της υλιστικής και φιλόδοξης Crepe Suzette. Το μεταξύ τους ειδύλλιο θυσιάζεται στον βωμό του χρήματος με την Suzette να προτιμά την πλούσια ζωή δίπλα σε ισχυρό αριστοκράτη της βιομηχανίας της μόδας και τον Colin να αντιμετωπίζει το δίλημμα αν πρέπει να «ξεπουλήσει» τα ιδανικά του με αντιστάθμισμα πιο κερδοφόρους επαγγελματικούς προσανατολισμούς. Εκτός από το ρομάντσο, αφέθηκε λίγος χώρος και για τα φυλετικά, σχεδόν εμπόλεμα ξεσπάσματα, ένα δείγμα από τα οποία βρίσκουμε στην σκηνή που διαδραματίζεται στη συνοικία του Colin, στο Notting Hill, τον Αύγουστο του 1958, βασισμένη σε αντίστοιχα γεγονότα που είχαν σημειωθεί εκείνη την περίοδο.
 Η μοίρα του εγχειρήματος ωστόσο ήταν λίγο πολύ προεξοφλημένη. Η εποχή των μιούζικαλ είχε παρέλθει εδώ και καιρό, με το είδος να εκπροσωπείται μεταλλαγμένα σε πολύ ειδικές περιπτώσεις από low budget παραγωγές που στοχευμένα υποστηρίζονταν από soundrack φτιαγμένα επίτηδες για να ακολουθήσουν τη δική τους, ξεχωριστή πορεία σε σχέση με τα φιλμ (βλ. Flashdance, Footloose, Purple Rain). Σίγουρα ένα βρετανικό μιούζικαλ ποπ και τζαζ αποχρώσεων με θέμα τη ζωή των εφήβων των ΄50’s, που κυκλοφόρησε στην καρδιά των  χαρακτηριζόμενων από άλλα κινηματογραφικά ρεύματα ΄80’s, δεν έμοιαζε να συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, καταδικασμένο πριν ακόμη βγει στις αίθουσες, γεγονός που δεν το έσωζε ούτε η συμμετοχή ποπ ινδαλμάτων.


Πράγματι, έτσι κι έγινε, το Absolute Beginners”, παρά τη μεγάλη προβολή του από τα media και την εκτός διαγωνισμού συμμετοχή του στο Φεστιβάλ των Καννών, γνώρισε παταγώδη εμπορική αποτυχία και σύμφωνα με μία εκδοχή αποτέλεσε τον λόγο κατάρρευσης του βρετανικού κινηματογραφικού στούντιο Goldcrest που είχε αναλάβει την παραγωγή του. Και καλλιτεχνικά δεν πήγε ιδιαίτερα καλά με τις κριτικές να είναι στην πλειονότητά τους αρνητικές. Ο σκηνοθέτης κατηγορήθηκε ότι δούλεψε «στο πόδι» και ερμήνευσε επιφανειακά την ιδέα της νουβέλας δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στο ειδύλλιο των κεντρικών ηρώων. Ακόμη, καταδείχτηκαν οι στυλιστικοί αναχρονισμοί (π.χ. η μίνι φούστα που δεν φοριόταν στα ΄50’s ή το στυλ της γυναίκας των ΄80’s που είχε η Patsy Kensit ερμηνεύοντας το Having it all”) και οι υπερβολικά ποπ χρωματισμοί της μουσικής επένδυσης.
 
Πόσο αλήθεια όμως είχε σημασία αν το βιβλίο αποδόθηκε εύστοχα και αν αυτός ήταν τελικά ο στόχος. Ο Temple πράγματι μοιάζει μπερδεμένος, «χαμένος» σε αυτά που ήθελε να δώσει μεταδίδοντας ένα αίσθημα χάους και έλλειψη συνοχής καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Προσπάθησε να εντάξει λίγο πολύ ό,τι ιδέες είχε αυτούσια, χωρίς επεξεργασία, με τις σκηνές τελικά να διαδέχονται η μία την άλλη ανομοιόμορφα υιοθετώντας κάθε φορά και ένα άλλο στυλ.
Η πάροδος του χρόνου όμως που αναγκαία απαλύνει αρχικές εντυπώσεις και αναδεικνύει αξίες έργων υποτιμημένων, ανασύρει την ταινία από τις στάχτες της επιτρέποντας μια πιο ψύχραιμη αξιολόγηση. Μέσα στον κυκεώνα των εμπορικών, fast food λογικής χολιγουντιανών παραγωγών, το Absolute Beginners” μπορεί να λειτουργήσει σχεδόν θεραπευτικά σήμερα για τους απανταχού κινηματογραφόφιλους. Παρακολουθώντας κάποιος ξανά την ταινία, όσο πιο open mind γίνεται, μπορεί να διακρίνει το αυθεντικό κλίμα της εποχής που βασικά ήθελε να διαδώσει ο σκηνοθέτης και να απολαύσει την έντονης προσωπικότητας μουσική επένδυση. Ο θεατής αφήνοντας κατά μέρος συμβατικά μέτρα και σταθμά αυτόματα μεταφέρεται στην καρδιά ενός χαοτικού, πολύχρωμου ονείρου αισθήσεων και παραισθήσεων. Ο φωτισμός μαγευτικός, τα χρώματα πρωτοφανώς ζωντανά, οι σκηνές εναλλάσσονται σε καταιγιστικούς ρυθμούς και με μια μίξη από ποπ, glam ροκ και τζαζ μουσικούς ήχους εισπράττουμε μια μεγαλειώδη οπτικοακουστική εμπειρία.
 
Το μεγάλο κλου της ταινίας πάντως ήταν και είναι διαχρονικά και αναμφισβήτητα το soundrack της που δικαίως αναδείχθηκε, συζητήθηκε και αγοράστηκε από πολλούς της γενιάς των ΄80’s.
 

Εν αρχή ην ο λόγος. Και αρχή όλων το «ιστορικό» Absolute Beginners”, που γι’ αυτό και μόνο άξιζε (και με το παραπάνω) το εισπρακτικό Βατερλό μιας ολόκληρης ταινίας. Ο Bowie έχοντας ήδη  κατακτήσει την κορυφή με την καριέρα του στα ΄70’s δεν περίμενε βέβαια να καθιερωθεί μέσα από τη συμμετοχή στην ταινία ή με μια μουσική σύνθεση επ’ αφορμής αυτής. Κι όμως, ας μην ξεχνάμε ότι επιδιώξεις με κοινά κριτήρια ποτέ δεν ίσχυσαν γι’ αυτόν. Ήταν ένας καλλιτέχνης που πάντα λειτουργούσε έξω από στεγανά και τάσεις, ήξερε και ήθελε να δημιουργεί πολυεπίπεδα, πειραματιζόμενος, χωρίς να τον ενδιαφέρει η απήχηση του έργου του, χωρίς φόβο και όρια, μόνο με πάθος, οδηγούμενος από ένα αλάθητο ένστικτο. Βρισκόμενος στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 κι έχοντας ήδη γευτεί τη μεγάλη δόξα και καταξίωση, όχι μόνο ενέδωσε σε μια συνεργασία με τον καλό του φίλο Temple (είχε δουλέψει μαζί του και στο παρελθόν) συμμετέχοντας μαζί με άλλους άσημους ηθοποιούς σε μια ταινία του τόπου του, τότε ακόμη που το βρετανικό σινεμά δεν βρισκόταν στα φόρτε του, αλλά έσκυψε με περισσό ενδιαφέρον στο όλο project, το πίστεψε και συμμετείχε ενεργά, με μεράκι και ενδιαφέρον στο soundrack. Ίσως γι’ αυτούς τους λόγους δεν είχαν ενημερωθεί οι μουσικοί που θα συμμετείχαν στην ηχογράφηση του κομματιού, ότι ήταν του Bowie, έχοντας απλά λάβει την ενημέρωση, πριν φτάσουν στα Abbey Studios, ότι θα συνεργάζονταν με έναν κύριο ονόματι “Mr X”. Ευτυχής κατάληξη όλων των συνθηκών, της ατμόσφαιρας της ταινίας και (πρωτίστως και κύρια) της τεράστιας δημιουργικής έμπνευσης του Bowie ήταν το ομότιτλο τραγούδι που ανέλπιστα και εντελώς out of the blue (όχι όμως τυχαία) αναδείχθηκε σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά όλου του έργου του Bowie και αγαπήθηκε όσο λίγα.
 
Θέμα του η αγάπη (τι άλλο ;), όχι με την έννοια του κεραυνοβόλου έρωτα ή του παρθενικού ερωτικού σκιρτήματος που περιγράφεται συχνά πυκνά σε τόσα και τόσα ερωτικά κομμάτια. Εδώ η ποπ είναι «ενήλικη», έχουμε να κάνουμε με έναν ενήλικα, πληγωμένο άντρα που αποφασίζει μετά από καιρό να δώσει άλλη μια ευκαιρία στον εαυτό του, να παραδοθεί και να αγαπήσει ξανά. Καθώς έχει ξεχάσει πώς είναι να βρίσκεται σε μια ερωτική σχέση, αισθάνεται σαν αρχάριος στον τομέα αυτό. Από τη μία, νιώθει να πετάει, να βρίσκεται στα σύννεφα και από την άλλη τον συγκρατεί η λογική και η εμπειρία του παρελθόντος. Έχει τα μάτια ανοιχτά, τα πόδια γερά να πατάνε στο έδαφος, είναι δυστυχώς πολύ λογικός (unfortunately sane).  Όσο ακούμε το κομμάτι καταλαβαίνουμε ότι ο Bowie παίζει με τη λέξη “absolute”, την οποία χρησιμοποιεί ως συνοδευτικό όχι μόνο της αγάπης αλλά και της προσωπικής ανεξαρτησίας, που αν χαρακτηρίζει στον υπέρτατο βαθμό και τους δύο εραστές θα οδηγηθούν στον χωρισμό. Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια πιο σοφή, ώριμη προσέγγιση του έρωτα και του τρόπου που τελικά λειτουργεί στην πραγματικότητα, μέσα από τις ανθρώπινες αδυναμίες και τους εγωισμούς.
 
Το βαθύτερο νόημα και η βαρύτητα των στίχων αναδεικνύονται μέσα από τον νοσταλγικό, σχεδόν σπαρακτικό τόνο της μουσικής και με μια γεμάτη συναίσθημα και μυστήριο φωνή του Bowie που τονίζει την κάθε λέξη σαν να επιχειρεί να την καρφώσει στην καρδιά μας (και το καταφέρνει). Η ερμηνεία του εδώ καθηλώνει, συγκινεί και μας μεταφέρει αυτόματα στον λυρικό κόσμο του κομματιού συνιστώντας μία από τις καλύτερες του Bowie συνολικά που κόβει την ανάσα.
 
Το video clip σκηνοθετημένο επίσης από τον Temple, μαυρόσασπρο, σουρεαλιστικό σε ύφος αντίστοιχο με της ταινίας και αποδίδοντας φόρο τιμής στις παλιές αγγλικές διαφημίσεις των τσιγάρων Strand, ακολουθεί δύο πλάσματα εξωπραγματικά, θαρρείς βγαλμένα από τον κόσμο του φανταστικού: τον αφελή «πρωτάρη» και το αντικείμενο του πόθου του να κινούνται στους δρόμους του Λονδίνου, παίζοντας ένα ερωτικό κρυφτούλι μεταξύ τους και ανακαλώντας αναμνήσεις από το πρώτο τους φιλί μέχρι να συγκλίνουν οι πορείες τους και να ενώσουν τις μοίρες τους “just like the films”.
 
 
Ξανασυναντάμε τον Bowie στο That’s motivation”, το κομμάτι που τραγουδά ο ήρωας που υποδύεται, ο Vendice Partners και είναι άρρηκτα δεμένο με την ταινία.  Η σχετική σκηνή συνιστά ουσιαστικά ένα ροκ video clip στο οποίο ο Vendice, στέλεχος στη διαφήμιση με σημαντικές γνωριμίες από το σταρ σύστεμ, ως μέντορας του Colin τον παίρνει από το χέρι για να του δείξει τον δρόμο για την επιτυχία (με απώτερο στόχο να κερδίσει τη Suzette). Και το κάνει  ως ένας άλλος Willy Wonka με το στυλ του Fred Astaire. Αν και το χορευτικό κατηγορήθηκε ως άσχημα χορογραφημένο, ο Bowie είναι ο γνωστός υπέροχος Bowie, εδώ σε μια elegant, σοφιστικέ εμφάνιση, μέσα στο electric blue κουστούμι του, να μαγνητίζει το βλέμμα έτσι όπως είθισται να γίνεται. Το τέλειο σκηνικό για μια larger than life προσωπικότητα συνθέτει μια τεράστια γραφομηχανή και μια γιγάντια ψεύτικη υδρόγειος, με τον Bowie να χορεύει παντού, στα πλήκτρα της γραφομηχανής και στην κορυφή του κόσμου, θέτοντας μεγαλειωδώς εύσχημα ερωτήματα (που παραμένουν αναπάντητα): "Why am I so exciting ?", "What makes me so dramatic ?".
 

 
Η σκηνή με τη Sade σε ρόλο τραγουδίστριας της jazz σε night club είναι πάντως η καλύτερη στιγμή της ταινίας. Ερμηνεύοντας το τζαζ αποχρώσεων, αλλά καθόλα στο δικό της ύφος Killer Blow”, το αποδίδει σαν μια άλλη Aretha Franklin και καταφέρνει να «λυθεί», να ξεπεράσει τον κλασικό εαυτό της και να γίνει σέξυ και αληθινά απολαυστική. Στη σκηνή από την ταινία, αν και λείπουν οι διάλογοι, «φωνάζει» από όλες τις μεριές η αποκάλυψη που ετοιμάζεται να γίνει. Μια αλυσίδα μικρογεγονότων (το τσιγάρο με τη ναρκωτική ουσία) και συμπεριφορών (το προσχεδιασμένο θρόισμα της εφημερίδας με την επίμαχη είδηση) φτιάχνουν στοχευμένα την παγίδα στην οποία πιάνεται ο Colin και μαθαίνει ότι η αγαπημένη του παντρεύτηκε άλλον, κάτι που φαίνεται να γνωρίζουν όλοι οι παρευρισκόμενοι πλην αυτού. Η χαρά και η ξενοιασιά της νυχτερινής διασκέδασης διαδέχονται τον προβληματισμό, την υποψία και τελικά την απελπισία, την απόγνωση και την τρέλα του ήρωα. Όλα αυτά γίνονται χωρίς να ακουστεί μία λέξη, χωρίς τον παραμικρό διάλογο, με τη Sade να κινεί τα νήματα των εξελίξεων σαν να κρατά μια μαριονέτα στα χέρια της και να ορίζει τη μοίρα του Colin. Η ερμηνεία της υποκαθιστά το σενάριο, το καθιστά άχρηστο και συνομιλεί με όλους μας κλείνοντας το μάτι. Καθηλωτική !
 

 
Μια ακόμη εξαιρετική στιγμή της ταινίας και του soundrack είναι η συμμετοχή του «αναβιωμένου» μέσα στα ΄80’s Ray Davies με το «παλαιομοδίτικο», τύπου Kinks  Quiet Life”. Ο Davies που υποδύεται τον πατέρα του Colin, με τους στίχους του κομματιού περιγράφει τη στάση που επιλέγει να κρατήσει ως οικογενειάρχης της μεσαίας τάξης, μια στάση που τη χαρακτηρίζει η παράλογη αισιοδοξία εθελοτυφλώντας για τα προβλήματα της οικογενειακής ζωής του. Η χαοτική κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι του αποδίδεται μέσα από ένα διάφανο «κουκλόσπιτο» όπου βλέπουμε να εκτυλίσσονται διάφορες ιστορίες οικογενειακής τρέλας, χωρίς όμως να καταφέρνουν να αγγίξουν τον Davies ούτε για ένα λεπτό. Αντίθετα, εκείνος συνεχίζει να τραγουδά αμέριμνος και απερίσπαστος, μεταβαίνοντας σε μια άλλη διάσταση, ουσιαστικά επιλέγοντας να ζήσει στον δικό του «μαγικό» κόσμο, όπως συνηθίζονταν εξάλλου υ να γίνεται τον παλιό καιρό.


 
Στο soundrack συναντάμε και τους Βρετανούς Style Council. Δεν θα μπορούσαν να λείπουν άλλωστε δεδομένου του θαυμασμού του Paul Weller για το βιβλίο που αποτέλεσε την έμπνευση και για το ομότιτλο κλασικό κομμάτι των Jam. Σε σύμπνοια με τις τζαζ αποχρώσεις του soundrack οι Style Council καταθέτουν το ιδιαίτερα δημοφιλές και ενδιαφέρον Have You ever Had It Blue”. Φωτεινό, ευχάριστο, μελωδικό, με bossa nova ρυθμό και με εύστοχα «σιωπηλά», από το μακρόθεν backing – vocals της Dee C. Lee, αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό (και μάλλον το τελευταίο) δείγμα της jazz-pop περσόνας που είχε ο Paul Weller υπό τη σκέπη των Style Council και που σύντομα θα εγκατέλειπε επιλέγοντας τη σόλο καριέρα.  
         
                                                                                                                                           
                                                                           
 
Ο θρύλος της jazz Gil Evans που είχε και την εποπτεία όλης της μουσικής που ακούγεται στην ταινία, δίνει την απαραίτητη τζαζ πνοή στις συνθέσεις, πολλές από τις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται (αδίκως) και στο soundrack. Ο ήχος αν και κοινότυπος δεν μοιάζει ψεύτικος. Τα σαξόφωνα αποδίδουν σε ξεσηκωτικούς, jazz swing, χορευτικούς ρυθμούς, με την ταινία να διαπνέεται από άκρη σε άκρη με την κατάλληλη τζαζ ηχητική που χαρακτήριζε την εποχή στην οποία αναφερόταν. Το instrumental Riot City οχτάλεπτης διάρκειας, αποτελεί μια ξεχωριστή ska δημιουργία, ένα μικρό έργο τέχνης, απόλυτα ενταγμένο στο πνεύμα της ταινίας. To επίσης αξιοσημείωτο, instrumental, «καλογυαλισμένου» τζαζ χαρακτήρα Va Va Voomξεκινά με έναν κλασικό swing τόνο που καταλήγει σαν είναι το πιο φυσικό πράμα του κόσμου σε έναν «ωμό», «αναιδή» αφροκουβανικό ρυθμό. Η σύνθεση επενδύει εύστοχα τη σκηνή όπου η Crepe Suzette σε μια αυθόρμητη στιγμή διάθεσης για προβολή του εαυτού της αποφασίζει να ανατρέψει μια επίδειξη μόδας σχίζοντας τα ρούχα για να καταργήσει τις συμβατικές γραμμές τους και χορεύοντας στην πασαρέλα. Η στιγμή αυτή είναι ίσως και  η μοναδική της ταινίας που η Patsy Kensit καταφέρνει να δώσει μια σπίθα ερμηνείας. Το πιο κοντινό πάντως στη χρυσή εποχή της τζαζ των ΄50’s και ΄60’s είναι το Selling out (μια προσωπική προτίμηση). Kαταιγιστικά, σχεδόν θεατρικά swing και θεμιτά διασκεδαστικό ανακαλεί μνήμες από τα χρόνια που επικρατούσε και χορεύονταν το είδος αυτό.
Το soundrack συμπληρώνουν οι Working Week με το σέξυ, ελαφρώς σάλσα Rondrigo Bay, μια διασκευή του Volare από τον Bowie σε σπάνια χιουμοριστική προσέγγιση και με προφορά εσκεμμένα ιταλική και το τζαζ, διασκεδαστικό “Having it all των Eighth Wonder με την τραγουδίστριά τους Patsy Kensit να το ερμηνεύει.
 
Εν ολίγοις, το soundrack του Absolute Beginners αποτελεί μια μικρή, ένοχη απόλαυση για εκείνους που είναι σε θέση να εκτιμήσουν το κοκτέιλ των ήχων που προσφέρει. Οι συνθέσεις του όλες με άψογες ενορχηστρώσεις ακουμπούν στα κλασικά, swing - jazz ακούσματα των ΄50’s και των ΄60’s, εμπλουτίζονται με πρώιμους ροκ και glam ροκ ήχους και ενσωματώνουν άφθονα ποπ και light ροκ μουσικά στοιχεία των ΄80’s καταφέρνοντας κατά ένα περίεργο τρόπο να διεγείρουν τις αισθήσεις μας και να μας διασκεδάσουν. Κατά βάση εκείνους της γενιάς των ΄80’s που γαλουχήθηκαν μέσα από σημαντικά ποπ και ροκ ακούσματα (που ήταν σε θέση να εκτιμήσουν) και πέρασαν ώρες παρακολουθώντας «αγνά και ειλικρινή» video clip.
Κάπου εκεί λοιπόν, στα ΄80’s, αυτό το soundrack μπορεί και να αποτέλεσε τη μουσική επένδυση εφηβικών ονειροπολήσεων και στοχασμών περιμένοντας να το ανακαλύψουν ακόμη περισσότεροι.
 
Μαρία Γεωργιάδου