Krokus: Αυθεντικό hard rock!

Δημοσιεύθηκε από: Rocktime

19/08/2016

Κατηγορία: Diamonds & Pearls

1704

H διαδρομή και η δισκογραφία των Krokus έχει συμπληρώσει ήδη σαράντα χρόνια ζωής και η περίφημη ετούτη μπάντα συνεχίζει να διδάσκει τι εστί αυθεντική hard rock ψυχή χωρίς να βάζει πολλές γαρνιτούρες στον ήχο και στις συνθέσεις της.

 

Στην Ελβετία μάλιστα είναι πραγματικοί εθνικοί ήρωες!

Είναι μάλιστα και από τα ελάχιστα συγκροτήματα που έχουν λάβει ποτέ ένα “Diamond Record Award” (ισοδυναμεί με 40 χρυσούς δίσκους ή αλλιώς 20 πλατινένιους). Αναμενόμενο βέβαια, αφού κάθε κυκλοφορία τους έχει γίνει πλατινένια στην γενέτειρά τους.
Οι Krokus παρόλα αυτά δεν περιορίστηκαν καθόλου μόνο στη χώρα με τις καλύτερες τράπεζες και σοκολάτες και πάνω από 10 εκατομμύρια κόπιες των δίσκων τους, σκορπισμένες σε όλη την υφήλιο, μπορούν εύκολα να το επιβεβαιώσουν αυτό.
Γεννήθηκαν το 1974, στο Solothurn της Ελβετίας και έκτοτε, μέχρι και αυτή τη στιγμή, έχουν αλλάξει ουκ ολίγες φορές ήχο, στυλ, μέλη και νοοτροπία αλλά έχουν κρατήσει απαράλλακτη την αγάπη τους για το rock.
Το 1975, ένας φοιτητής γαστρονομίας παρατάει τις σπουδές στου στη Γαλλία και επιστρέφει στην πατρίδα του, το Solothurn. Στον τρένο της επιστροφή λοιπόν, ο Chris Von Rohr παρατηρεί (κάπου εκεί στη νότια Ευρώπη) ένα λουλούδι. Αργότερα μαθαίνει πως το άνθος που του τράβηξε την προσοχή λέγεται “crocus” και ,γοητευμένος, αποφασίζει πως ήταν το τέλειο όνομα για την psychedelic/progressive rock μπάντα που έστηνε τότε με τον φίλο του-κιθαρίστα- Tommy Kiefer.
Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να αντικαταστήσει τα “c” με “k” και όλα έτοιμα. Αργότερα βέβαια οι hard rocker πλέον, Krokus θα δηλώσουν πως ήταν το τέλειο όνομα γιατί εκφέρεται το “ROK” ενδιάμεσα. Τους πήρε έναν χρόνο τότε για να βρουν μουσικούς που έστω και προσωρινά θα έπαιζαν συμπλήρωναν το line up του πρώτου…ιδιαίτερου, ομώνυμου άλμπουμ τους.


Τότε ακόμα ψάχνονταν κάπου ανάμεσα στους Yes και στους Emerson, Lake and Palmer με αποτέλεσμα οι συνθέσεις των Kiefer και – drummer τότε- Von Rohr, να είναι τουλάχιστον ρηχές και να αναλώνονται σε πολλά και διαφορετικά είδη χωρίς μεμονωμένο αποτέλεσμα. Στο “To You All” (1977) και πάλι θα κάνουν τα ίδια συνθετικά λάθη μόνο με πιο γνώριμο από τη μετέπειτα εποχή τους line up.
Ο Von Rohr άφησε το σκαμνί του drummer στον Freddy Steady και η ηγετική φυσιογνωμία του Fernando Von Arb θα έρθει να βάλει τις δικές της συνθετικές πινελιές ως δεύτερη κιθάρα. Παρόλη την απουσία βαθύτερου περιεχομένου καταφέρνουν να κάνουν το πρώτο τους “hit” στα τοπικά ραδιόφωνα με το τραγούδι “Highway Song”. Στη συνέχεια θα κυκλοφορήσουν το Painkiller (1978) που τελικά δεν θα καταφέρει τίποτα από το να βάλει απλώς ένα λιθαράκι στην καριέρα τους.
Κάπου εκεί τελικά φτάνει και το σημείο κλειδί στην πορεία τους.
Οι Krokus για να αλλάξουν τελικά συνθετική κατεύθυνση και να συνειδητοποιήσουν τις ανάγκες του κόσμου και τη μαγεία του ωμού rock ήχου έπρεπε πολύ απλά να βρεθούν σε…ένα live των AC/DC.
Το "Painkiller" λοιπόν, που αρχικά ήταν ευρωπαϊκή κυκλοφορία, επανεκδίδεται με τον «σκληρότερο» τίτλο "Pay It In Metal" σαν να προμήνυε κάτι…
Μετά τους Eazy Money ήταν πλέον η σειρά των Krokus να χουν για frontman τον Marc Storace(με καταγωγή από την Μάλτα) με την χαρισματική Bon Scott-ική χροιά. Ο Von Rohr καταστάλλαξε επιτέλους στο μπάσο και μια νέα εποχή ξεκινά. Θέμα τους πλέον ήταν οι γυναίκες, το ποτό, η καλοπέραση και το χιούμορ όπως υπαγόρευαν και οι κανόνες του hard rock τότε.


Όλα αυτά ξεκινούν να παίρνουν μορφή με το Metal Rendez-Vous(1980). Τα πρώτα singles:“Tokyo Nights”, “Bedside Radio”και “Heatstrokes” κάνουν πάταγο και κάνουν τους Krokus να μονοπωλούν ξαφνικά το ενδιαφέρον της σκηνής και να αποκτούν μεγάλο κοινό το οποίο θα ανυπομονούσε για την επομένη τους κυκλοφορία. Αυτή ήταν ένα χρόνο μετά, το "Hardware".
Ηχογραφημένο στα Hammersmith Studios του Λονδίνου, περιείχε τα κλασσικά για το συγκρότημα “Easy Rocker”, “Rock City” και “Winning Man” δίνοντας στους Ελβετούς μια νέα δυναμική για να δοκιμαστούν σε ακόμα μεγαλύτερο μέγεθος κοινού φέρνοντας τους στο One Vice At A Time(1982). Με διαφορετική εταιρεία management τώρα υιοθέτησαν μια αμερικανική προοπτική για το τι σημαίνει εμπορικότητα.
Στο album αυτό λοιπόν, δεν υπάρχει σπιθαμή που να μην είναι τουλάχιστον «ραδιοφωνική». “Long Stick Goes Boom”, “Save Me”, “Bad Boys Rag Dolls” και η εκδοχή τους στο “American Woman” των Guess Who άνοιξαν όλα μαζί διάπλατα τις πόρτες για παγκόσμια επιτυχία. Οι κριτικοί βέβαια ακόμα είχαν άλλη άποψη.


Εκείνοι ήταν σκληροί απέναντι τους, χαρακτηρίζοντας τους ως «φτηνούς» αντιγραφείς των AC/DC. Μέχρι εκεί λοιπόν έχουν το κοινό,τους λείπουν όμως τα media στα οποία έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να βάλουν τα «γυαλιά»…
…Headhunter(1983). Πλατινένιο στην Αμερική και στη θέση 25 των πιο επιτυχημένων δίσκων παγκοσμίως για εκείνη τη χρονιά. Ο Storace εδώ είναι στα κέφια του και εξαιτίας της παλαιότερης κριτικής, τώρα ακούγεται πιο πολύ σαν τον Udo Dirkschneider των Accept.
“Headhunter”, “Screaming In The Night”(με τον Rob Halford να συνοδεύει τον Storace), “Russian Winter” και η διασκευή στο “Stayed Awake All night” των Bachman Turner Overdrive λένε αρκετά για έναν υπερ-επιτυχημένο δίσκο χωρίς να χρειαστεί να προσθέσω εγώ οτιδήποτε παραπάνω.
Με το "Headhunter", οι Krokus κατέκτησαν την κορυφή.
Όμως το χουμε ξαναπεί πως για όλα τα συγκροτήματα φτάνει κάποτε η στιγμή να δημιουργήσουν το σημείο σύγκρισής τους που θα επισκιάζει από εκεί κι έπειτα κάθε άλλη τους δημιουργία.
Οι Krokus δεν αποτέλεσαν κάθολου εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Με το Headhunter κέρδισαν όνομα, δόξα και περιοδείες σ’ όλον τον κόσμο με θηρία όπως οι AC/DC, Motorhead, Rainbow, Judas Priest κα. Με τον επόμενο δίσκο έπρεπε να απλώς να κυνηγήσουν και πάλι αυτή τη λάμψη. Το “The Blitz” (1984) ήταν, για να είμαι δίκαιος, μια αξιοπρεπέστατη προσπάθεια αλλά απλώς κατάφερε να τους κρατήσει εκεί ακριβώς που ήδη βρίσκονταν, όχι να τους πάει ένα βήμα παραπάνω.
Τα singles “Midnite Maniac” και “Ballroom Blitz” (το αυθεντικό είναι των Sweet) πήγαν αρκετά καλά όπως και άρμοζε. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε το “Our Love”, για πολλούς την καλύτερη μπαλάντα που έγραψαν ποτέ οι Krokus. Παρόλα αυτά ο ήχος τους είχε αρχίσει να «σκονίζεται» εμπορικά και οι ίδιοι φαίνονταν να επαναλαμβάνουν πράγματα που είχαν ήδη ακουστεί εδώ και καιρό.
Το δίλημμα ήταν να ακολουθήσουν τις νέες φόρμες του rock ή να παραμείνουν πιστοί στο πως ακούγονταν ως τώρα? Δυστυχώς για κείνους επέλεξαν το πρώτο…
Με το "Change Of Address" (1985) σηματοδοτείται μάλλον η εμπορική αλλαγή των Krokus. Την περίοδο εκείνη όλος ο πλανήτης είχε στραμμένα τα βλέμματα στους Bon Jovi, τους Def Leppard και άλλα σχήματα που με τις πιο pop-rock συνθέσεις τους έκαναν τα ραδιόφωνα και τις αρένες να τους λατρεύουν. Λογική θα μπορούσα να πω τότε η επιλογή των Krokus να προσπαθήσουν να κερδίσουν μέρος αυτής της «κίνησης» του κοινού προς τα πιο mainstream ακούσματα αναπροσαρμόζοντας και οι ίδιοι αναλόγως τον ήχο τους. Λογική μεν, αλλά εντελώς αναποτελεσματική αν και υπήρχαν μερικά πολύ καλά κομμάτια.


Από το "Change Of Address" μόνο το School’s Out (Alice Cooper) καταφέρνει να επιβιώσει εμπορικά κι αυτό ακριβώς επειδή δεν είναι δική τους σύνθεση εώ ξεχώρισε και το "Burning up the Night".
Μέσα στην επόμενη χρονιά και ενώ οι Krokus ετοίμαζαν τη νέα δουλειά, η εταιρεία τους αποφασίζει να κυκλοφορήσει το live άλμπουμ “Alive and Screamin’” προκειμένου να τους κρατήσει με κάποιον τρόπο στα ράφια. Το live είναι σίγουρα πιστό στις επιδόσεις των Krokus που ερμηνεύουν όλα τα κομμάτια που τους έφεραν στην κορυφή όμως η αντίδραση του κόσμου είναι ένα αδιάφορο νεύμα γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει τίποτα φρέσκο.
Το 1987 επιστρέφουν και πάλι με το "Heart Attack" ελάχιστα βελτιωμένοι. Οι κριτικοί έγραψαν τα χειρότερα λέγοντας πως κάθε κομμάτι (εκτός των “Speed Up” και “Flyin’ High”) ήταν κόπια από διάφορα hard rock hits που ήδη υπήρχαν. Τα singles “Wild Love” και “Let it Go” πέρασαν μάλλον αδιάφορα παρά την πολύ καλή τους παραγωγή που παίρνει τα εύσημα και για το υπόλοιπο του δίσκου. Ήταν πλέον προφανές πως χρειάζονταν ένα διάλειμμα το οποίο και πραγματοποίησαν μετά το τέλος της περιοδείας τους.
Μέχρι τη στιγμή που διέκοψαν οι Krokus έχουν υποστεί διάφορες αλλαγές στο line up τους (ειδικά από το Headhunter και μετά) τις οποίες όμως έκρινα πως δεν ήταν απαραίτητες να αναφέρουμε κυρίως γιατί δεν τους επηρέασαν καθόλου ούτε από άποψη συνθέσεων αλλά ούτε και από άποψη ήχου.
Συγκεκριμένα επρόκειτο για αλλαγές στις θέσεις των Tommy Kiefer (κιθάρα) και Freddy Steady (drums) και όχι για το «ηγετικό» τρίο των Storace, Von Arb, Von Rohr.
Έτσι τελικά φτάνουμε στο 1991 που η πρώτη αξιοπρόσεκτη αλλαγή θα γίνει πραγματικότητα. Ο Storace θα αποχωρήσει και τη θέση του θα διεκδικήσει ο Peter Tanner, ένας τραγουδιστής με τις ίδιες ακριβώς καταβολές του Storace, τους AC/DC. Η διαφορά εδώ είναι πως ο Tanner ακούγεται περισσότερο σαν τον Brian Johnson παρά τον Bon Scott δίνοντας πιο ψηλές συχνότητες καθόλη τη διάρκεια του "Stampede" (1991) πράγμα που σίγουρα κάνει τον δίσκο ό,τι πιο διαφορετικό κυκλοφόρησαν ποτέ από την εποχή του "Headhunter".
Στο "Stampede" αποχώρησε επίσης και ο ιδρυτής Von Rohr αφήνοντας τον Von Arb να πάρει πλήρως τα ηνία όπως και –όλως περιέργως- και το ίδιο του το μπάσο.
Ο Von Arb επιστράτευσε τρία εντελώς πρόσωπα: Many Maurer, Tony Castell και Peter Haas για τις κιθάρες και τα drums αντίστοιχα, αλλάζοντας ολοκληρωτικά το πρόσωπο όλης της μπάντας. Το Stampede έχει και αυτό εντυπωσιακή παραγωγή, είναι μια ιδέα πιο σκληρό από πιο παλιές κυκλοφορίες των Krokus και σίγουρα έκανε πολλά κεφάλια να γυρίσουν και πάλι προς το μέρος τους.
Τέσσερα χρόνια χρειάστηκαν για να ολοκληρώσουν οι Krokus το “To Rock Or not To Be”. Ενδιάμεσα ο Marc Storace επέστρεψε δριμύτερος, σαν να αναστήθηκε και να βελτιώθηκε μαζί. Τα κομμάτια εδώ είναι δομημένα καλά (χάρη στον κο Von Arb και πάλι) και αποτελούν σε γενικές γραμμές κάτι σαν σουβενίρ από τις παλιές καλές μέρες τους.
Οι fans τους φυσικά το εκτίμησαν δεόντως αυτό κάνοντας ΚΑΙ αυτή την κυκλοφορία πλατινένια στην Ελβετία. Οι ίδιοι πιστοί ακόλουθοί τους ήταν μάλλον και οι μόνοι που αγόρασαν τε
λικά το "Round 13", το τελευταίο άλμπουμ των Krokus για τον 20ο αιώνα(1999). Η ίδια ιστορία και πάλι…όλοι φεύγουν, ο Von Arb μένει και γράφει…μία από τα ίδια με διάφορους μουσικούς να τον συνοδεύουν υπό το όνομα Krokus.
Το τετραετές (και πάλι) πάντως διάλειμμα από τότε φαίνεται πως τους έκανε καλό. Μετά από 8 χρόνια ο Storace και πάλι θα επιστρέψει υπό τον όρο πως το συγκρότημα θα αρχίσει να γράφει μουσική με τη νοοτροπία που δημιουργούσε πριν ακόμα και από το Headhunter.
Το "Rock The Block" μπορεί να ακούγεται παλιομοδίτικο σε σχέση με την εποχή που κυκλοφόρησε (2003) όμως η επανένωση και η συνθετική ανανέωση ανέδυε έναν φρέσκο αέρα που το κοινό πρόσεξε με αποτέλεσμα η περιοδεία για την προώθησή του να λήξει τουλάχιστον πανηγυρικά.
«Ο Marc τραγουδάει καλύτερα από ποτέ και συνολικά είμαστε όλοι καλύτεροι από ποτέ. Το μυαλό μας πλέον είναι εντελώς ελεύθερο και μπορούμε να συγκεντρωθούμε εντελώς στη μουσική και μόνο» δηλώνει τότε ο Von Arb. Μεγάλο μέρος της επιτυχίας παρόλα αυτά αποδίδεται και στην επιστροφή του παλιού τους αμερικανού manager, Butch Stone που μέχρι τότε είχε φτιάξει μεγάλο όνομα στον χώρο των tours και του promoting. Δική του ήταν και η απόφαση να δώσουν μια ιδέα και σε όλον τον κόσμο για το πόσο καλά πήγε εκείνη η περιοδεία με ένα νέο live album εν ονόματι “Fire And Gasoline”(2004).


Το 2005 ο Fernando Von Arb θα αποχωρήσει προσωρινά για να πραγματοποιήσει εγχείρηση στον καρπό του. Ο αντικαταστάτης του Mandy Meyer θα αναλάβει τις lead κιθάρες, και μαζί με τον Storace και τον Tony Castell θα γράψουν το υλικό για το Hellraiser που κυκλοφορεί έναν χρόνο μετά. Αν μέχρι τώρα οι δίσκοι των Krokus χαρακτηρίζονταν hard rock τότε αυτός εδώ είναι ο πρώτος heavy metal. Οι συνθέσεις είναι σαφώς πιο σκληρές και λόγω αυτού οι Krokus άρχισαν να μεγενθύνουν το νεότερο ηλικιακά fanbase τους προσφέροντας ονειρικές στιγμές για επίδοξους Ελβετούς και μη headbangers.
Τον Σεπτέμβριο του 2006 κυκλοφορούν το αξιόλογο  "Hellraiser"  με τον Mandy Meyer στην κιθάρα αλλά πάντα υπήρχε η επιθυμία για μία επανασύνδεση με τα ιστορικά μέλη του γκρουπ κάτι που προαναγγέλθηκε στην  “Die Grossten Schweizer Hits” που είναι η εκπομπή της Ελβετίας που ασχολείται με τα πιο επιτυχημένα εγχώρια μουσικά δρώμενα και μονοπωλεί τις τηλεθεάσεις των νοτιοευρωπαίων.
Εκεί λοιπόν επέλεξαν το 2007 οι Krokus να ανακοινώσουν την ιστορική τους επανασύνδεση με την αυθεντική τους σύνθεση κιόλας! Chris Von Rohr, Fernando Von Arb, Freddy Steady και Marc Storace έκαναν έκπληξη στο κοινό τους παίζοντας ένα live medley των “Bedside Radio”, ”Tokyo Nights” και “Heatstrokes” γνωστοποιώντας και τις προθέσεις τους για το μέλλον.
Η συνέχεια ήταν αντάξια της ιστορίας τους αφού κυκλοφορούν δύο πολύ καλούς δίσκους αρχικά το "Ηοοdoo" που γίνεται πλατινένιο στην Ελβετία και περιλαμβάνει την διασκευή "Born to Be Wild" των Steppenwolf ενώ το 2013 κυκλοφορούν το 17o studio άλμπουμ τους με τίτλο "Dirty Dynamite" που κι αυτό περιέχει μία ακόμη διασκευή, το "Help" των θρυλικών Beatles.


Trivia:
- Η διασκευή των Krokus στο Ballroom Blitz των Sweet συμπεριλήφθηκε το 2007 στο expansion της διάσημης σειράς video games, “Guitar Hero Encore: Rocks The 80s”.
- Οι Krokus ερμηνεύουν τον επίσημο ύμνο του 2009 Ice Hockey World Championship που θα λάβει χώρα στην Ελβετία. Το τραγούδι θα λέγεται “Live For The Action”.
Τα τελευταίο καιρό το συγκρότημα συνεχίζει τις live εμφανίσεις του και ετοιμάζει καινούργια δισκογραφική δουλειά... Ως τότε Fire..rock City!!!



Προτεινόμενα:
Οι Krokus μπορεί να μην έκαναν μια καριέρα αντίστοιχη των μεγαθηρίων που κυριαρχούσαν στις δεκαετίες των 80s/90s προσέφεραν όμως κάτι στην ιστορία του rock που δεν θεωρείται καθόλου αμελητέο. Τα Metal Rendez-Vous, Headhunter και One Vice At A Time είναι σίγουρα τα προτεινόμενα must-have τους.

Δισκογραφία:
Krokus (1976)
To You All (1977)
Painkiller / Pay It In Metal (1978)
Metal Rendez-vous (1980)
Hardware (1981)
One Vice at a Time (1982)
Headhunter (1983)
The Blitz (1984)
Change of Address (1985)
Heart Attack (1987)
Stampede (1990)
To Rock or Not to Be (1995)
Round 13 (1999)
Rock the Block (2003)
Hellraiser (2006)
Hoodoo (2010)
Dirty Dynamite (2013)
Live:
Alive & Screamin' (1986)
Fire and Gasoline (2004)

Επιμέλεια: Μανώλης Γιαννίκιος

// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs