Accept: Metal Heart, με τις πάντες

30/12/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1017

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 1985. Εν μέσω Χριστουγεννιάτικων διακοπών από σχολείο και φροντιστήρια, απολαμβάνω την πολυτέλεια να ξεφυλλίζω χωρίς απολύτως κανένα ειδικό σκοπό και στόχο το χθεσινό «Έθνος» που μένει παρατημένο στο τραπέζι της κουζίνας.

 

Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Στέλιος Παπαθεμελής δηλώνει προς τα θρησκευτικά σωματεία που αποτελούν σημαντικό μέρος της εκλογικής βάσης της του στη Θεσσαλονίκη ότι σκοπεύει να καταψηφίσει το νομοσχέδιο για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων. Την ίδια ώρα, ενώ στο Παρίσι το Ινστιτούτο Παστέρ διεκδικεί από Αμερικανούς ερευνητές στα δικαστήρια το ποιος εντόπισε πρώτος και τυποποίησε ως ιό τον HIV-που ήδη οι περισσότεροι αποκαλούν με το αποκρουστικό υποκοριστικό του, AIDS- το Υπουργείο Υγείας ανακοινώνει ότι στην Ελλάδα «υπάρχουν μόνο 13 διαπιστωμένοι φορείς του  ιού και κανένας λόγος ανησυχίας του πληθυσμού».  
Δε με πείθουν. Θά’ ναι δύσκολο άθλημα το σκι χωρίς σκούφο και συναφή προστατευτικά.  
Ο κομήτης του Χάλεϋ κάνει πέρασμα κοντά από τη γη μετά από 75 χρόνια και θα είναι, λέει, αυτή τη φορά, θεατός ακόμη και με γυμνό μάτι.  

«Σιγά τα λάχανα. Χάθηκε νά’πεφτε ενάμισυ μήνα πιο πριν μπροστά απ’ το Σαραβάκο, πάνω που τον επισκεπτόταν η επιφοίτηση να τη σκάψει πάνω απ’ τον Παπαμιχαήλ; Μας έχουν αλαλιάσει από πέρσι τα βαζέλια».  
Οι δισκογραφικές ανακοινώνουν, λέει, ότι το νέο μέσο αναπαραγωγής ήχου, το φοβερό και τρομερό compactdisc, μια ασημένια πλακέ μαλακία με διάμετρο σαν ασημένιο τασάκι καφενείου, δύο μόλις χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του στο εμπόριο, αυξάνει ραγδαία το μερίδιό του στην αγορά, ενώ οι πωλήσεις βινυλίου σημειώνουν μεγάλη πτώση, έναντι της κασσέττας.  
«Σιγά μην μαζέψω ποτέ λεφτά να τα δώσω για καινούργιο μαραφέτι που θα παίζει αυτά τα πατημένα από νταλίκα τρύπια πιατάκια του καφέ».  
Κάτι το νοτισμένο από μια υποκριτική βροχή πρωϊνό, κάτι η υπνωτιστική απουσία οποιασδήποτε υποχρέωσης για τέσσερις μέρες, παρατάω την εφημερίδα κι ανατρέχω στο πραγματικό υλικό. Αυτό που ακούγεται όπως πρέπει. Όχι με προϋποθέσεις για πιστότητες και τρισδιάστατες οπτασίες. Δυνατά.  
Το κομμάτι το έχω ακούσει για πρώτη φορά το καλοκαίρι, από γαμάτη 60άρα της Μαίρης, γραμμένη με μίξη. Πρώτο στην πρώτη πλευρά, αυτό που όλοι λένε ότι πρέπει να το ακούσεις γιατί «έχει την κλασσική μουσική μέσα» (δεύτερο το “Children Of The Grave” με Dio από το live , μετά το “Crazy Nights” από τους Γιαπωνέζους τους Loudness και πάει λέγοντας). Ο Σπύρος ο Αθανασόπουλος, το καλοκαίρι,  με κάθησε το ν’ ακούσω την πρώτη πλευρά ολόκληρη, τί κι αν όπου στεκότανε έλεγε ότι «οι μόνοι καλοί Γερμανοί είναι οι Σκόρπιονς, o Ούλι Γιον Ροθ, o Γιον Βόϊτ, άντε κι ο Μπέρντ Σούστερ». Τώρα, αφού γνωριστήκαμε καλά, πέρασε το πρώτο τρίμηνο, πήραμε και βαθμούς, μου δάνεισε την κασσέτα για να τη μελετήσω ολόκληρη στις διακοπές. Η απόλυτη απόδειξη ότι είναι καλό παιδί.  
Την πιάνω, είναι αφημένη στη μέση. Τη ρίχνω από την πρώτη πλευρά στο Πανασόνικ και πατάω το ρηγουάϊντ.  



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ : Οκτώβριος 1984. Οι Accept καταλύουν στο Stommeln της Κολωνίας για να φτιάξουν τον έκτο δίσκο τους, αυτόν που αναμένεται να χτίσει στα θεμέλια του “Balls To The Wall”, που τους έχει βάλει στο metal χάρτη σε Ευρώπη και Αμερική, τόσο για τους σωστούς, όσο και για τους λάθος λόγους : Πόσες μπάντες παίζουν τέτοιο μπετοναρισμένο, επιτακτικό μέταλ έχοντας στο εξώφυλλο ένα τριχωτό αντρικό μηρό με πέτσινο σώβρακο που κρατάει στη χούφτα του κάτι που μοιάζει ύποπτα με πορώδη πέτρα -ή νέτα – σκέτα με αποκοπέν, καραφλό αρχίδι;  
Είναι η πρώτη φορά που θα επιλέξουν να εμπιστευτούν, όχι μόνο για την ηχογράφηση, αλλά και για την παραγωγή, τον 42χρονο παραγωγό Dieter Dierks.
Η RCA δείχνει πρόθυμη να καλύψει την αμοιβή του, αφού από τη μια έχει στα χέρια της ένα «δύσκολο» ευρωπαϊκό συγκρότημα με χρυσό δίσκο στην Αμερική, ανθεκτικό στις περιοδείες, από την άλλη τον παραγωγό που έχει αποδείξει ότι μπορεί να μεταμορφώσει τους Scorpions από βαρυκόκκαλους χεντριξόμορφους νεοχίππυς στην πρώτη διεθνώς υπολογίσιμη hard rock γερμανική φίρμα. Φανατικός της στουντιακής τεχνολογίας ο Dierks, διατηρεί στην Κολωνία ένα κορυφαίο εργοστάσιο παραγωγής ήχου, με υπερσύγχρονο εξοπλισμό για παραγωγή ήχου και εικόνας, τον οποίο έχει καταφέρει να καταστήσει αυτοκινούμενο, καθώς μεταφέρεται στα τρία διασυνδεδεμένα στούντιο με τη βοήθεια ενός υπόγειου συστήματος διαδρόμων και ασανσέρ.
Στα Dierks Studios έχουν φιλοξενηθεί από κακόφωνες punk ιδιαίτερότητες όπως οι Plasmatics, παραισθησιογόνο progressive όπως οι Nektar έως και ορχήστρες συμφωνικής μουσικής. Ήδη, οι μεγάλες πολυεθνικές δισκογραφικές προτιμούν τη συνεργασία με την ομάδα παραγωγής του Dierks, την Breeze Music και την επίσκεψη στα εξοπλισμένα με όλα τα μουσικά και εξωμουσικά κομφόρ Dierks Studios, από ένα κοστοβόρο ταξίδι στο Record Plant της Nέας Υόρκης ή το Nassau της Χαβάης. Για τους Accept, που εδρεύουν ακόμη στη Γερμανία, η επιλογή εκτός από βολική, συνοδεύεται από μεγάλες φιλοδοξίες.  
Φιλοδοξίες που έχουν ανέβει επίπεδο μετά τη συμμετοχή τους στο Donington Festival.
Στις 18 Αυγούστου 1984 μαζί με Motley Crue, Y&T, Gary Moore, Ozzy, Van Halen και AC/DC έχουν εμφανιστεί στο πλέον μεταλλικό απόγευμα της δεκαετίας του ‘80,.     
Ο Dierks, χάρις στην αξιοπιστία και τον προγραμματισμό των ηχογραφήσεων, είναι σημαντικός και για τις εταιρίες διοργάνωσης περιοδειών που δρουν στις Η.Π.Α., με τις οποίες διασυνδέεται ήδη από τη δεκαετία του ’70.
Κανείς από τους δικούς του καλλιτέχνες δεν καθυστερεί, ούτε αποχωρεί με τη δουλειά μισοτελειωμένη από τις δικές του εγκαταστάσεις.
Οι Accept, για πρώτη φορά είναι πρόθυμοι να δεχθούν συστάσεςι και προτάσεις από κάποιον τρίτο για τη διαμόρφωση του ήχου τους. Εργάζονται 10 ώρες την ημέρα επί δύο μήνες, από τον Οκτώβριο μέχρι το Δεκέμβριο του ’84, γράφοντας, ενορχηστρώνοντας και εν συνεχεία ηχογραφώντας καινούρια κομμάτια, από τα οποία δέκα θα συμπεριλάβουν στο δίσκο. Ξέρουν, ότι για να πάνε πιο μακριά από το “Balls To The Wall”, χρειάζονται κάτι που να τους διαφοροποιεί από τα άλλα μεταλλικά σύνολα.  
H ιδέα για το κομμάτι που θα δώσει τον τίτλο στο άλμπουμ θα προκύψει από ένα άρθρο που διαβάζει στις επιστημονικές σελίδες ενός περιοδικού τύπου reader’s digest η μάνατζερ των Γερμανών, η με διαφορά καλύτερη αγγλομαθής απ’ όλους τους, αυτή που γράφει τους στίχους των τραγουδιών τους. Η βερολινέζα Gaby Hauke, που κάνει όλα τα παραπάνω από το 1980 με το ψευδώνυμο “Deaffy”, εντυπωσιάζεται: κάποια στιγμή στο μέλλον, ίσως και λίγο πριν τον 21ο αιώνα, οι άνθρωποι θα μπορούν να ζουν έχοντας φυτεμένη στο στέρνο όχι μια μεταμοσχευμένη, αλλά μια εξ ολοκλήρου τεχνητή, μηχανική καρδιά. Πώς θα είναι, όμως το ανθρώπινο γένος μ’ ένα άψυχο κομμάτι μέταλλο σαν κέντρο της ύπαρξής του;
Σημαίνει άραγε αυτό την αρχή του τέλους; Είναι άραγε κοντά η εποχή που αν δε θα είσαι συνδεδεμένος με μια εξωτερική πηγή ενέργειας, θα πεθαίνεις; Πώς θα είναι να έχει κανείς αντί για παλμό ένα μηχανικό μετρονόμο, ψυχρό, τρομακτικό και επίφοβο σαν αυτόν μιας ωρολογιακής βόμβας; Γύρω από την ιδέα, ο 25χρονος κιθαρίστας Wolf Hoffman γράφει ένα ριφ καλπασμό, για το οποίο σκέφτεται μια κλασσικόμορφη εισαγωγή. Άνθρωπος εναντίον μηχανής, αυτή θα γίνει και η κεντρική ιδέα του νέου δίσκου.  
«Ο Τσαϊκόφσκι για της εισαγωγής προέκυψε εντελώς αβίαστα. Ήταν συνηθισμένο για μένα να περνώ στοιχεία κλασσικής στα τραγούδια μας. Ήταν τότε που μόλις είχαμε ολολκληρώσει την μεγάλη περιοδεία στην Αμερική για το Balls To The Wall και νιώθαμε γεμάτοι ενέργεια. Δε θέλαμε να επιστρέψουμε στη Γερμανία, βρήκαμε λοιπόν ένα στούντιο στο Βερμόντ του Καναδά και μπήκαμε να κάνουμε την προπαραγωγή. Εκεί, μέσα σε δύο βδομάδες, καταγράψαμε σε demo ιδέες για το καινούριο υλικό, πριν συναντηθούμε στη Γερμανία με τον Dieter για τις κανονικές ηχογραφήσεις. Έτσι προέκυψε κι αυτή η εισαγωγή».  
Με τη θηλυκή ματιά της Gaby, οι στίχοι των Accept ακούγονται όλο και πιο οξείς και απρόβλεπτοι. Μεταλλαγμένοι από το πρωτότυπης τονικότητας πάνω στις λέξεις γρύλισμα του 33χρονου Udo Dirkschneider, δεν ξέρεις ακριβώς πού το πάνε, μια αμφισημία εν μέρει σκόπιμη, καθώς, όπως στις λιγοστές τους συνεντεύξεις θα τονίσουν «Θέλουμε να είμαστε μια σοβαρή μέταλ μπάντα, όμως παράλληλα θέλουμε να προκαλούμε τον κόσμο να σκεφτεί –με τον ένα τρόπο ή τον άλλο».  
Στου δύο αυτούς μήνες που περνούν στην Κολωνία, ο Dieter Dierks δικαιώνει τη φήμη του απαιτητικού ηχητικού αρχιτέκτονα. Βάζει τη μπάντα να παίξει δεκάδες φορές τα κομμάτια, προσπαθώντας να κρατήσει τα καλύτερα σημεία από κάθε εκτέλεση, ώστε να συγκροτήσει τον πομπώδη, σφιχτό σα γροθιά ήχο που έχει κατά νου. Συγχρόνως όμως, ενθαρρύνει τους Accept να δοκιμάσουν νέα όργανα.



Τον Wolf Hoffman σιτάρ, για την εισαγωγή του “Metal Heart” και ακουστική κιθάρα για το outro του “Bοund To Fail”.
Toν 27χρονο Jorg Fischer –ο οποίος έχει επιστρέψει μετά από δύο χρόνια στο συγκρότημα- να παίξει με πάνω από πέντε διαφορετικές κιθάρες στα “Wrong Is Right” και “Living for Tonite”. Τον 24χρονο Stefan Kaufmann να χρησιμοποιήσει, εκτός από το κανονικό σετ τυμπάνων της TAMA ηλεκτρονικά τύμπανα τελευταίας τεχνολογίας και μια ποικιλία κρουστών που φτάνουν ως το gong. Τον 26χρονο Peter Baltes να ηχογραφήσει με οχτάχορδο και ακουστικό μπάσο καθώς και μια σειρά από διαφορετικά πεντάλια bass synth.
Συγχρόνως, ο Dierks αξιοποιεί τις φωνές όλων για τα σχολαστικά ενορχηστρωμένα δεύτερα φωνητικά, ενώ τους προτρέπει μέχει και να κάνουν όλοι μαζί finger snapping στο απρόσμενα τζαζίστικο “Teach Us To Survive”. Μέσα από τα 32 κανάλια της κονσόλας του Dierks μιξάρονται δεκάδες διαφορετικές κιθάρες, μπάσα και ήχοι τυμπάνων, ώστε να σχηματοποιηθεί ένας ήχος αιχμής: καθαρός, κοφτερός και επιβλητικός, ακόμη και στα πιο προβλέψιμα σε δομή τραγούδια.
Το mastering που γίνεται λίγο πριν τα Χριστούγεννα του ’84 στη Νέα Υόρκη από τον εξειδικευμένο Bob Ludwig αποδίδει έναν ήχο που ελάχιστα άλμπουμ σκληρού ήχου μπορούν να παρουσιάσουν εν έτει 1985. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, με εξαίρεση τον ήχο των Maiden που έχει πίσω του τον αρχιμάστορα Martin Birch ο οποίος έχει χτίσει το μισό βρετανικό hard rock ήχο, αν λ.χ., οι Judas Priest είναι το καλύτερο πολυλειτουργικό κλομπ του κόσμου και οι AC/DC η πιο άθραυστη βέργα, οι Accept είναι μια τάβλα με σκλήθρες που καταλήγει σε χειρολαβή με ανατομικό πιάστρο. Κάνει μεγαλύτερη ζημιά και απολαμβάνεις πολύ περισσότερο να την κρατάς για ώρα. 
Ο δίσκος ολοκληρώνεται και κυκλοφορεί στις 4 Μαρτίου 1985. Η αρχική σκέψη για το εξώφυλλο ήταν να απεικονίζει μια κάθετα διατετμημένη επτάγωνη μεταλλική καρδιά, έργο της καλλιτεχνικής ομάδας μοντελιστών Dirksen & Sohn, σχεδιασμένη ως ολόγραμμα, ώστε κρατώντας το εξώφυλλο να την βλέπειες τρισδιάστατη. Όμως θεωρήθηκε -και ήταν- μια επιλογή που αύξανε κατακόρυφα το κόστος παραγωγής.  


ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ: Η κασσέτα της CBS έχει μπροστά θαμπά χρώματα, ένα άδοξο λευκό περιθώριο πάνω – κάτω και η μεταλλική καρδιά στο εξώφυλλο μοιάζει με σμίκρυνση εικόνας για καρμπυρατέρ παρμένη από το σαλόνι του Auto-Moto. Λεπτομέρειες όμως όλα αυτά μπροστά στην πρώτη ακρόαση, που ξεκινά λίγο πριν πάει δώδεκα το μεσημέρι, 28 Δκεμβρίου 1985 και θα ακολουθηθεί από αμέτρητες ακόμη μέσα στα χρόνια.  
Το "Metal Heart" προϊδεάζει για κάτι μεγαλειώδες από τις πρώτες νότες, με το «Σλαυικό Εμβατήριο» του Τσαϊκόφσκι ν’ ανοίγει το δρόμο σ’ ένα ακραιφνώς μεταλλικό ποδοβολητό, με τις κιθάρες γρανιτένιες, τα τύμπανα του Κaufmann να φυτεύονται στον κορμό των ριφ με δολοφονική ακρίβεια και ο Udo να υπογραμμίζει την κραυγή του ρεφραίν με κορώνες The human race is dyiiiing !!!”, “Τo-tal confusioooon!”. Στη μελωδία και στο σόλο μπαίνει τόσο φυσικά το “Für Elise”  του Μπετόβεν, που δε θέλεις να τελειώσει, ακόμη κι αν δεν είσαι σίγουρος – ειδικά αν είσαι γυμνασιόπαιδο το ‘85 που δεν έχει μάθει ποτέ κανένα όργανο- «ποιανού είναι αυτή η μουσική». Από τα πλέον μεγαλεπήβολα ενακτήρια κομμάτια όλων των εποχών στο heavy metal, μια ρεβανς σ’ όλους όσους μας τά’χανε ζαλίσει ότι οι χεβυμεταλλάδες «απλώς κάνουνε θόρυβο».  



Ούτε δύο ενάμισυ δευτερόλεπτο μετά το τελευταίο διθυραμβικό γκονγκ του “Metal Heart”, σκάει το ριφ του "Midnight Mover", σαν πυγμάχος ελαφρών βαρών που ζεσταίνεται με δυό-τρία γρήγορα χτυπήμα στον αέρα και μετά ορμάει. Κοψίματα στις στροφές, ένας Udo με τις φωνητικές χορδές να πάλλονται από ζοριλίκι, στίχο που εφαρμόζει εξίσου γάντι σ’ έναν νυκτόβιο εραστή όσο κι έναν drug dealer – seducing everybody for the money- “cominwith the nightgoing with the light, ένα σπάσιμο λαγνείας στη μέση κι ένα σόλο, το δεύτερο -το πρώτο είναι foreplay- που έρχεται κι ανεβαίνει σα λάβα. Ένα απόλυτιο δείγμα heavy metal, αυτόματα απομνημονεύσιμο και ικανό, μέσα σε τρία λεπτά και πέντε δεύτερα, με τέσσερα ρεφραίν να υποβάλει την αυχενική μοίρα σε σκληρή δοκιμασία. Απ’ αυτά που είναι αδύνατο να τ’ ακούσεις μόνο μια φορά και να πας στο επόμενο.  


Με το πόδι κολλημένο στο γκάζι, το οχτάχορδο μπάσο να χτυπάει μ’ επιμονή μηνίγγια και στομάχι και τα πιατίνια να σφυρίζουν σαν σπαθιά σαμουράϊ που σκίζουν τον αέρα, το “Up to the Limit" συνεχίζει το ανίερο έργο της ψυχοσωματικής κατάληψης. All I can say - out of my way, before I get to the top”, προειδοποιεί ο Udo και δε θέλει και πολύ να στο εμφυσήσει.
Το “Wrong Is Right" έρχεται με κεκτημένη ταχύτητα, κάπως αβαθές και μονοκόμματο, με στίχο σλόγκαν αντιθετικής δημαγωγίας και με τα αλλεπάλληλα σόλο σα να προσπαθούν να κρύψουν άλλη μια κλασσικότροπη αρμονία.
Η ορμή σε έχει φτάσει ήδη στο τελευταίο κομμάτι της πρώτης πλευράς, όπου σηκώνει κεφάλι ένα ακόμη χεβυμεταλλικό διαφθορείο. Τιτλοφορείται Screaming for a Love-Bite, έχει ένα ριφ που μοιάζει με AC/DC, όμως αντί για το swing του Malcolm Young και το ρυθμό των Williams και Wright είναι γειωμένο στη μπασογραμμή του Baltes, μ’ ένα τρόπο που σε κάνει να σφίγγεις τα δόντια και να θέλεις κι άλλο. Και, ναι, καβαλάει μια μελωδία απ’ αυτές που βεντουζώνεται στο μυαλό κατευθείαν, από την πρώτη ακρόαση της πρώτης στροφής.
Βοηθάει σ’ αυτό τα μέγιστα ότι μιλάει για κάτι που ο μέσος επίδοξος κοκκορογαμίκος στα 15 του έχει πάρει μυρωδιά –οι πιο βγαλμένοι και  αντιμετωπίσει- το να προκαλεί μελανιές απ’ τα ερωτορουφήγματα στο λαιμό και να μαθαίνει πώς να κρύβει τα τυχόν υπάρχοντα δικά του. Πόσο πιο μέσα να πέσει, δηλαδή, ένα μέταλ συγκρότημα στην εφηβική ψυχοσύνθεση, από το να καταγράφει αλήθεια (“It's black 'n' blue and it happened to you in the heat of the night) απόλαυση και ενοχή (It's gonna stay there for a long time - Just to remind you while you like it - when you went on and on) σ’ ένα ανεβαστικό, cruising κομμάτι που τρυπάει το μυαλό με τη μία;  




Η δεύτερη πλευρά συνεχίζει ακάθεκτη, με το σαν σαρωτικό άνεμο "Too High to Get It Right", όπου ο Udo αφήνει μακράν δεύτερο σε ουρλιαχτά ακόμη και τον προτυπικό Brian Johnson, οι κιθάρες σηκώνουν στον αέρα τα ηχεία και γεμίζουν το μυαλό με κεραυνούς και αστραπές, ενώ οι στίχοι, αντιφατικοί ίσως και λειψοί, τα εννοούν όλα και τίποτα – τί διάλο, χέβυ μέταλ είναι, το μόνο που επιβάλλεται είναι να μπορείς να τους ουρλιάξεις.  
Το αιμοβόρο "Dogs on Leads" με την κακοτράχαλη, επίσης στιχουργικά ακατάληπτη λαγνεία του Udo στα χαμολόφωνα σημεία, την αλλαγή ρυθμού και τις κιθάρες να συγκρατούνται με λουριά να μη δαγκώσουν σα λυσσασμένα κυνηγόσκυλα, δίνει έναν διαφορετικό τόνο, ο οποίος συνεχίζεται στο γρήγορο, ρυθμικά ανορθόδοξο, γεμάτο εσωτερική ένταση και σολάκια στο μπάσο "Teach Us to Survive". Δύο αυτές πειραματικές στιγμές σπάνε απότομα από τον ακάθεκτο, ρυθμικό αυτουργό μεταλλοσύνης "Living for Tonite". Απλό, επίμονο, διεισδυτικό, συναντά μηδενική δυσκολία στο να περάσει το μήνυμα και μόνο με το ρεφραίν, αφού το τί λέει στις στροφές –ανάμεσα σε βογκητά και βαριές ανάσες- Udo είναι επουσιώδες. Πόσα συγκροτήματα μπορούν να κρατάνε χωμένο προτελευταίο στη δεύτερη πλευρά έναν τέτοιο ύμνο;  


Το "Bound to Fail" ενημερώνει ότι ο δίσκος σκοπεύει να σε αφήσει το ίδιο ένδοξα και χτυπάει με βαριοπούλα, σαν ο Ήφαιστος με τη συμμορία του μόλις να’ χει βγει από βραδιά όπερας με τα ελαφρά του Βάγκνερ και να γουστάρει μπύρες σε ποτηροκανάτα του λίτρου. Ο στίχος και πάλι μπερδεύει –τί πάει να πει «είμαστε να χάνουμε – επειδή έχασες κι εσύ»; - αλλά σε προλαβαίνει το μεγαλόσχημο fade out με τα χορωδιακά και τα σόλο.  
Η αίσθηση δεν αλλάζει. Έχεις μόλις ακούσει έναν από τους πιο σημαντικούς heavy δίσκους όχι μόνο της χρονιάς, αλλά κάθε χρονιάς.  

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. RW και καπάκι FFW. Το ίδιο πιστεύουν ακράδαντα και οι ίδιοι οι Γερμανοί. Θα βγουν σε περιοδεία πριν καν κυκλοφορήσει ο δίσκος, από το Φεβρουάριο του ’85 με 15 εμφανίσεις στην Ευρώπη. Ξεκινώντας από Νορβηγία, Σουηδία και Γερμανία με support τους Exciter που έχουν μόλις κυκλοφορήσει το “Long Live The Loud” και αμέσως μετά, το μεγάλο στοίχημα:  Αμερική, με 74 εμφανίσεις συν 5 στον Καναδά. Οι περισσότερες support σε Krokus και headliners οι ίδιοι με support τους Καναδούς Coney Hatch. Τα 45 ως και 90 λεπτά που παραμένει στη σκηνή, η μπάντα μοιάζει με BMW 320i Με αεροτομή. Στιβαρή, με επιτάχυνση και αξιοθαύμαστο κράτημα.
Οι κινήσεις των Hoffman, Fischer και Baltes αρκούντως χορογραφημένες γύρω απ’ τον Udo, ο οποίος, απειλεί με διάτρηση τυμπάνου με τη φωνή - τρυπάνι που βγαίνει απ’ το λαρύγγι του, καθώς παίζει πέντε καινούρια και μερικά παλιά –δε φεύγουν από το σετ τα “Restless & Wild”, “Princess Of The Dawn” και μονίμως σεισμικό κλείσιμο έρχεται με το “Balls To The Wall”. Λίγο πριν μπει το καλοκαίρι, η περιοδεία φτάνει στο απόγειο με 17 εμφανίσεις, support στο τελευταίο σκέλος της “World Slavery Tour” των Iron Maiden, μπροστά σε γεμάτες αίθουσες. Ο Αύγουστος τους φέρνει  να ανοίγουν 11 φορές για τους επίσης Καναδούς Helix, 2 για τον Dio που μόλις ξεκινά την “Sacred Heart Tour” και μία για τους Motley Crue.  
Θα ολοκληρώσουν την προώθηση του δίσκου με 4 θριαμβευτικές εμφανίσεις στην Ιαπωνία, 15 με 19 Σεπτεμβρίου σε Τόκυο, Οζάκα και Ναγκόγια.  
Κάτι όμως δεν θα πάει καλά. Η φάτσα μπουλντόγκ του Udo; Το παντελόνι παραλλαγής του, μέσα στο οποίο στα μάτια των Αμερικάνων δείχνει ο όγδοος κακόβουλος νάνος που παράτησε τα ανομολόγητα όνειρα που έτρεφε για τη Χιονάτη για να γίνει μέλος παραστρατιωτικής οργάνωσης; Η «αντιεμπορική» φωνή του; Η συνειδητή απόφασή τους να κινηθούν προς πιο βατά, εύληπτα κομμάτια; Τα live είναι υποδειγματικά, ίσως όμως κάπως παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε με τα συγκεκριμένα headliner ονόματα.  Το “Metal Heart” το καλοκαίρι του ’85 θα φτάσει μετά βίας στο Νο 94 του Hot-200 του Billboard, 20 ολόκληρες θέσεις κάτω απ’ το πλαφόν που έχει θέσει το μισού εκατομμυρίου τεμαχίων “Balls To The Wall”. 



 
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ: Δεκέμβριος 1990. Γιατί; Γιατί τώρα κι όχι τότε; Με τον Udo ν’ ακολουθεί ήδη τρία χρόνια τώρα μια σόλο καρριέρα επαρκή για τους πεινασμένους Acceptομανείς, αλλά, κακά τα ψέμματα, χωρίς την αίγληενός Wolf Hofmann δίπλα του και την μπάντα Accept διαλυμένη μετά το φιάσκο της περιοδείας προς υποστήριξη του “Eat The Heat” του ’89, πρώτη μούρη στο νέο Rock City της Ακαδημίας, δίπλα σε King Diamond, Megadeth, Slayer και AC/DC φιγουράρει  το “Staying A Life”. Ένα διπλό live, ηχογραφημένο στο Festival Hall της Oζάκα, εκείνη την 18η Σεπτεμβρίου του 1985. Και είναι συγκινητικό. Τρομακτική δόση ενέργειας, το ένα κομμάτι ν’ ακολουθεί το άλλο σε μια ολομέτωπη επίθεση, η δόνηση να έχει καταγραφεί άριστα, ίσως το καλύτερο heavy metal live που έχουμε ακούσει. Γιατί να να μην είχε βγει τότε, το ’85;
Εκείνο το “Kaizoku-Ban” με τα έξι κομμάτια δεν έφτανε ούτε για πλάκα. Για μας οι Accept ήταν, ούτε τα λόγια, ούτε η εικόνα, ήταν μια αίσθηση. Η αίσθηση του metal. Και με τη φυγή του Udo στην ουσία τη χάσαμε και δε θα την ξαναβλέπαμε.  

ΣΚΗΝΗ EKΤΗ: 20 και 21 Μαίου 1993. Κι όμως. Οι Accept στο «ΡΟΔΟΝ Club». Ποιός το περίμενε; Η επανασύνδεση που έχει ανακοινωθεί ένα χρόνο πριν είναι κυριολεκτικά σωτηριακή για όλους εμάς που δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θ’ αξιωθούμε ποτέ να δούμε τον Udo με τo παντελόνι παραλλαγής, δίπλα του τον Hoffman, τον Baltes με την αφάνα και τον Kaufmann να δέρνει τα τύμπανα. Εμάς, τους σε μια νύχτα διωκόμενους πρωτοχρίστιανους του μέταλ, που οι εναλλακτικές κλαψομπανιέρες του Σηάτλ και τα φερέφωνά τους, πάνε να μας πείσουνε ότι διάφοροι Type O Negative, Soundgarden και Ministry «είναι το μέταλ της νέας εποχής».  
Τα βράδια εκείνα, η μοίρα μας επιφύλαξε, ευτυχώς, μια καθοριστική ρεβάνς. Μια μαρτυρία πίστης, μια αναβάπτιση της μεταλλικής μας καρδιάς, ένα θριαμβευτικό ξεβούλωμα των αρτηριών της, που το ζητούσαμε για χρόνια ολόκληρα. To «ΡΟΔΟΝ» κόντεψε να πέσει με το που μπήκε ο Udo στη σκηνή, με γιλέκο γεμάτο ραφτά, παντελόνι παραλλαγής κι ένα t-shirt μαύρο μ’ ένα κωλοδάχτυλο μπροστά. Ο Baltes δεξιά του και ο Hoffmann αριστερά, στο βάθρο πίσω τους ο Kaufmann με τη μπαντάνα και το μικρόφωνο-ψύρρα κολλημένο στο μάγουλο. Μπροστά μας, σα να μην πέρασε μια μέρα.
Όχι από μακριά, όπως στη Φιλαδέλφεια και τη Ριζούπολη, σε μόλις μερικά μέτρα απόσταση από τα υψωμένα μας χέρια. Με πέντε κομμάτια από το “Metal Heart” (Living For Tonite”, "Screaming For A Love-Bite”, “Too High To Get It Right”, “Up To The Limit και Metal Heart) να προκαλούν αυτή τη μονoγενή χιονοστιβάδα από ιδρώτα, έκσταση, δάκρυα, αδρεναλίνη και άγριες ιαχές στο όνομα της νεότητας που λέγεται και θα λέγεται heavy metal.  

Παναγιώτης Παπαϊωάννου 


// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs