Ted Nugent: "Shutup & Jam!"

18/07/2014

Κατηγορία: Κριτικές

Τα ‘60s κατηφορίζουν προς το οργιαστικό τους κλείσιμο. Προχωρημένη νύχτα στο Detroit κι ένας ξερακιανός εικοσάχρονος ακούει τα εξ αμάξης από τον στρατιωτικό πατέρα του, επειδή γυρνώντας από μια μακριά βόλτα με τους λερούς φίλους του "μυρίζει κάτι σαν αλκοόλ στην ανάσα του."

 

 «Μόνο οι ηλίθιοι καταστρέφουν τον εαυτό τους, son».
O Theodore Antony από τότε θα πάρει το μάθημα. Θα οργιάσει σε όλα, εκτός από τις νόμιμες και παράνομες ουσίες, που τις παίρνουν «μόνον οι ηλίθιοι».
Τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα δίσκων αργότερα, ο Ted Nugent είναι μια πολιτισμική καρικατούρα που συνοψίζει το πώς επιβίωσαν μέχρι σήμερα όσοι μουσικοί δεν έγιναν παρανάλωμα στο ελευθεριακό χωνευτήρι των ‘60s. Κουβαλώντας τις εμμονές του πουριτανισμού, ξορκίζοντάς τις στη συνέχεια με ανείπωτα σκάνδαλα, γνωρίζοντας οικονομικές και προκαλώντας (δια) προσωπικές καταστροφές, εξαϋλώνοντας το όποιο τάλαντο σε χιλιάδες νύχτες ιδρώτα, ηλεκτρικής υπερβολής και σεξουαλικού υπερκορεσμού, αποκτώντας θανάσιμους εχθρούς, αφήνοντας πίσω εκατομμύρια φανατικούς οπαδούς και μια ηχογραφημένη κληρονομιά πάντα δεκτική μουσικής ανάλυσης και κοινωνιολογικής επεξεργασίας.
Ο ξερακιανός νεαρούλης του ’68 που έπαιζε κιθάρα στο “Journey To The Center Of The Mind” των Amboy Dukes, χωρίς κατά δήλωσή του να έχει ιδέα ότι μιλάει για τα παραισθησιογόνα, στα 30 του είχε γίνει ήδη εικόνισμα ροκ παραφροσύνης. Μεταξύ ’75 και ’81 γέμιζε τα αμερικανικά στάδια, χοροπηδούσε αγκαλιά με την τεράστια Byrdland φορώντας ψεύτικη ουρά σκίουρου, γεννούσε μύθους για το σεξ στα παρασκήνια και αποθέωνε τα ντεσιμπέλ με δίσκους όπως το “Cat Scratch” Fever και το “Double Live Gonzo”. Μέσα σε λίγα χρόνια έχασε την ακοή του από το ένα αυτί (“believe me, it was worth the ride”) και ανακάλυψε ότι ατζέντηδες, παραγωγοί και ενδιάμεσοι τον είχαν γδύσει και αφήσει απένταρο. Στα 42, γεύθηκε το μέλι του mainstream με τους “Damn Yankees” και από τότε, με την υστεροφημία του εξασφαλισμένη, νιώθει απελευθερωμένος να αλώσει το σύμπαν.
Όταν δεν δημοσιεύει βιβλία για το κυνήγι με τόξο και τους τρόπους να κάνεις BBQ με το θήραμα, όταν δεν αραδιάζει δημαγωγικά επιχειρήματα και στατιστικές υπέρ της οπλοκατοχής σε politically correct διαφωνούντες στις ζώνες υψηλές τηλεθέασης, όταν δεν απολαμβάνει να μιλάει απ΄το ραδιόφωνο για τη φυσική ζωή του “primitive man”, ή την all-american αξιακή εκδοχή της “σκληρής εργασίας”, όταν δεν επιτίθεται σε δημοκρατικούς γερουσιαστές, στον Ομπάμα και στους συλλόγους για τα δικαιώματα των ζώων, ο Nugent εξακολουθεί να κάνει αυτό που αρχικά τον αναγόρευσε στον πρώτο και διασημώτερο “madman” απ΄το Ντιτρόϊτ. Σήμερα στα 66, όποτε τον καταλαμβάνει η «φαγούρα», μπαίνει στο στούντιο και γράφει δαιμονισμένα boogie και ηλεκτροφόρο r & b σε εκκωφαντική ένταση με τη δική του, κεκτημένη ευκολία.
Έξι στούντιο δίσκοι μέσα στα τελευταία 25 χρόνια. Ο ένας πιο εξαγριωμένος και αυθάδης απ΄τον άλλο.
Αυτό είναι το τελευταίο άλμπουμ του απ΄το “Love Grenade” (2007). Στην πραγματικότητα είναι το τέταρτο στη σειρά στουντιακό από το ‘95 (δε μετράμε τα διάφορα live που θά’ πρεπε να πωλούνται με ταμπελάκι τα τηλέφωνα και τις διευθύνσεις των ΩΡΥΛΑ κάθε γεωγραφικής περιφέρειας), στο οποίο ο Nugent κάνει ένα πράγμα και μόνο. Εκτονώνεται.
Με την παραμόρφωση στο τέρμα, αφήνει ελεύθερες όλες τις εμμονές του ήχου του Detroit, των Yardbirds, του Eddie Cochran, του Chuck Berry και του Jeff Beck που τον κατατρέχουν μια ζωή, να οργιάσουν. Αντιγράφει ριφ απ΄τον εαυτό του (σίγουρα ακούσια – πού να θυμάται;), αγγίζει, δε, όπως συνηθίζει, για τα καλά τη γραφικότητα με στιχουργικό περιεχόμενο οσκαρικού trash και αφόρητης αμερικάνικης βλαχοπαλικαριάς (“Ι Love My B&BQ”, “Trample The Weak, Hurdle The Dead”, “I Still Believe”), στοιχεία που τον έχουν κάνει και απωθητικό σε διαχρονική βάση για μεγάλο μέρος του εκτός Αμερικής κοινού.
Παρά ταύτα, το “She’s Gone”, μια παλαιολιθική ροκ άσκηση αλά Montrose, τον βρίσκει να ντουετάρει με τον Sammy Hagar, το “Throttledown” είναι μια εθιστική instrumental καταιγίδα σαν το πρωτοξαδέρφι του Dick Dale να παίζει υπό την επήρεια στεροειδών και το “Never Stop Believing” είναι ένα από αυτά που ο ιστορικός του μέλλοντος θα έβαζε άνετα σε ένα “career spanning box set” του Nugent (τέλος πάντων, στο αντίστοιχο ψευδοφόρματ που θα υπάρχει σε καμιά δεκαριά χρόνια γι΄αυτές τις δουλειές).
Μερικά όντα (κατά πολλούς, ζώα), ψόφο δεν έχουν. Ένα απ΄τα καλοδιατηρημένα, καθ΄ότι αμετανόητα, αυτάρεσκα και εγωπαθή τέτοια λέγεται Ted Nugent.
Έχει οκτώ αναγνωρισμένα παιδιά και άγνωστο αριθμό μη αναγνωρισμένων, ντύνεται με παραλλαγή και πάει για κυνήγι, υπερασπίζεται το δικαίωμα να φέρεις (ακόμη και) μπαζούκας και χαίρει άκρας υγείας.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ