The Scintilla Project: "The Hybrid" (feat. Biff Byford)

18/10/2014

Κατηγορία: Κριτικές

2589

Ο Biff Byford, ο γιος του μεταλλορύχου απ΄το δυτικό Yorkshire, αφότου άρχισε να αντικρύζει την 7η δεκαετία της ζωής του, δεν αφήνει να πέσει τίποτε κάτω. Αποδεικνύει με κάθε ευκαιρία ότι όσοι υποβλέπουν τα κλισέ του τύπου «παλιό καλό κρασί», μπορούν να γυρίσουν πλευρό.

 

Γιατί στο ροκ, αν εισαι μουσικός με κάποιο τάλαντο που τό΄χεις και δεν τό'χεις χάσει, ρίχνεις, κάθε εξάμηνο που περνάει, και μια γροθιά στα μούτρα του χρόνου. Με μπροστάρη τον Biff, εδώ έχουμε ένα άλμπουμ που θα ενθουσιάσει τους φίλους του κλασσικού και του καινούριου εξίσου. Είναι ένα ολοκληρωμένο soundtrack για το επερχόμενο φιλμ επιστημονικής φαντασίας (πόσο παλιομοδίτικο ακούγεται στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας και των ψηφιακών κόσμων) με τον τίτλο Τhe Scintilla Project (η περίεργη λέξη, σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «μικρο-ίχνος»).
 
Το σχήμα των μουσικών θα μπορούσε, με ποδοσφαιρικούς όρους, να χαρακτηριστεί ως «Φίλοι Biff Byford». Οι Lionel Hicks και Tony Ritchie των Balance Of Power σε τύμπανα και μπάσο, ο Arjen Luccassen πλήκτρα και ο 45χρονος κιθαρίστας - παραγωγός - ηχολήπτης που έχει μορφοποιήσει πίσω απ΄την κονσόλα τον ήχο των μισών μέταλ σχημάτων από το '90 ως τις μέρες μας, ο μάστορας Andy Sneap. Ο δίσκος είναι κατά βάση δική του ηχητική δημιουργία. Από την νευρώδη μίξη, τα πυκνά σόλο και το πομπώδες ύφος, ένα κομμάτι μέταλλο, δεν σου επιτρέπει να το πεις αλλιώς. Στιβαρές συνθέσεις βασισμένες σε συμφωνικές ενορχηστρώσεις που παραπέμπουν σε Ayreon, με πυγμή και υποβλητική δύναμη. Σύγχρονο metal με μελωδικό υπογράστριο και πάνω από τα ογκώδη ριφ να ύπταται με μοναδική ερμηνευτική άνεση και οκτάβες in full swing, ο Biff. Απογειωτικός, διηγηματικός, επικός.
 
Δεν γνωρίζουμε πώς τα ολοκληρωμένα και αυτόνομα αυτά κομμάτια θα εξυπηρετήσουν την πλοκή, αυτό είναι θέμα της κινηματογραφικής παραγωγής. Όμως ακόμη και χωρίς να έχει κανείς δει την ταινία, τα κομμάτια καθεαυτά, διηγούνται, με τρόπο που σε εμπλέκει, τμήματα μιας ιστορίας ("Permanence", "Angels"), χωρίς να βαλτώνουν ή να χάνονται σε πρελούδια και μακρόσυρτες ατμόσφαιρες, είτε είναι γρήγορα και δυνατά, είτε μπαλάντες ("Some Nightmare"). Κάθε ένα αξίζει επανειλημμένα ακούσματα, όμως την αύρα τους τη μεταδίδουν αμέσως. Ξεχωρίζει μακράν το "Pariah", με κουπλέ και ρεφραίν που αναταράσσει την αιμοδυναμική κατάσταση κάθε μεταλλά και μ΄ένα διπλάρωμα σόλο κιθάρας και πλήκτρων που «στέλνει» εγγυημένα, αλλά και το "The Damned And The Divine», ένα μικρο-έπος με ρεφραίν που μένει στο μυαλό. Το δε "No Rest For The Wicked" είναι επανεκτέλεση του κομματιού των Saxon (απ΄το Call To Arms του 2011), bonus track που δείχνει να ταιριάζει νοηματικά στο project.
 
Δεν ξέρουμε αν αυτό είναι απλώς ένα "project" ή αν η συνεύρεση αυτών των μουσικών οδηγήσει σε δισκογραφική συνέχεια, όμως ακούγονται όλοι αφοσιωμένοι και εντελώς μέσα στο κλίμα του soundtrack, με τη φωνή του Biff να δείχνει πόσο ξεσηκωτικός και περιπετειώδης μπορεί να γίνει στα 63 του.
 
Όσο για την υπόθεση της ταινίας για την οποία η μουσική; Μια ομάδα μισθοφόρων υποχρεώνονται να ψάξουν μια υπόγεια εγκατάσταση στα βάθη μιας χώρας της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., όπου διεξάγονται γενετικά πειράματα. Θα καταφέρει όμως η ταινία να είναι αντάξια της μουσικής; Και μόνο για τη μουσικότητα και το ειδικό επικό βάρος των κομματιών, πιθανολογώ ότι θα άντεχα να τη δω, αν έχει αξιόπιστη πλοκή (πράγμα δυστυχώς σπάνιο για τις κινηματογραφικές απιθανότητες των τελευταίων 20 χρόνων που περνούν ως «επιστημονική φαντασία»).
Ας μην ξεχνάμε ότι ανυπόφορες πατάτες όπως το "
Maximum Overdrive" δεν μπόρεσαν να τις ξεφλουδίσουν και να τις προσφέρουν στο κοινό ούτε οι AC/DC.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου