House Of Lords: "Saint Of The Lost Souls"

15/04/2017

Κατηγορία: Κριτικές

1143

Η μπάντα του James Christian δε μπορεί παρά να αγγίζει ευαίσθητες χορδές για όσους έζησαν την τραυματική μετάβαση από τα ‘80s στα ‘90s. Οι House Of Lords ήταν από τις ελάχιστες μπάντες που αποτελούσαν το συνδετικό κρίκο του λουστραρισμένου hair metal με το μελωδικό pomp παρελθόν των ‘70s, γι’ αυτό και υπήρξε ένα από τα πρώτα θύματα της – ευτυχώς αυτοάνοσης- grunge επιδημίας.

 

Από μουσική άποψη, είναι δύσκολο να μην αφυπνίσουν το hard rock dna, αφού η δισκογραφία τους, ιδίως κατά την δεύτερη, χωρίς τον ιδρυτή Gregg Giuffria φάση της καρριέρας τους (μετά το 2004), αποτελεί μια απτή απόδειξη ότι εξακολουθούν να γνωρίζουν πώς γράφονται τα κομμάτια. Γιατί την τέχνη της μελωδίας ο James Christian την κατέχει. Οι κιθάρες δεν φοβούνται να γίνουν heavy και με το που μπαίνει το κουπλέ, νιώθεις ότι έρχεται το κύμα του ρεφραίν. Μόλο που η φόρμουλα είναι ανιχνεύσιμη, παραμένει ευπρόσδεκτη. Ακόμη και τα fillers τους είναι σχετικά προσεγμένα.
Μικρές μόνον λεπτομέρειες είναι που μπορούν να κάνουν κάποια διαφορά σ΄αυτά τα 8 στούντιο άλμπουμ μετά το The Power & The Mythτου 2004. Αν τα ντραμς ακούγονται λίγο πιο «κανονικά», αν οι κιθάρες του Jimmy Bell αφήνουν πίσω τους κάποιο αξιομνημόνευτο σόλο.


Κάθε νέο τους άλμπουμ δεν αποτελεί πλέον καλλιτεχνική πρόταση, αλλά μια αξιοπρεπή συμβατική εκπλήρωση του συμβολαίου τους με την Frontiers, όσο και μια εξίσου αξιοπρεπής υπόσχεση ότι η καταναλωτική ανάγκη των ανά τον κόσμο οπαδών του “melodic rock” θα καλυφθεί.


Εδώ έχουμε δύο καινούρια πρόσωπα στο ρόστερ, τον Chris Tristram στο μπάσο αντί του Chris McCarvill, που ήταν μαζί τους τα τελευταία 10 περίπου χρόνια και τον Michele Lupi – που εδώ και δύο περίπου χρόνια παίζει με τους Whitesnake- να εμφανίζεται guest στα πλήκτρα και δίνει στο “Harlequin” μια επικολυρική χροιά, καλοδεχούμενη για εναρκτήριο κομμάτι.
Από το καινούριο αυτό άλμπουμ, σ’ ένα υποτιθέμενο best τους θα συμπεριλαμβάνονταν τα “Harlequin”, “Oceans Divide”, “The Art Of Letting Go” και “New Day Breakin’”, με το Hit The Wall” να έχει τον διάπλατο ήχο του A.O.R. που έχει αναθρέψει πλέον γενεές ρόκερ ανά τον κόσμο.
Για τους fans του ήχου αυτού, αυτονόητο απόκτημα. Για τους μικρούς σε ηλικία, το άκουσμα θα τέρψει, μπορεί και να τους οδηγήσει πιο πίσω, κάτι πάντα χρήσιμο. Για τους τουρίστες και τους πιουρίστες αδιάφορο.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου