Don Johnson: "Heartbeat"... από τον σκληρό του Μαιάμι!
Πέμπτη

16Οκτ

Don Johnson: "Heartbeat"... από τον σκληρό του Μαιάμι!

Δημοσιεύθηκε από:

16/10/2014

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

7758
Είμαστε στον Οκτώβριο του 1986 και η σειρά του NBC "Miami Vice", το πλέον αβανταδόρικο τηλεοπτικό προϊόν δράσης της δεκαετίας, ξεκινά να προβάλλεται για τρίτη σαιζόν.

H σειρά που «δείχνει εντελώς καινούρια και ξεχωριστή από κάθε άλλη, από την εποχή που βγήκε η έγχρωμη τηλεόραση» (σύμφωνα με το περιοδικό People) έχει σαρώσει σε τηλεθέαση, έχουν απονεμηθεί σε πλειάδα συντελεστών της Grammy και Χρυσές Σφαίρες (από πρώτου ανδρικού ρόλου, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, μουσικής, μοντάζ, δεύτερων ρόλων) και έχει γίνει το τηλεοπτικό happening αιχμής τα βράδια της Παρασκευής στην Αμερική (πολύ γρήγορα σε δεκάδες χώρες ανά τον κόσμο).
Ο 37χρονος φωτογενής πρωταγωνιστής της σειράς, ένας σκληρά δοκιμαζόμενος ηθοποιός με μιάμισυ δεκαετία αποτυχημένης καρριέρας μέχρι το '84, είχε γίνει πλέον ένα ακαταμάχητο
pop icon για τα '80s.



Δεν ήταν μόνον ότι ολόκληρο team από σκηνογράφους και στυλίστες (υπό τη μπαγκέτα του παραγωγού και σκηνοθέτη Michael Mann) πρόσεχαν ακόμη και το χρωματικό φόντο κάθε πλάνου, έντυναν τον πρωταγωνιστή και το υπόλοιπο καστ με τις τελευταίες δημιουργίες των Armani, Vercace και Hugo Boss, επιδρώντας καταλυτικά στο dress code της εποχής. Δεν ήταν μόνον ότι κάθε επεισόδιο περιείχε εμπνευσμένες μουσικές επιλογές από το σύγχρονη ποπ και ροκ σκηνή και πρωτότυπη μουσική επένδυση από τον μάγο των πλήκτρων Jan Hammer (για την οποία βραβεύθηκε με Grammy). Δεν ήταν μόνον ότι η δράση κυλούσε σε ράγες στέρεες, αφού το σενάριο γραφόταν από κορυφαία ονόματα που τα συζητάμε ακόμη και σήμερα (Michael Mann, αδελφοί Cohen, Abel Ferrara).
Δεν ήταν οι ανεξίτηλες
guest εμφανίσεις ολόκληρου του Hollywood και των αστέρων της μουσικής σκηνής (από Frank Zappa, Miles Davis, Eartha Kitt, μέχρι Leonard Cohen, Gene Simmons, Ted Nugent και James Brown) που διαγκωνίζονταν να εμφανιστούν στο "hottest show of the land". Κυρίως ήταν η λάμψη του πρωταγωνιστή, Don Johnson.
Μια λάμψη που από έναν πραγματικά ρηξικέλευθο χαρακτήρα. Από έναν 11χρονο από διαλυμένο σπίτι, μεγαλωμένο στο
Kansas, που σπούδασε θέατρο και ονειρευόταν πάντα να γίνει σταρ. Από έναν άνθρωπο που μέχρι τα 35 του είχε τρεις γάμους και πέντε παιδιά και μια σεβαστή δόση εξαρτήσεων να τον περιτριγυρίζουν. Ήταν, λοιπόν, κυρίως αυτή η αμετάφραστη recklessness της περσόνας του πρωταγωνιστή - έτη φωτός μακριά από το εξυπνακίστικο μετροσέξουαλ πρότυπο των αποτριχωμένων «αστυνομικών» των σημερινών CSI - που οδήγησε τους υπεύθυνους των στούντιο στη σκέψη ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή, ακριβώς τότε, το φθινόπωρο του '86, να αρμέξουν κι άλλο την νέα χρυσοφόρο αγελάδα που βρέθηκε στα χέρια τους.

Ηθοποιοί που οδηγήθηκαν να δοκιμάσουν καριέρα στα τσαρτς ως ποπ ή ροκ σταρ υπήρξαν αρκετοί, ιδίως μέσα στα '80s. Eddie Murphy, Patrick Swayze και Bruce Willis είναι οι πρώτοι που έρχονται στο μυαλό.  Όμως η περίπτωση του Don Johnson είναι από αυτές που δεν αποδείχθηκε ανέκδοτο.
Με χροιά φωνής κάπου μεταξύ Gregg Allman και Bob Seger, με μια ξεκάθαρα όμως δική του πρίμα -ποπ- φλέβα, ο μετά από 15 χρόνια στείρας καριέρας fortunate son απ΄το νότο, δοκίμασε την τύχη του με τον πρώτο προσωπικό του δίσκο και πέτυχε. Το άλμπουμ "Heartbeat", προεκτείνοντας το vibe της τηλεοπτικής σειράς και βάζοντας τον Johnson στο κέντρο μιας συλλογής από 10 ερωτικά κομμάτια που ταίριαζαν γάντι με τις ραδιοφωνικές επιταγές της εποχής, έγινε χρυσό. Το ομώνυμο single έφτασε στο Νο5 του Billboard και όλοι έμειναν ενθουσιασμένοι.
Η αξιοσημείωτη υποσημείωση στο όλο εγχείρημα είναι ότι τότε, που η δισκογραφία κινείτο πάνω σε παραδοσιακούς μηχανισμούς προώθησης (star system, ραδιόφωνο, MTV, πωλήσεις δίσκων, εμφανίσεις στην τηλεόραση), η βιομηχανία του θεάματος θωράκιζε τους επιλεγμένους για crossover πέρασμα στη μουσική σκηνή σταρ της, με τέτοιο υλικό και τέτοιους μουσικούς στη σύνθεση και στην εκτέλεση, ώστε το αποτέλεσμα ήταν μερικές φορές πραγματικά ποιοτικά άλμπουμ. Ανεξαρτήτως επιτυχίας, παράγονταν δίσκοι με αντοχή στον mainstream ποπ ανταγωνισμό - τότε στον κολοφώνα του- που όμως σέβονταν το κοινό τους.


Για το "Heartbeat" επιστρατεύτηκε μια πραγματική all star σύνθεση: Tom Petty και Bob Seger προσφέρουν από ένα κομμάτι τους ("Lost In Your Eyes" και "Star Tonight" αντίστοιχα), ο Bill Champlin (Chicago, για τους ασυγχώρητα αμνήμονες), ο Willy Nelson (o country & western ημίθεος - φίλος του Johnson), o Michael Des Barres (ένα από τα μεγαλύτερα ξοδεμένα ταλέντα των '70s, τότε μετά τη σύντομη θητεία του στους Power Station) και η Βonnie Raitt (πόσα Grammy μαζεμένα;) χρωματίζουν τα κομμάτια με εκπληκτικές δεύτερες φωνές, o τιτάνας Lenny Pickett (Talking Heads, Elton John, David Bowie, στη μπάντα του Saturday Night Live απ΄το '85) προτάσσει τα πνευστά του και μια επίλεκτη ομάδα κιθαριστών που σήμερα θα διαφημιζόταν ως περίπου Δευτέρα Παρουσία, γεμίζει τον ήχο (Ronnie Wood, Dickey Betts) και σολάρει (Dweezil Zappa στο κομμένο και ραμμένο για hit "Heartbeat", Stevie Ray Vaughan στο απολαυστικό "Love Roulette").
Μεγάλο χαρτί για τον τελικό, φιλικό στο αυτί, ήχο και ο παραγωγός Chas Sandford, που είχε μέχρι τότε δουλέψει με Stevie Nicks, John Waite και αμέσως μετά με Chicago και Roger Daltrey ως παραγωγός, συνθέτης, κιθαρίστας και ενορχηστρωτής. Στο άλμπουμ παίζει κιθάρα και έχει γράψει ένα κομμάτι ("Gotta Get Away"), με τα υπόλοιπα να είναι συνεργασίες κυρίως επαγγελματιών συνθετών των στούντιο. Μάλιστα σε δύο έχει συμβάλει συνθετικά και ο ίδιος ο Johnson ("Love Roulette", "Can't Take Your Memory"). Ένα άλμπουμ μελετημένο να αρέσει, στοχευμένο μεν προς το κοινό του Johnson, αλλά αντάξιο του επιπέδου όλων όσων συμμετείχαν σ΄αυτό.
Η συνέχεια δεν ήταν η αναμενόμενη. Το δεύτερο άλμπουμ του ζεν πρεμιέ ("Let It Roll"), με πιο rhythm and blues κατεύθυνση, με κάποια δικά του κομμάτια, διασκευές και συμμετοχές από Barbra Streisand, Bruce Kulick και Joe Lynn Turner ήρθε το '89, όταν το "Miami Vice" τελείωνε. Ένα φανερά μετέωρο βήμα προς τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, χωρίς να ξέρει τότε ότι αυτή είχε ήδη περάσει οριστικά την ακμή της.
Έτσι, το "
Heartbeat" με το φωνητικό αποτύπωμα του Don Johnson, παρέμεινε ένας ανεξίτηλος διάττων από ένα σύμπαν παρελθόν, γεμάτο παστέλ όνειρα, σινεματικό στυλ και αβίαστη μουσική κλάση. Για κάτι τέτοια δεν αξίζουν άλλωστε τα eighties;  

 

 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου