The Who, 1982. Ένα σκληρό κύκνειο άσμα
Κυριακή

2Οκτ

The Who, 1982. Ένα σκληρό κύκνειο άσμα

Δημοσιεύθηκε από:

02/10/2016

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

10710
«Μην τους κοιτάς αυτούς. Είναι πεθαμένοι και δεν το ξέρουνε». Η σιγουριά του με τάραξε. Το εξώφυλλο του δίσκου, αφημένο πρώτο στη στοίβα, πάνω στο γκρενά βελούδινο κουβερλί της τραπεζαρίας έμοιασε ξαφνικά σαν σκηνή απ΄το «Ζαφείρι και Ατσάλι». Τέσσερις τύποι κοκκαλωμένοι, σ΄ένα διάδρομο κλειστοφοβικό, με ένα πιτσιρίκι ανάμεσά τους, να έχει γυρίσει ανάγωγα την πλάτη.
Έτοιμοι να διακτινιστούνε σε άλλη διάσταση. Ή μήπως οι τύποι είναι πραγματικά πεθαμένοι; Τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός μου ο Κώστας. Αιώνας, όταν είσαι δώδεκα. «Παράτα τους γέρους, ρε. Αυτό θ΄ακούσεις». Και μου χώνει κάτω απ΄τη μύτη το “Dare” των Human League. Άσπρο με τη μούρη μια τύπισσας απ΄έξω, κλεισμένης μέσα σ΄ένα όρθιο παραλληλόγραμμο. Πραγματικά οι τέσσερις τύποι απ’ έξω δείχνανε σα γέροι. Παρά λίγο να με παρασύρει. Ευτυχώς μου έσωσε τη ζωή ο Alan Parsons. Φθινόπωρο του ’83.
Τα χρόνια πέρασαν. Κανείς δε μιλούσε γι΄αυτό το δίσκο. Γιατί άραγε; Το ελαφρώς κυρτωμένο αντίτυπο βρισκόταν πίσω – πίσω στο δισκάδικο της στοάς στο Μοναστηράκι. Δεν είναι υπερβολή. Με περίμενε εκεί, αζήτητο, για έναν περίπου χρόνο. Στριμωγμένο στα σιδερένια καφάσια με τα χύμα βινύλια των διακοσίων πενήντα.



Με τον Townshend να κοιτάει επιτιμητικά, τον Daltrey αποφασιμένο να βγει απ΄το κάδρο, τον Entwistle με το ριγέ κοστούμι, ψυχρό κι αδιάφορο σαν γκρουπιέρη λερού καζίνο. Και τον άλλο, τον ντράμερ, να στέκεται στο άσχετο, με στενή γραββάτα και σηκωμένα μανίκια, σα μπετατζής ντυμένος με τα καλά του στη γιορτή του σχολείου του μικρού του. Και τον πιτσιρικά, εκεί, επίμονα, με γυρισμένη την πλάτη σ΄όλους, όρθιος μπροστά από κάτι που για πρώτη φορά καθαρά στο εξώφυλλο: ένα ηλεκτρονικό φλιπεράκι, απ΄αυτά που υπήρχαν ακόμη στις τρύπες της Σόλωνος και της Πατησίων.
Μα γιατί επιτέλους κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό το δίσκο; Ως γνωστόν every dog has it’s day, οπότε ώρα για μια ματιά στο “It’s Hard”, που στο μυαλό όλων είναι το τελευταίο στούντιο άλμπουμ των υπέρτατων χούλιγκανς των ‘60s. Αρχές ’82. Ο Pete Townshend με εξιτήριο από κλινική αποτοξίνωσης της Καλιφόρνια, κορμί έτοιμο να ξανακυλίσει στη χημεία με την πρώτη ευκαιρία και κεφάλι γεμάτο ανασφάλειες. Κοντεύει να κλείσει τα 37 και δεν αντέχει να κουβαλά πλέον το ρόλο του οραματιστή που που φορτώθηκε απ΄την εποχή που μελοποίησε τα εσώψυχά του με την ιστορία για κείνο το κακοποιημένο, τυφλό και μουγγό παιδί που έγινε είδωλο. Η νέα δεκαετία είχε χτυπήσει τους Who αλύπητα. Δεν ήταν μόνο ο εκτροχιασμένος Keith Moon που έφυγε με ένα κάρο χάπια στο στομάχι -και ποιός ξέρει τί άλλο μέσα του- μετά από τη νιοστή νύχτα κρεπάλης το Σεπτέμβρη του ’78.
Ήταν η αγωνιώδης προσπάθεια του μάνατζμεντ να βάλουν τους απομείναντες τρεις να σταματήσουν το χρόνο μπλέκοντας με τα φιλμ, “The Kids Are Alright” και “Quadrophenia”. Οι 11 νεκροί φαν που πατήθηκαν προσπαθώντας να πάρουν καλύτερη θέση μπροστά στη σκηνή, στο Σινσινάτι, το Δεκέμβρη του ’79. Το μαστίγωμα απ΄τους διψασμένους για αίμα κριτικούς για το «άτονο» και «ακίνδυνο» “Face Dances” του ’81, με τον «νορμάλ» Kenney Jones να μοιάζει λίγος για το σκαμπώ που πριν ένα χρόνο και κάτι γέμιζε ο τρελλός Keith Moon. Ο Townshend είχε στα χέρια του ένα σχημα ξοφλημένο, γερασμένο, αναξιόπιστο. Εκείνος ο καταραμένος στίχος, “hope I die before I get old”, τους εκδικείτο ανελέητα 17 χρόνια μετά. Όλοι τους πλησίαζαν ολοταχώς τα σαράντα, ηλικιακή περιοχή αχαρτογράφητη στις αρχές των ‘80s για τους ροκ σταρ της πρώτης γενιάς.
Ο ήχος - ξυράφι και η «πολιτική» ρητορεία των Clash μεσουρανούσε μ’ ένα ροκ ν΄ρολ απρόβλεπτο, επικίνδυνο, τέτοιο που θά’ φερνε τους σιτεμένους ήρωες του Woodstock αντιμέτωπους με τη γελοιοποίηση αν επιχειρούσαν να ανταγωνιστούν 10 χρόνια νεώτερούς τους σε ορμή και νεωτερικότητα. Ακόμη και η επιτυχία του σόλο lp του, “Empty Glass”, είχε γυρίσει κι αυτή καταπάνω του, καθώς Daltrey και Entwistle τον κατηγορούσαν ότι κρατούσε τα καλύτερα κομμάτια για τα προσωπικά του άλμπουμ, αδιαφορώντας για την μπάντα. Προσπάθησε να τους πείσει ότι έπρεπε να σταματήσουν να περιοδεύουν. Να εξακολουθούσαν μόνο να ηχογραφούν.


Εκείνη η καταστροφική βραδιά στο Rainbow το ’81, όταν κατέβασε 4 μπουκάλια μπράντυ και πλακώθηκε με τον Daltrey στα καμαρίνια είχε κάνει την επικοινωνία ακόμη δυσκολώτερη. Ο ίδιος, κατά τύχη διασωθείς από τη σύριγγα και το μπουκάλι, ένιωθε ότι χρειαζόταν το όχημα των Who για αυτοκάθαρση, για να ξανανιώσει λειτουργικός. Συζητήσεις επί συζητήσεων και η τελική απόφαση ερμαφρόδιτη. Θα έφτιαχναν το τελευταίο άλμπουμ των Who. Θα έδιναν ό,τι είχαν στην ηχογράφηση, θα ακολουθούσε μια καλά διαφημισμένη Farewell Tour και μετά ο καθένας μόνος του.

Σαν βετεράνος δρομέας έτοιμος να δώσει τα σωθικά του σ΄ένα τελευταίο αγώνα, αφηφώντας το σώμα του που τον προδίδει, οι τρεις βετεράνοι και ο αδικημένος ντράμερ τους μαζεύτηκαν στο στούντιο του έμπειρου παλιόφιλου Glyn Johns στο Surrey, τον Ιούνιο του ’82. Το αποτέλεσμα ήταν, όπως γράφτηκε, ένα άλμπουμ στεγνό και ευθύ σαν παλιομοδίτικο δελτίο ειδήσεων. Όμως ο παλμός και η ευστοχία στα μουσικά θέματα ήταν εκεί, όσο και εκτός vogue να ακούγονταν, σε σύγκριση με το new wave και το A.O.R. που τότε κυριαρχούσε. Ο Townshend μέσα από οικονομικής διάρκειας κομμάτια καταπιάνεται με θέματα σχεδόν ενοχλητικά, σκιαγραφώντας έναν κόσμο χωρίς ιδανικά, κινούμενο μεταξύ ανομίας και κάλπικων προτύπων, κρατώντας σταθερά τη ματιά ενός προνομιούχου μεσήλικα, που κόντεψε να χαθεί στη δίνη της δόξας και σκοπεύει τώρα να απολογηθεί για τα ρηξικέλευθα οράματά του.
Ο Daltrey, παρ΄ότι αργότερα αποκήρυξε το άλμπουμ, δίνει μια σειρά από τις πιο συναρπαστικές ερμηνείες του (καταφεύγοντας συχνά στις τόσο χαρακτηριστικές του κραυγές) και ο Entwistle συνεισφέρει με τρία από τα καλύτερα – και πιο εύληπτα- κομμάτια του. Ο δε Kenney Jones αναδεικνύεται σε αφανή ήρωα, παίζοντας μακριά και έξω απ΄το στυλ του αδικοχαμένου τρελλού και κάνοντάς τους ν΄ακούγονται μοντέρνοι.
Tο εναρκτήριο “Athena” (US#28, UK#40 30/10/82), γραμμένο από έναν Townshend γοητευμένο μετά μια τυχαία συνάντηση χωρίς ανταπόκριση με την -πρότυπη μοιραία τότε- Theresa Russell (Nicolas Roeg, “Bad Timing”, μετά “Black Widow”), φέρνει έναν αέρα απ΄τα πρώτα τους άλμπουμ. Ηλεκτροακουστική, άτακτο μπάσο, κυκλοθυμικό πάθος από Daltrey (“She’s just a girl – she’s a bomb”).
Στο “It’s Your Turn”, τo μπάσο του Entwistle οδηγεί μέσα από πληθωρικά κήμπορντς ένα στίχο που ισοπεδώνει εξίσου τη νέα γενιά, αυτή των επίδοξων ειδώλων (“You can take the fans and the enemies - The little girls who squeeze and tease - Then pass on their social disease”), όσο και τη δική του, των απερχόμενων «βαμπίρ» της δόξας (“I know you - young and dumb - I know where you're comin' from - Don't know where you're goin' to - But I been there same as you - You're running out of ideas, And new hats to try on”).
To “Cooks County”, γράφτηκε μετά από ένα ρεπορτάζ για μια από τις λίγες νοσοκομειακές μονάδες στις Η.Π.Α. που πρόσφερε δωρεάν περίθαλψη σε φτωχούς και κατατρεγμένους κι έπαψε να λειτουργεί επειδή κρίθηκε «κοστοβόρα».
Το μονολοθικό ρεφραίν “People Are Suffering – I’ll say it again” χλευάστηκε κατά κόρον, προερχόμενο από έναν πρώην αμφισβητία και ειπωμένο πάνω στη δύση του, σε μια εποχή που Θάτσερ και Ρήγκαν έπιαζαν χωρίς αντίπαλο στο δυτικό κόσμο.
Μια εμβατηριακή κιθαριστική φράση (και τα δεύτερα από τον Tοwnshend) ανεβάζουν το “It’s Hard” καθώς ο στίχος αραδιάζει μια σειρά από πασίγνωστα δίπολα (“Any stud can reproduce - few can please/ Any kid can fly - few can land/ Everyone complains - few can state”), που σα να υπογραμμίζουν πόσο θα λείψει ένα ατόφιο σχήμα σαν αυτούς τα επόμενα χρόνια.


Στο “Dangerous” (για την επιδημική φοβία του πυρηνικού πολέμου - “We are the next step in evolution / The new stone age revolution”), ξανά το στιβαρό μπάσο του Entwistle βάζει το γκρουπ σ΄ένα φορμουλαρισμένο hard rock που πάντως ακούγεται δικό τους πάνω στα -σχεδόν new wave- πλήκτρα εποχής που το διατρέχουν.
Ακολoυθεί, χωμένο στο τέλος της 1ης πλευράς, το κρυφό όπλο του δίσκου, ονόματι “Eminence Front” (US#68, Ιαν. ’83). Mπαίνει ύπουλα, σ΄έναν cool swing ρυθμό που παραπέμπει σε lounge ατέλειωτων γιωτ, κολωνάτα ποτήρια και επίπλαστα χαμόγελα κι έχει έναν λιτό και πικρόχολο Τοwnshend να χρωματίζει με τα δικά του φωνητικά από την αρχή της τη δεκαετία της επιφάνειας (“Sun shines, People Forget/ They’re hiding/ on an Eminence Front/ It’s A Put On”).
Κομμάτι που παρέμεινε στο live set, με τον κιθαρίστα να παίζει το σόλο διαφορετικά κάθε βράδυ. 

Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το εξάλεπτο "I've Known No War", με βάση του ένα εμμονικό συνθεσάϊζερ - ωρολογιακή βόμβα. Μια ακόμη δυσοίωνη προειδοποίηση από και για όσους γεννήθηκαν στο τέλος του δεύτερου Μεγάλου Πολέμου, αλλά μεγάλωσαν ανύποπτοι από τη φρίκη του ("I've known no war/ and if I ever know it/The glimpse will be short/Fireball in the sky/… No frontline battle cries can be heard /and the button is pushed by a soul that’s been bought”).
Εναλλαγή διαθέσεων μ΄ένα από τα πιο υποτιμημένα κομμάτια στη δισκογραφία τους, μια νοσταλγική δίλεπτη ιδέα που θα μπορούσε να βρίσκεται στο Quadrophenia (“One Life’s Enough”) και κάνει κοντράστ με ένα ακόμη από τον πάντα αντιμέτωπο με κάποιο μητριαρχικό gal και γκαζωμένο Entwistle (“One At A Time”).
Το “Why Did I Fall For That” έχει την power pop ευαισθησία του “Faces Dances”, αλλά και πάλι οι στίχοι δαγκώνουν (“Nobody knows why we fell so flat/ Some silly creature said we'd never crack/ Most would just survive and then bounce back/ But the rest are crying "Why'd I fall for that crap?/ Why did I fall for that?”).
Για να έρθει ένα μικρό διαμάντι, το “A Man Is A Man” να θυμίσει ότι οι Who υπήρξαν στη βάση τους ένα γκρουπ που απευθυνόταν κυρίως στον αρσενικό ψυχισμό. Έναν ψυχισμό που πέρασε από τα σαράντα κύματα (θρασύτητα της νιότης, θυματοποίηση, ειδωλοποίηση, τσακισμένη αυτοπεποίθηση) και τώρα, προς τα σαράντα, κατασταλάζει (“When a man is a man/ He doesn't act to a plan/ He don't have to perform like John Wayne in some B feature flick/ A man is a man/ When he can offer his hand / Not afraid of appearing insane if he can't break a brick (…)/ A man is a man/ He can fall he can stand/ We won't love him more if he keeps his soul on the ice (…) He’s a looker, He’s a dresser , He’s a genius under pressure/ he’s a father/ he’s a brother/ he’s a rocker/ he’s a lover”). 
Και το άλμπουμ καταλήγει μ΄έναν μεγαλοπρεπώς κακόφωνο επιτάφιο.
Το "Cry if You Want", ένα γρονθοκόπημα από power-chords και ντραμς, γεμάτο αυτοβιογραφικές αλήθειες για την έκπτωση και την υποκρισία των ειδώλων που αναδείχθηκαν μοστράροντας αναχωρητισμό (“Maybe things were better then/ Before you led a promised life/ Rash commitments and heavy raps and left wing spiel all compromised/ You fall in love with other's wives/ Drive 'em nuts with empty lies/ Angry 'cos you lost the prize/ Forgot the color of their eyes – Cry If You Want” (...) “Don't you feel ashamed at all the bitterness you keep inside/ Does your ego save your face "I had a go - I really tried"/ Now you know your leaders lied/ Does it stop you acting snide/ Or are you still a boy that cried”).
Οι Who δεν ολοκληρώνουν απλώς το ρόλο τους ως το πιο “ear-shattering” συγκρότημα που σάρωσε τα sixties και επιβίωσε, αλλά περιλούζουν με πετρέλαιο στη σκηνή και αρχίζουν τα δοκιμάζουν τα σπίρτα. Πηδάνε στο χάος με το σκούτερ, όπως στο Quadrophenia. Δικαίως επιβίωσε σε όλες τις μεταγενέστρες ενσαρκώσεις των Who, από την τουρνέ των 25 χρόνων του ’89 έως και φέτος, που γιορτάζουν τα 50 τους. 

"Cry If You Want" performed live at Shea Stadium, NY on Oct. 12, 1982.
Το “It’s Hard” ήταν το πρώτο άλμπουμ των Who που κυκλοφόρησε σε cd και το μόνο που δεν έγινε πλατινένιο. Κι όμως, όσο περισσότερο απομακρύνεται κανείς από το συγκρουσιακό ’82 και ακούει το άλμπουμ απροκατάληπτα, ανακαλύπτει γιατί ακόμη και σ΄αυτό το τελευταίο τους άλμπουμ, εκεί πάνω που ο κόσμος ένιωθε ότι τους χρειαζόταν λιγώτερο, εκείνοι κάνουν μια έξοδο σφιχτοδεμένοη, αποφασιστική, περιφρονώντας ότι όλοι και όλα είναι εναντίον τους. Οξείς και αυτοκαταστροφικοί όπως στο ξεκίνημα, αλλά με την συναίσθηση ότι οφείλουν να αποκαλυφθούν και να αποκαλύψουν σε όλους την αλήθεια. Δεν υπήρξαν παρά ελάχιστες μπάντες σαν κι αυτούς.

Υ.Γ.1: Ακολούθησε μια τετράμηνη θριαμβευτική περιοδεία σε στάδια στην Αμερική, μπροστά σε πολλές δεκάδες χιλιάδες κάθε βράδυ, με σαπόρτ τους Clash. Παράδοση σκυτάλης είπαν όλοι, ελπίδα όμως που έμελλε να είναι βραχύβια, καθώς ένα χρόνο μετά διέλυσαν στην ουσία και οι Clash.

Υ.Γ.2: Όποιος έχει δει εφιάλτες τα σκοτενά βράδυα της προεφηβείας με το «Ζαφείρι Και Ατσάλι» με τον Ντέϊβιντ ΜακΚάλλουμ είναι δικός μου άνθρωπος.

Υ.Γ.3: Δεν ήταν τύπισσα στο εξώφυλλο του “Dare”, ήταν ο Phil Oakey. Ευτυχώς που τη γλύτωσα.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου