Για τον Ντίνο Κωστάκη (Spitfire): “SO MANY NIGHTS...”.
Τετάρτη

5Οκτ

Για τον Ντίνο Κωστάκη (Spitfire): “SO MANY NIGHTS...”.

Δημοσιεύθηκε από:

05/10/2016

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

32901
«Θα ξαναπαίξουμε, ρε, το πιστεύω !». Ο Ντίνος Κωστάκης, αδυνατισμένος, αλλά με τη φωτιά να καίει στα μάτια του, ξανασυναντά τον «αδερφό του», τον κιθαρίστα Ηλία Λογγινίδη και τον άνθρωπο που τους βρήκε και τους έβαλε στο χάρτη σαν μπάντα, το Γιάννη Κουτουβό. Σε μια βεράντα κάπου στη Ρόδο με εκπληκτική θέα. Με το εγγονάκι του να παίζει αμέριμνο. Και τον ίδιο να αγναντεύει καθηλωμένος στην από κατασκευής στενάχωρη αναπηρική του πολυθρόνα.
Το Σεπτέμβριο του 2012 έγινε από τις κινηματογραφικές «Νύχτες Πρεμιέρας» η πρώτη προβολή του ντοκυμανταίρ «Spitfire : Back To Zero» του Βαγγέλη Ρήγα στον «Δαναό 1». Για όλους τους παρευρισκομένους ήταν μια από κάθε άποψη συγκλονιστική και ιστορική εμπειρία.
Η πηγαία συγκίνηση είναι κάτι δύσκολο να το διαχειριστείς όταν είσαι πίσω από την κάμερα. Πόσο μάλλον όταν φτιάχνεις μια αληθινή ιστορία, ένα ντοκυμανταίρ, που δεν πρέπει να καταλήξει μελό ή παρελθοντολαγνική χλαπάτσα. Η ιστορία όμως των Spitfire, του μεγαλύτερου έως και σήμερα ελληνικού χέβυ μέταλ συγκροτήματος είναι μια ιστορία με τέτοια σπάνια και πλούσια ανθρώπινη πρώτη ύλη, που και μόνο η αφήγησή της, αναδεικνύει αισθήσεις ακόμη και για τον αμύητο, υπογραμμίζει ποιότητες υποτιμημένες όπως η αξιοπρέπεια ή το να είσαι ασυμβίβαστος από επιλογή και ανακαλεί μνήμες μοναδικές για όλους τους από σαράντα και πάνω όπως η αφεντιά μου. Είναι λοιπόν άτιμο και υποκριτικό να προσπαθήσεις να συγκρατήσεις τη συγκίνηση. Νιώθω την ανάγκη να ξεκινήσω μ΄αυτό, γιατί είμαι σίγουρος ότι δεν έμεινε άνθρωπος ασυγκίνητος εκείνη την ιστορική βραδιά στον «Δαναό».
Οι Spitfire να παίζουν σε σκηνή με πλάτος ενάμισυ μέτρο κάπου στο Αιγάλεω το ’84 και παρ’ όλες τις ανύπαρκτες συνθήκες της εποχής (και με το ψιλομπλαζέ κοινό από μακρυμάλληδες ρούκουνες και ψιλοάσχημες γκόμενες να περνάνε ξυστά από μπροστά τους) ν’ ακούγονται καμπάνα, παίζοντας το “Lady Of The Night”.
Οι Spitfire να παίζουν σε μια κατάμεστη Πλατεία Ομόνοιας, μέρα - μεσημέρι το ’87 και ο κόσμος να κρέμεται σαν τσαμπιά από τα συντριβάνια και τα κτίρια.
Οι Spitfire να παίζουν στην Αυτοκίνηση το ’87 και να γίνεται κόλαση, να παίζουν στο Ρόδον το ’90 και να χοροπηδάνε και οι τοίχοι, να παίζουν στο Little Wing και να «φρακάρει η εξώπορτα από τον κόσμο». Να παίζουν στη Ριζούπολη το Μάϊο του΄86 (την πρώτη «κανονική» μεταλλική συναυλία – ξεχνιούνται αυτά;).
Ο ηχολήπτης Άκης Γκολφίδης να καταθέτει ένα από τα λίγο γνωστά γεγονότα που οδήγησαν στην καταγραφή αυτού του εκπληκτικού δίσκου, του “First Attack”, πίσω στο ΄86. «Αυτή η κονσόλα την είχε χειριστεί κάποιο μικρό γκρουπ … της εποχής. Το γκρουπ αυτό λεγόταν Pink Floyd και ο κύριος που είχε καθίσει πίσω της λεγόταν Alan Parsons».
Σχεδόν όλη η ελληνική σκηνή (για την ακρίβεια οι περισσότεροι παλιοί και κάποιοι νεόκοποι επαγγελματίες του χώρου που ευτυχώς φάνηκαν ταιριαστά χαμηλόφωνοι στις μαρτυρίες τους) πέρασε μπροστά από το φακό του Βαγγέλη Ρήγα. Αξίζει να πεις ορισμένα πράγματα εδώ για το σκηνοθέτη. Σπάνια ένας φαν δεν ενδίδει στην αγιοποίηση του «αγαπημένου του» συγκροτήματος, αλλά δείχνει πώς έχει μελετήσει – από τη θέση του φακού, από τα κοντινά πλάνα και το σχολιαστικό μοντάζ ακόμη και των (από τη φύση τους πεζών) μικροσυνεντεύξεων – την ουσία του τί υπήρξε και του τί εξακολουθεί να πρεσβεύει αυτή η μπάντα, οι Spitfire.


Του τί καπνό φουμάρουν οι άνθρωποι που τη γέννησαν, που ίδρωσαν, που πόνεσαν γι΄αυτήν. Σε τελική ανάλυση, ο Ρήγας απέδειξε ότι έχει κατανοήσει ακριβώς γιατί ακολουθούν το συγκρότημα και ταυτίζονται με τα κομμάτια του οι γενιές των μεταλλάδων για πάνω από 30 χρόνια τώρα.    
Εκεί όμως που ο σκηνοθέτης έχει πετύχει ακόμη περισσότερο, είναι στο να αφήσει προσεκτικά να αναδειχθούν οι τρεις μορφές που διατρέχουν την ταινία.
Ο Ηλίας Λογγινίδης, ακριβώς όπως είναι στην πραγματικότητα. Ευθύς και ακαριαίος, με το αστείο στην κωλότσεπη, τρομερός κιθαρίστας (αντικειμενικά) και  φανατίλα με τη μουσική, η προσωποποίηση μιας ακατάβλητης αυτοπεποίθησης, αυτό που λένε «έφηβος με τριάντα τόσα χρόνια εμπειρίας». Αφοσιωμένος στην κιθάρα του, πωρωμένος στα σόλο του, άνετος όταν οδηγεί το σχολικό λεωφορείο στην «κανονική» του ζωή.
«Στη ζωή, δεν μπορείς να πέφτεις και να μένεις πεσμένος. Πρέπει να προχωράς με ό,τι καλύτερο έχεις». «Για άκου καλά αυτό που μόλις είπες», λέει στον Κουτουβό, σε μια από τις καλύτερες σεκάνς της ταινίας, μια γνήσια λογομαχία ανθρώπων που κάποτε τους ένωναν δεσμοί στέρεοι που δεν υπάρχουν πια, αλλά έχουν αφήσει τα σημάδια τους.
Μιλάνε για το τί πήγε στραβά με το γκρουπ, μετά το ατύχημα του Κωστάκη. Ο Λογγινίδης λέει: «Είπες, η μπάντα είναι σαν την οικογένεια. Ναι, είναι σαν οικογένεια, που έχει τον πατέρα τη μητέρα τα παιδιά… Ε, λοιπόν, πεθαίνει ο πατέρας και σύ τι μου λες; Ότι, επειδή πέθανε ο πατέρας, τώρα πρέπει η οικογένεια να αλλάξει όνομα, να λέγεται αλλιώς». Και ο «ΔΑΝΑΟΣ» κατακλύζεται από αυθόρμητο, πανηγυρικό χειροκρότημα.

Αντίστοιχα αβίαστα αναδεικνύεται από το φακό του Ρήγα και η συμβολή στην όλη ιστορία του Γιάννη Κουτουβού. Ο Γιάννης Κουτουβός, (όσο κι αν συνιστά υπεραπλουστευτική ανάγνωση της ιστορίας το να πιστώνεις τάσεις και φαινόμενα σε μεμονωμένα πρόσωπα) είναι από τους ανθρώπους που είχαν καταλυτική συμβολή στο ότι ακούμε σήμερα χέβυ μέταλ στην Ελλάδα.
Είναι αυτός που με τις συμπυκνωμένες κριτικές του και τα αρθράκια του στο «Χέβυ Μέταλ», εκεί στα ’85-’86 μας έμαθε να διαβάζουμε τη μουσική «ανάμεσα απ΄τις γραμμές» αυτών που έγραφε και να ακούμε ροκ και μέταλ μαντεύοντας τη σημασία αυτών που παρέλειπε να γράψει.
Είναι γνωστό ότι μπήκε μπροστά στη δημιουργία του πρώτου μέταλ εντύπου, αυτός βρήκε τους
Spitfire, τους επέβαλε βάζοντας πλάτη απέναντι στη λαϊκοκρατούμενη δισκογραφία και βοήθησε, μαζί με μια σειρά από άλλα κρίσιμα πρόσωπα στο να ηχογραφηθεί το ανεπανάληπτο “First Attack. Κάθε του κουβέντα μεταφέρει μια σοφία τσακισμένη από τα τόσα χρόνια στη μουσική βιομηχανία της Ψωροκώσταινας. «Δεν σου είπα να σταματήσεις, σου είπα να κάνεις ένα καινούριο ξεκίνημα. Με καινούριο όνομα. Θα έβρισκες άλλο Ντίνο; Δεν θα έβρισκες…». «Εγώ, κοιτάω ψηλά, δεν μπορώ να συμβιβαστώ με τα χαμηλά» λέει στο Λογγινίδη, εξηγώντας γιατί επέμενε να αλλάξει όνομα το γκρουπ μετά το ατύχημα. «Το ξέρεις ότι εγώ έβαλα υποθήκη 18 μήνες από το μισθό μου για το First Attack;».
Η παρουσία όμως που κυριαρχεί είναι του Ντίνου Κωστάκη. Η συνάντησή του με τους άλλους δύο είναι από τα συγκλονιστικότερα πράγματα που έχουν κινηματογραφηθεί τελευταία. «Είμαι εικοσιπέντε χρόνια έτσι ρε, το πιστεύετε;» λέει χαμογελώντας πικρά.
«Τελικά, με επιμονή και προσπάθεια, επειδή δεν το βάζω κάτω, κάτι έγινε. Γιατί εκείνη τη νύχτα, άκουγα από πάνω μου τους γιατρούς να λένε ’’άμα δεν ανοίξει τα μάτια του μέχρι το πρωί, πάρτε του μέτρα’’». «Ηλία, ξέρεις τί δε θέλω; Δε θέλω να με λυπάσαι ρε…».

Πρέπει να είμαστε όλοι περήφανοι γι΄αυτόν τον άνθρωπο. Δεν χωρά στην περίπτωσή του σκέψη του τύπου «αν δεν είχε πάθει το ατύχημα…». Γιατί και μόνο τα κομμάτια αυτά του First Attack”, έχουν υπάρξει αρκετά για να καταγράψουν στο διηνεκές το απαράμιλλο ταλέντο του, μια μέταλ φωνή που όμοιά της δεν έχει ξανακουστεί. Όταν οι τρεις τους μπαίνουν στο σαλόνι του σπιτιού του Κωστάκη στη Ρόδο και του βάζουν κάτι βιντεοκασσέτες με παλιές συναυλίες των Spitfire, τα μάτια του ανοίγουν από λαχτάρα, καθώς ξεκινά να τραγουδά το “Whispers” : “So many nights, when I need to hear your voice…”. Και ο «ΔΑΝΑΟΣ» ξεσπάει πιο πολύ από κάθε άλλη φορά σε παρατεταμένο χειροκρότημα.
Παράλληλα με τις ανθρώπινες ιστορίες, το ντοκυμανταίρ “Back To Zero” πετυχαίνει να δώσει και κρίσιμα πράγματα για τις συνθήκες μέσα από τις οποίες η μπάντα Spitfire έζησε δια πυρός και σιδήρου από τα πρώτα της βήματα έως και σήμερα. Μέσα σ’ ένα τυχοδιωκτικό και ξενε-ροκ μουσικό κύκλωμα, μέσα στη μουσική βιοτεχνία της λαϊκογκλαμουριάς, έχοντας αντιμετωπίσει απατεώνες διοργανωτές συναυλιών, άσχετους «ειδικούς» μουσικοκριτικούς, φθονερούς «φίλους» που αντιγράφουν πειρατικά τις κασσέτες με τα καινούρια τραγούδια και τα πουλάνε στο Μοναστηράκι, αλαζόνες μουσικούς που θέλουν να γίνουν ροκ – σταρ της μιας βραδιάς. Σε μια πνιγηρά μικρή χώρα όπου το ταλέντο ευτελίζεται, αγνοείται, απαξιώνεται ή - στην καλύτερη - εκπορνεύεται, η πορεία των Spitfire μας λέει ένα πράγμα : ότι όποιος έχει το ταλέντο, πρέπει πρώτα απ΄όλα να παλεύει μέχρι τέλους για να διασώζει την ψυχή του.
Το κυριώτερο στη ζωή είναι τί θ΄αφήσεις πίσω σου. Οι Spitfire, η μπάντα (πρωτίστως) του Ηλία Λογγινίδη και του Ντίνου Κωστάκη την οποία βρήκε και ανέβασε στο πάλκο ο Γιάννης Κουτουβός, είναι από τους λίγους ευτυχείς που έχουν καταφέρει να γράψουν στην πέτρα (in rock, σα να λέμε), ανεξίτηλα, με τα τραγούδια και τη στάση ζωής τους μια μεγάλη αλήθεια. Που, όπως κάθε μεγάλη αλήθεια, υπερβαίνει και τους ίδιους σαν άτομα. Ότι όλοι είμαστε εδώ για να καταθέτουμε αξιοπρέπεια και αλύγιστο πάθος για ζωή. Έτσι έκανε και ο Ντίνος Κωστάκης, μέχρι το τέλος.
 
Έτσι είναι, κατά πως το λέει ο Ηλίας Λογγινίδης: «Όταν είσαι Χέβυ Μέταλ, δεν γερνάς ποτέ, αγόρι μου!»

Παναγιώτης Παπαϊωάννου