“Rock N’ Roll. It satisfies my soul”
Τετάρτη

1Νοέ

“Rock N’ Roll. It satisfies my soul”

Δημοσιεύθηκε από:

01/11/2017

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1278
30 Οκτωβρίου ’87. Με το που άλλαξε η ώρα, ο ουρανός πάνω απ’ την πόλη ντύθηκε τη γνώριμη χειμερινή φορεσιά, γκρι του ασοβάτιστου τσιμέντου, προς σκοτωμένο μαύρο, χλαίνη εξόριστου αντικαθεστωτικού σε σιβηρικό γκουλάγκ.
Βρόχες ψιλές, βρόχες θρηνητικές, βρόχες αναποφάσιστες. Μικρές θαμπές μέρες, μεσημέρια σαν λιπόθυμα απόβραδα, λάμπες φθορίου ανοιχτές μες την τάξη από τις εννιά το πρωί, μυρωδιά από σάπια φύλλα και γλιστερά πεζοδρόμια και γκρι, γκρι μέχρι να γονατίσουμε.
Υγρασία που τρυπούσε τα γόνατα, μικρές λίμνες χθεσινής βροχής, μικρές, μεγάλες, όλες αμετάπειστα γεμάτες, σπαρμένες από το δρόμο έξω απ’ το σπίτι, ως το πλατύσκαλο του σχολείου, από τη μέση της αυλής, ως τα όρια της ρακέτας στο γηπεδάκι του μπάσκετ -άντε βάρα μία συν μία βολές από κει μέσα.
Ενάμισης μήνας Τρίτη Λυκείου και ο Τρίτσης είχε φέρει τα πρώτα δώρα :
Δε θα μετράει καθόλου ο βαθμός της Πρώτης και της Δευτέρας στις Πανελλαδικές. Τζάμπα πηγαίναμε δύο χρόνια φροντιστήρια, σα μαλάκες. Ευτυχώς όμως, που για μας του κατατρεγμένους των δεσμών, των φροντιστηρίων και των επαναλήψεων, υπήρχανε και τα βοηθήματα. Όχι τα λυσσάρια του Πατάκη, αυτά ήτανε περισσότερο για τους άλλους. Μιλάμε για τα αλάθητα μουσικά βοηθήματα.

Μετά το σχολείο κόβω δεξιά αντί για αριστερά και μπαίνω στο δισκάδικο του Σπάϋρους του Ζλεγιέρ (είναι μεγάλη ιστορία). Βγαίνω με την κόκκινη σακκούλα, πού’χει πάνω της ένα πεντάγραμμο και τη σκιά απ΄ το λαιμό μιας ηλεκτρικής κιθάρας, γεμάτη.
Hxoγραφημένος στα Master Rock Studios του Λονδίνου ο 8ος δίσκος των Motorhead έχει κυκλοφορήσει στις 5 Σεπτεμβρίου του ‘87. Ο ήχος του Guy Bidmead ξερός και καθαρός, σκέτο ματσακόνι στο βρωμερό 4x4, το τραυματισμένο από χίλιες μάχες στο Ελ Αλαμέϊν τζιπ του χωρίς χρίσμα Αρχηγού μας, του Lemmy.
Ο Wurzel και Phil Campbell γεμίζουν τα αυλάκια με σόλα που ουρλιάζουνε σαν ατάϊστα μωρά και ο αρχιαλητήριος Philthy “Animal” Taylor έχει – ωσανά – επιστρέψει πίσω στα τύμπανα, με περισσότερα κιλά, κομμένο γάντι –βολικό μέρος για νά’χει πρόχειρες κάποιες πρώτες βοήθειες, προφανώς- και μια λευκή τούφα στο ανατιναγμένο του μαλλί, ύποπτη για τα 33 του χρόνια. Ο Αρχηγός έχει «τραγουδήσει» τα φωνητικά αφ’ ότου πέρασε μια γενναία φαρυγγίτιδα, κάτι που βέβαια κανείς μας δεν είναι δυνατόν να διακρίνει στο τελικό αποτέλεσμα, πόσο μάλλον να πάρει στα σοβαρά.
Το υλικό, πιο στρωτό από άλλες φορές, κάνει τον βρετανικό τύπο να προσπεράσει, υπενθυμίζοντας ότι οι μέρες που ο Lemmy βρέθηκε στο Νο 1 της Αγγλίας είναι και θα παραμείνουν παρελθόν. Και το δικό μας το “Heavy Metal” δεν πάει πίσω.



Στο τεύχος Οκτωβρίου το άλμπουμ παίρνει βαθμολογία μόνο 68/100. Αλλά ποιός νοιάζεται;
Το ομώνυμο είναι ένα νέτο σκέτο φιξάκι αδρεναλίνης, με τα τύμπανα του Philthy ατμομηχανή, σαρωτική σαν αυτήν πού’ χει απ’ έξω το “Orgasmatron”. Το “Blackheart” έχει μια ξέχειλη κουταλιά πίκρας στο ρεφραίν, σόλα καπακωτά απ’ τις δύο κιθάρες και μερικά μέτρα στη μέση που το μπάσο συντονίζεται σαν πρωτοπυγμάχος σε μπουκέτα προπόνησης. Tο “Stone Deaf In The USA”, μικρό δαιμονισμένο ξαδερφάκι του “No Class”, με τα ονόματα απ’ τις πόλεις και τα αεροδρόμια της Αμερικής να πετιούνται σαν άδεια σφηνοπότηρα από δω κι από κει.
Τα “Traitor” και “Dogs” έχουν έναν ξερό, πανκ ήχο και στάζουν δηλητήριο (“lick the hand, we leave our land todogs), ενώ το “Boogeyman” έχει σφηνωμένη μέσα του μια δωδεκάμετρη μπασογραμμή που ξυπνάει και νεκρό. Υπάρχει κι ένα πρωτόγνωρα στρωτό, σχεδόν μελωδικό, hard rock κομμάτι που αφήνει για πρώτη φορά να φανεί κάτι που μοιάζει με ρωγμή ρομαντισμού στην μιας δεκαετίας στιχοπλοκή του Ian Kilmister (“Tough guys never cry, but thatll be the day I die, speaking your name), το “All For You”.
Ο Michael Palin των Monty Python, ιδιοκτήτης των Master Rock Studios, εμφανίζεται λίγο πριν σκάσουν οι διπλές μπότες του “The Wolf” σ’ ένα απολαυστικό μονόλεπτο ευχολόγιο προς τη μπάντα. «Είναι ευχάριστο να γνωρίζεις έναν από τους ήρωές σου who doesnt turn out to be a cunt», θα συνοψίσει ο Lemmy.
Επαξίως γνωστό track γίνεται βέβαια με τη μία το Eat The Rich”, που είχε ξεμείνει από τα ένα χρόνο παλιά sessions του Orgasmatron, με τον Bill Laswell στην κονσόλα. Ένα τέρας μπάσο - μπετονιέρα και διεστραμμένη slide κιθάρα, με τον Αρχηγό σε ορισμένους από τους πιο πετυχημένους μεταφορικούς στίχους του, ν’ αναμιγνύει εξωτικά πιάτα με θανάσιμα αμαρτήματα.
«Λένε η μουσική είναι η τροφή του έρωτα/ Για να δούμε άμα πεινάς πολύ
Πάρε μια μπουκιά, πάρε κι άλλη, σαν καλό παιδί / Βάλε λίγο γλυκάδι από δίπλα
Σπιτικό, μαγειρευτό, ανθρωποκτόνο…»
«… Φά’ το όλο, φάε εσένα, φάτο μου/ Φάε δύο, πάρε κι ένα τζάμπα
Αλογάκι πόνυ με έξτρα πεπερόνι/ Σήκωσ’ το τηλέφωνο και πάρε
Φάε Ελληνικό, Φάε Κινέζικο/ Φάε σαλάτα, βούτα στη λίγδα
Είσαι στο ράφι, φάε και σένα/ Έλα και δάγκω μου το κόκκαλο»
«Κει που κάθεσαι με τ’ ακριβό σου το σμόκιν/ Για δες τη δικιά μου μπέϊκον τορπίλα».
Ο Σγόντζος στο «Μουσικό Καλειδοσκόπιο» το έβαλε μια φορά και τό’ κοψε στη μέση, μόνο και μόνο για να τον δείξει η κάμερα να έχει κλείσει και τα δύο του αυτιά, νά’ χει σκύψει σε μια έκφραση πόνου και να λέει «Εντάξει, τελείωσε;» - τέτοια χαριτωμενιά. Το κομμάτι έγινε κάτι σαν το μουσικό θέμα της ομώνυμης μαύρης κωμωδίας του Peter Richardson, που, όπως διαβάσαμε αργότερα, προβλήθηκε τον Οκτώβριο του ’87 στην αγγλική TV. Ένα ετερόκλητο γκρουπούσκουλο περιθωριακών κι αδικημένων καταλήγει να διευθύνει ένα high class εστιατόριο, όπου συρρέει όλη η χλιδάτη σαπίλα της πολιτικής και των οικονομικά ισχυρών. Εκεί, οι losers θα πάρουν την εκδίκησή τους. Έναν – έναν τους σκοτώνουν και τους ταίζουν, μεθοδικά όσο και μαεστρικά γαρνιρισμένους ως γκουρμέ γεύμα, στους ομοίους τους. Ο Lemmy παίζει τον εαυτό του, καθώς περιφέρεται από πλάνο σε πλάνο ως ένας πρώην έμπορος ναρκωτικών που έχει γίνει πράκτορας των Σοβιετικών και ντηλάρει όπλα. «Οι κακοί έχουν πάντα όλη την πλάκα», έχει πει στις 13 Σεπτεμβρίου στο ΝΜΕ.


Και αυτό το «ερωτικό» κομμάτι, το “All For You”; Οι φήμες ότι το έχει γράψει για την Wendy O’ Williams ή την Kelly Johnson των Girlschool δίνουν και παίρνουν. Στην ίδια συνέντευξη στο ΝΜΕ, αποφεύγει να επαληθεύσει ή να διαψεύσει: «Δεν είμαι ρομαντικός σε στυλ “Judy, καρδιά μου, σ’ αγαπώ”. Το ειδύλλιο τον έχω στο μυαλό μου σαν τον Τιτανικό, το πιο όμορφο πλοίο στον κόσμο, με τους πιο όμορφους ανθρώπους, που όμως πάει κατευθείαν στον πάτο. Θεωρώ τον ο έρωτα σαν κάτι που δε θα μπορούσε να είναι αληθινό. Σαν θρύλο».
Μέσα στο φθινόπωρο του ’87, το καραβάνι των Motorhead, 15 άτομα στοιβαγμένα σ’ ένα λεωφορείο, βγαίνει στο δρόμο. Πρώτα το Νησί, μετά Γερμανία, Γαλλία, Ουγγαρία, Φινλανδία.  Για τρεις βραδιές στο Σπόρτινγκ, Σάββατο 12, Κυριακή 13 και Δευτέρα 14 Μαρτίου του ’88 το καραβάνι θα περάσει κι από τα μέρη μας. Ο πανζουρλισμός της μεταλλικής κοινότητας άνευ προηγουμένου, σε πλήρη και εκκωφαντική – κυριολεκτικά- αντίθεση με το καθωσπρέπει, «μοδάτο» μουσικό καθεστώς της εποχής.

Άνοιξη του ’88, με Marlboro ανά χείρας, άσπρη μπότα, ζώνη με φυσίγγια και Wrangler από πάνω ως κάτω, ο Lemmy εμφανίζεται στο ντοκυμανταίρ της Penelope Spheeris, “The Decline Of Western Civilization Pt. II – The Metal Years” να απαντάει με το αδιαπέραστο φλέγμα του στις προβοκατόρικες ερωτήσεις στις σκηνοθέτιδας. «Τί έχεις να πεις για τους “good looking rock nrollers”;». «Καλή τους τύχη, μακάρι νά’ μουνα και ’γω απ’ τους ωραίους».

Αργότερα μέσα στο ‘88 η περιοδεία θα καταλήξει στο L.A., την αχανή θέα του οποίου στον ωκεανό ο Αρχηγός θα επιλέξει ως μόνιμη βάση του, απ’ τα 43 του χρόνια και μέχρι το τέλος της ζωής του. Λίγο καιρό μετά, θα κλείσει στόματα για μια ακόμη φορά, μιλώντας στο αγγλικό Kerrang! : «Είμαι περήφανος που κρατάω από τα μέρη αυτά, αλλά δεν είναι απαραίτητο να παγιδευτώ in bloody England όλη μου τη ζωή για να το αποδείξω. Εκεί έχει ήλιο κάθε μέρα. Ό,τι εποχή του χρόνου και νά’ ναι, τα θηλυκά φοράνε όσο το δυνατόν λιγώτερα ρούχα. Και όλα τα πράγματα στην αγορά τα βρίσκεις στη μισή τιμή απ’ ότι στην Αγγλία. Και τώρα, σας ακούω. Τί λέγατε;».
Όσο για το Rock N’ Roll” ως δίσκο, παρά το επιβλητικό εξώφυλλο του Petagno, οπωσδήποτε υπολείπεται από τους πιο δυνατούς στη δισκογραφία τους. Όμως ποιός δίνει σημασία;
«Έχουμε κάνει μακρύ δρόμο από κείνο το πρώτο άλμπουμ. Δε μπορώ όμως να δώ την μπάντα με όρους κορύφωσης ή παρακμής. Αν είναι οι Motorhead σαν οργασμός; Μμμ, είμαστε συνέχεια μέσα σ’ αυτή τη δουλειά, αλλά όσον αφορά τη μουσική, είναι σα να πηδάς την ίδια σύντροφο, κι αυτή να φοράει διαφορετική περούκα κάθε φορά. Αν και μερικές φορές μοιάζει σα να πηδάς την ίδια γκόμενα υπερβολικά συχνά. Την ξέρεις την αίσθηση; Όταν στην πραγματικότητα δεν το θες και πολύ, αλλά το θέλει εκείνη κι εσύ στο τέλος υποκύπτεις, γιατί τη γουστάρεις έτσι κι αλλιώς». 
Καθώς τα χρόνια περνούν, το “Rock N’ Roll” ακούγεται όλο και περισσότερο υποτιμημένο. Όλο και πιο οικείο, γι’ αυτό και πιο άξιο μέσα στις ατέλειές του. Όπως δικαιωματικά ακούγονται και πολλοί άλλοι δίσκοι που μας συντρόφευαν στα αναλογικά, με βελόνα και μαγνητοταινία, φθινόπωρα της εφηβείας μας.
«Είμαι τυπικός Αιγόκερως. Ένα περίεργο ζώδιο, πολύ σκοτεινό. Μπορώ να δω την ομορφιά σε κάθε μαύρη πλευρά της ζωής (...). Η μετεμψύχωση είναι η μοναδική θρησκευτική θεωρία που βγάζει κάποιο νόημα για μένα. Κάνεις καλό, πας ψηλά. Κάνεις κακό, πέφτεις χαμηλά. Και μετά επανέρχεσαι, μέχρι να τα καταφέρεις (...). Εγώ κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, κάτι που γενικά είναι ό,τι περισσότερο μπορεί να πετύχει κανείς. (...) Εδώ, απλώς ήθελα να βγάλω ένα δίσκο μ’ αυτόν τον τίτλο. Το τραγούδι τα λέει όλα: I’ve been loving rock n’ roll, it satisfies my soul».

Υ.Γ.: Το δεύτερο καλύτερο κομμάτι του δίσκου μετά το ομώνυμο, για χρόνια βρισκόταν στη στούντιο εκτέλεσή του μόνο στη δεύτερη πλευρά του single “Eat The Rich”. Ένα mid tempo ερπυστριοφόρο, με τον τίτλο “Just ‘Cos You’ve Got The Power” και τον Αρχηγό στον πυργίσκο, να θερίζει τις φιγούρες των ισχυρών με ριπές από στίχους. «Μπορεί νά’ σαι μάγος στα οικονομικά - μ’ ένα σακί λάφυρα – Εγώ βλέπω ένα βρωμερό ερπετό – Μ’ ένα ακριβό κοστούμι / Προχώρα μπροστά την εταιρία σου – Άντε να φιλήσεις κανα κώλο – Μπορεί ν’ αγοράσεις και το έθνος το μισό – αλλά από κλάση, τίποτα / Μπάσταρδοι νομίζετε έχει πλάκα – Να λέτε ψέμματα, να κλέβετε μια ζωή – Μόνο τα λεφτά ξέρετε – Το μέλλον σας τό’χετε γερά δεμένο – Αλλά επειδή έχετε την εξουσία, δε θα πει ότι έχετε και δίκιο».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου