Saxon: Ride Like The Wind (before you get old)
Πέμπτη

17Μάι

Saxon: Ride Like The Wind (before you get old)

Δημοσιεύθηκε από:

17/05/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

3789
Η τελευταία συναυλία του μυστακοφόρου Steve Dawson με τους Saxon είναι αυτή που δίνεται στην τελευταία βραδιά της παγκόσμιας περιοδείας για το "Innocence Is No Excuse", στο γήπεδο της Ριζούπολης, στις 11 Μαίου του ’86.
Στη θέση του έρχεται ο 25χρονος αρκούντως άσημος και άλουστος Paul Johnson και μπαίνει μαζί τους κατευθείαν στο στούντιο. Ακολουθεί μια εμφάνιση στο Reading Festival στις 23 Αυγούστου και στις 13 Οκτωβρίου κυκλοφορεί το 9ο άλμπουμ τους, Rock The Nations”. Στο εξώφυλλο, ανάμεσα στη λαοθάλασσα των συναυλιαζομένων εθνών κυματίζει κι η ελληνική σημαία, όμως κατά  λοιπά, πέρα από το ομώνυμο κομμάτι και το επικίνδυνα αποκαλυπτικό εμπορικών προθέσεων “Waiting For The Night”, το υλικό του ακούγεται πρόχειρα ηχογραφημένο, πεζό.
Η επόμενη περιοδεία έχει κλειστεί ήδη, όμως από την πρώτη στιγμή παρατηρούνται μερικές κρίσιμες διαφορές: ο Biff αρχίζει να μοστράρει τα κομμένα πάνω από τον αφαλό μπλουζάκια, σαν απεγνωσμένη Kim Karnes. Ο Johnson υστερεί κατά πολύ σε σκηνική ορμή σε σύγκριση με τον προκάτοχό του και δε συμμετέχει και στα δεύτερα φωνητικά, δε μπορεί ούτε ν’ ανοίξει το στόμα του. Στο κεφάλι του Paul Quinn, αντί του συνηθισμένου εφαρμοστού γείσου βρίσκεται μια εν εκρήξει περούκα, ενώ για πρώτη φορά, το μουστάκι του Graham Oliver έχει απαλειφεί.

Με το τέλος κι αυτής της περιοδείας ακόμη ένα συστατικό του οργανισμού
Saxon έχει αποκοπεί, καθώς ο Nigel Glockler προτιμά να ενταχθεί στους GTR -χωρίς να γνωρίζει ότι δεν θα γίνουν ποτέ κανονική μπάντα μετά την επιτυχία των πρώτων μηνών του ’86. Ο 22χρονος Nigel Durham μπαίνει στη θέση του πίσω στα τύμπανα. Για πρώτη φορά μετά από 10 συνεχή χρόνια στούντιο – περιοδεία - στούντιο, αποφασίζουν να κάνουν ένα διάλειμμα. Οι πωλήσεις του Rock The Nations και οι 70 εμφανίσεις τους σε 15 χώρες δε βοήθησαν αυτό το διάλειμμα να έχει το χαρακτήρα πραγματικών διακοπών.
Βρίσκονται σ’ ένα πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι. Έχοντας ξεκινήσει σαν ηγέτες του New Wave Of British Heavy Metal από το 1980 - με 3 lp στο βρετανικό top-20 μέσα σε λιγώτερο από 2 χρόνια και με πολύ καλές πωλήσεις τα επόμενα 3 - παρέμεναν ένα αξιόπιστο live σχήμα, όμως μετά την Άνοιξη του ’84 και το Crusader”, ενώ ο ήχος και το image είχε σιδερωθεί όσο πιο καλά γινόταν για την αμερικάνικη αγορά, τα αποτελέσματα παρέμεναν απογοητευτικά. Τα δύο άλμπουμ με την EMI δεν κατάφεραν ούτε καν να μπουν στο Hot 100 του Billboard. Είτε θα επιστρέψουν με κατεβασμένο το κεφάλι στα παλιά τους λημέρια, στο κύκλωμα των κλαμπ των 800 θέσεων της αγγλικής ενδοχώρας, όπου όμως τύπος και μεγάλος μέρος πρώην οπαδών τους είχαν αποκηρύξει ως «ξεπουλημένους», ή θα τα παίξουν όλα για όλα σε μια προσπάθεια να βγάλουν τα σπασμένα, καταφέρνοντας επί τέλους να έχουν κάτι που να μοιάζει με mainstream ραδιοφωνικό hit.



O Stephan Galfas ήταν ένα από τα ονόματα που η EMI πίστεψε ότι θα μπορούσε να δώσει σ' αυτούς τους όχι και ακριβώς ομορφάντρες από τα Midlands το κοσμοπολίτικο γυάλισμα που χρειαζόταν ένας metal δίσκος για να γίνει τουλάχιστον χρυσός στην Αμερική. Προερχόταν από διαφορετικό χώρο, έχοντας ξεκινήσει σαν ηχολήπτης και παραγωγός των Good Rats από το Long Island στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Προχώρησε με μικρά βήματα φτιασιδώνοντας ακόμη περισσότερο τον ήχο της ανατολικής ακτής με δύο από τα άλμπουμ του Southside Johnny για ν’ αναλάβει στη συνέχεια το βαρύ έργο να φροντίσει το “Dead Ringer”, το 2ο  lp του Meat Loaf, 4 χρόνια μετά τον κολοσσό “Bαt Out Of Hell”.
Αποδεικνύοντας στη μουσική βιομηχανία ότι δε φοβάται να αναλάβει «δύσκολα» άλμπουμ που ακολουθούσαν μεγάλες επιτυχίες, το ’85 επίσης ανέλαβε το “Mask Οf Smiles” του John Waite (το διάδοχο του “No Brakes” που είχε το πασίγνωστο “Missing You). To θέμα προέκυψε όταν του ανέθεσαν να ασχοληθεί με ένα κανονικό metal συγκρότημα όπως οι ανερχόμενοι τότε Savatage.
Πραγματοποίησε τέτοιας έκτασης επεμβάσεις στον ήχο και το ύφος τους, ώστε λίγο έλειψε να τερματίσει την καρριέρα τους, με τον άνευρο και  θολό ήχο του “Fight For The Rock”, άλμπουμ που περείχε απλοϊκά κομμάτια και χλιαρές διασκευές εκεί που βρίσκονταν κάποτε "Power Of The Night" και "Sirens". Εν πολλοίς διόρθωσε την κραυγαλέα αστοχία με το συμπαγές “To Hell With The Devil” των Stryper, όπου σε δόκιμη αντίστιξη με τα συμπαγώς ηχογραφημένα riff και τα ενισχυμένα τύμπανα εμφύτευσε ικανή ποσότητα pop hooks.
Με το άλμπουμ αυτό να ξεπερνά το μαγικό σύνορο του ενός εκατομμυρίου αντιτύπων σε 4 μήνες –Φεβρουάριο του ’87- τον Galphas συνόδευε το hype του επόμενου Μίδα της παραγωγής. Με αυτό το background η αυτοπεποίθηση ενός company man συνάντησε την αποκαμωμένη δεκτικότητα για παραχωρήσεις ενός πρώην ακατάβλητου heavy metal συγκροτήματος.
Το αποτέλεσμα της συνύπαρξης προκύπτει την Άνοιξη του ’88 και λέγεται “Destiny”. Ηχογραφημένο στα Hookend Manor Studios του Oxfordshire, εκεί που είχε γεννηθεί το “The Final Cut ” των Pink Floyd, το “Destiny” κατορθώνει το σχεδόν ακατόρθωτο: να αποξενώσει σχεδόν οριστικά όσους οπαδούς είχαν μείνει να ακολουθούν τους Saxon μετά το “Crusader”, αφήνοντας αδιάφορους εκείνους που κυρίως στόχευαν να κερδίσουν, τις μάζες των εκμοντερνισμένων heavy metal kids που έπαιρναν πλέον γραμμή απ΄αυτά που άκουγαν σε ράδιο και MTV.

«Η αρχική ιδέα ήταν άλλος παραγωγός να αναλάβει τα singles και εμείς να συνεργαστούμε με τον Pete Hinton, που είχε κάνει μαζί μας το “Wheels Of Steel”. Ο Pete ήταν πρόθυμος και διαθέσιμος, όμως η δισκογραφική ήθελε να κανει ο Stephan Galfas τα περισσότερα κομμάτια και κατέληξε να τα κάνει όλα αυτός».

«Ποτέ δεν έχουμε δουλέψει με τον ίδιο παραγωγό δεύτερη φορά. Δεν έχω μείνει ικανοποιημένος από τον ήχο του στούντιο και ποτέ νομίζω δεν θα είμαι. Πάντα αισθάνομαι ότι μπορούσε να βγει κάτι καλύτερο».

Με τη συνθετική τους ισχύ να χωλαίνει ήδη μετά την αποχώρηση του Dawson, είδαν τον Galfas να αφαιρεί όλη την τραχύτητα από τον ήχο τους υπέρ των συνθεσάϊζερ, να ομογενοποιεί εντελώς στη μίξη τις κιθάρες και να μετατρέπει τη ρυθμική βάση σ’ έναν ευκρινή αλλά απρόσωπο μετρονόμο. Το πράγμα έγινε χειρώτερο καθώς ο Biff επέλεξε να εμβαθύνει στο στίχο: η τραγωδία του Τιτανικού (“S.O.S.”), το Τσέρνομπιλ (“Red Alert”), το τείχος του Βερολίνου (“For Whom The Bell Tolls”), η παρακμή της μεταλλουργικής βιομηχανίας στη Βόρεια Αγγλία (“Calm Before The Storm”), η κατάθλιψη μιας έφηβης που την οδήγησε στην αυτοκτονία (“Song For Emma”). Ο Biff έκανε τα πιο προσεγμένα και απαιτητικά φωνητικά της δισκογραφικής του πορείας, αλλά το παράδοξο του να ακούς κάτι εντελώς επίπεδο με στίχο σοβαροφανή έμοιαζε με την ιδανική συνταγή αυτοκαταστροφής.



Οι δημοσιογράφοι, ιδίως στον αγγλικό μουσικό τύπο, όπου το αξίωμα “we made ’em, we’ll brake 'em” είχε αναχθεί σε επιστήμη κυρίως ενάντια σε όσα σχήματα επιδίωκαν επιτυχία στην Αμερική, είχαν ήδη ξεγράψει τους Saxon. Αυτή τη φορά, θα τους χλεύαζαν καθαρά και μόνο για δική τους ευχαρίστηση. Ιδίως εφόσον, στα μάτια τους, δύο από τα κομμάτια του καινούριου δίσκου αποτελούσαν ανοιχτή πρόκληση για ένα από τα αναγνωρίσιμα βρετανικά  heavy metal προϊόντα. Το ένα ήταν μια σκηνοθετικά οικτρή απόπειρα να επενδυθεί μια ραδιοφωνική μπαλλάντα της σειράς με εφέ που θύμιζαν αβίαστα τριτοκλασσάτες ιαπωνικές b-movies με το Γκοτζίλα να κινείται σε στοπ καρρέ, χωρίς να έχει όμως ούτε καν μισή γυναικεία γάμπα για τρόπαιο.
Το δεύτερο - αυτό ήταν που έγινε κανονικό κόκκινο πανί – ήταν μια διασκευή που πρότεινε και επέβαλε ο Galfas. Ήταν το “Ride Like The Wind”, μια προ οκταετίας (US#2, 26/4/1980) μεγάλη soft/yacht rock επιτυχία, γραμμένη από τον τροφαντό τεξανό με το αραιοκατοικημένο μούσι ονόματι Christopher Cross. Η μπάντα που κάποτε ξεκινούσε τα άλμπουμ της με ριφ που γαζώνουν και ήχους από βρώμικες γκαζιές μοτοσυκλέτας, που περιλάμβανε στα άλμπουμ της μόνο δικό της υλικό, τώρα ξεκινά τον καινούριο της δίσκο διασκευάζοντας έναν από τους πιο uncool καλλιτέχνες στον πλανήτη, που σημειωτέον, ελλείψει φωτογένειας, είχε πρακτικά εξαφανιστεί μετά την άνθηση του MTV.

Στο κομμάτι μιλά σε πρώτο πρόσωπο ένας καταδικασμένος για φόνο που έχει δραπετεύσει και αγωνίζεται να φτάσει τα σύνορα του Μεξικού, όπου, όπως όλα τα καλά παραμύθια της παλιάς και της σύγχρονης δύσης μας έχουν ενημερώσει, «τελειώνει η αρμοδιότητα των σερίφηδων». Και η αλήθεια είναι ότι χωρίς την κακεντρεχή διάθεση και τη χολή των κριτικών, αποτελεί μια πολύ αξιοπρεπή Saxonοποίηση του αυθεντικού tune, σε σημείο αυτό να μεταμορφώνεται σε ένα ήσσον A.O.R. στάνταρ (UK#52, 27/2/88).
Το βίντεο κλιπ ξεκινά από τα μέρη που υπαινίσσεται ο αυθεντικός στίχος. Σα να έχει προηγηθεί ένα fast forward στο μέλλον, βλέπουμε τον Biff -κόκκινη μπαντάνα, μαλλί κομμωτηρίου, σακκάκι και τζην με ολοκαίνουριο αθλητικό μποτάκι – να αράζει κουλαριστός σ’ ένα κάπως πιο άνετο απ' το κανονικό κελλί μεξικάνικης φυλακής, με παρέα του ένα πικάπ. Στο διπλανό κελλί, ο Oliver παίζει χτυπώντας με διπλό γκελ το μπαλάκι στον τοίχο, σαν τον Στηβ Μακ Κουήν στη «Μεγάλη Απόδραση». Ο Quinn ξαπλωμένος στο κάτω κρεββάτι μια βρωμερής διπλής κουκέτας, ασχολείται με τη Gibson SG του.
Ο μπασίστας ο Paul Johnson την έχει πέσει και κάνει πους – απς και κοιλιακούς, ενώ ο Durham με το σκατζοχοιρέ μαλλί και το πετροπλυμένο τζην πουκάμισο, στριφογυρίζει τις μπαγκέτες του κατά βούληση πάνω από αόρατα ντράμς. Διάφοροι Φερνάντο Σάντσο περιφέρονται μέσα κι έξω απ’ τα κελλιά σαν ξεχασμένοι κομπάρσοι από το «Άγρια Συμμορία», όμως αλλού είναι το θέμα. Τί κάνει αυτό το τρίο από μοντέλες, ντυμένες με ελαστικά μαγιώ καταδύσεων, που τρέχουνε αγχωμένες μέσα στα έγκατα ενός εργοστασίου προσπαθώντας να ξεφύγουν από τις στήλες φωτός των φακών των διωκτών τους;
Μια ξανθιά με κόκκινο, μια με το μαλλί πιασμένο πίσω με γαλάζιο, σαν κομμένη από το casting του “Addicted To Love” και η τρίτη με κίτρινο, με την πληθωρική περμανάντ της εποχής, αυτή που έκανε κάθε γυναίκα τρεις φορές πιο όμορφη, απ’ ότι σε άφηνε να δεις ότι είναι. Η εξήγηση γιατί ο Biff είναι αραχτός και όλο κοιτάει το ρολόϊ, είναι ότι η ομάδα των τριών θηλυκών κομμάντο δημιουργεί το αναμενόμενο ρήγμα στον τοίχο του κελλιού του και τον βοηθούν να δραπετεύσει.
Η τύπισσα με το κίτρινο μάλλιστα, ρίχνει μια ματιά όλο νόημα πίσω απ’ τον ώμο της και πετάει τα κλειδιά των κελλιών στο μέσο του διαδρόμου, με τους κρατούμενους ν’ αγωνίζονται να τα φτάσουν. Δεν μπορείς παρά να φλερτάρεις με μια γλυκιά αποχαύνωση για τέσσερα λεπτά.



Το άλμπουμ πήγε άπατο σε οποιαδήποτε σημαντική αγορά κυκλοφόρησε και έφτασε να θεωρείται η χειρώτερη δισκογραφική στιγμή των Saxon (αν και μέσα στα χρόνια έχει  αποκτήσει ένα cult ακροατήριο μεταξύ των νεώτερων) καθώς και το αντιπαράδειγμα για το πού μπορούν να οδηγήσουν ένα Metal συγκρότημα οι συμβουλές απληστείας και εταιρικής ελαφρότητας. Το 1990, όταν ο Biff έδωσε συνέντευξη σε στο ελληνικό Metal Hammer επ΄ευκαιρία της –τρομερής- συναυλίας τους στο «ΡΟΔΟΝ», ομολόγησε στον Ανδρέα Τσουρινάκη ότι οι περιοδείες του “Destiny”, ήταν «οι χειρώτερες που έχουμε κάνει ποτέ, από εισιτήρια, από εταιρική υποστήριξη, από τις μεταξύ μας σχέσεις, από πλευράς προγραμματισμού. Δεν πήγαμε σε μέρη που ο κόσμος γνωρίζαμε ότι διψούσε να μας δει, όπως η Ουγγαρία, Η Ρωσία, ή η Ελλάδα».
«Ποιό το νόημα να προσπαθείς να πουλήσεις κόκα - κόλα στους Αμερικάνους; Πήραμε το μάθημά μας και δεν πρόκειται ν’ ακούσουμε ξανά τις συμβουλές ανθρώπων των εταιριών. Είμαστε αυτό που είμαστε και δεν θα αλλάξουμε το χαρακτήρα μας για να γίνουμε αρεστοί. Ποτέ δεν θα είμαστε η γεύση του μήνα και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα μ΄αυτό».

 
Παρά την καταστροφική πορεία τουDestiny και τη μοιραία λύση του συμβολαίου από πλευράς EMI, το “Ride Like The Wind” – αυτό των Saxon - όσο κι αν χλευάστηκε στην εποχή του, τόσο αειθαλές αποδείχθηκε  τα επόμενα πολλά χρονιά. Με την pop metal ενορχήστρωση, την ευκρινή μελωδική γραμμή των φωνητικών του Biff και το στυλιστικά καλοβαλμένο βίντεο – κλιπ, το κοινό χρόνια τώρα το ζητά στa live και το ζητωκραυγάζει ως ένα από τα κλασσικά Saxon κομμάτια. Κυρίως επειδή ανακαλεί την ουσία κάποιων καιρών όπου μουσικοί, μουσική και ακροατές είχαν μία και περίπου κοινή, αταλάντευτη στοχοθεσία : το να τα κάνουν όλα ίσωμα μέχρι να τους βρει το επόμενο πρωί.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου