Jimmy Page: "Outrider"
Παρασκευή

24Αύγ

Jimmy Page: "Outrider"

Δημοσιεύθηκε από:

24/08/2018

Κατηγορία: Old Time Rock

1560
Τον ακολουθούσε ένα αόρατο, δυσοίωνο νέφος, ένα βαρύ, αμετακίνητο πέπλο που ο ίδιος είχε υφάνει και περιέβαλλε όσους ήταν ή έρχονταν κοντά του. Πάνω που είχε οδηγήσει το συγκρότημα στον κολοφώνα της δόξας του, ήρθε το ατύχημα του Plant στη Ρόδο.
ην επόμενη χρονιά το μαχαίρωμα εκείνου του roadie στην τελευταία αμερικάνικη περιοδεία και λίγο μετά ο απροσδόκητος θάνατος του 5χρονου Κάρακ, γιου του Plant. Ακολούθησε ο πνιγηρός εθισμός στην ηρωίνη και τέλος ήρθε η κατάρρευση των Zed Zeppelin, με το θάνατο του John Bonham, στις 25  Σεπτεμβρίου του 1980.

Η συμμετοχή του σε soundtrack όπως το “Death Wish III”, οι συλλήψεις για κατοχή κοκαΐνης και η θνησιγενής επάνοδος στο προσκήνιο από το μονοπάτι του «σούπεργκρουπ», των Firm του Paul Rodgers. Ο γεννημένος τον Ιανουάριο του ’44 Jimmy Page, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ήταν το υπόδειγμα του ξοφλημένου «πρώην» ροκ σταρ. Μπορεί 20 χρόνια πριν, το κιθαριστικό μαστίγωμα πάνω στα αρχέγονα blues που εισήγαγε – με διαφορά στήθους τότε από τον αείποτε πειραματικό Jeff Beck - να υπήρξε το μαγικό συστατικό ενός ήχου ανεξίτηλου, καθηλωτικού, όμως μετά το τέλος των Zeppelin, ο άνθρωπος που επέλεξε να «απελευθερώσει» το θέλω του διαβαίνοντας το κατώφλι της σκοτεινής πλευράς – η κάποτε έπαυλη του Κρόουλυ είναι το ελάχιστο - έδειχνε χρόνο με το χρόνο ότι η ίδια δύναμη που μυστηριωδώς του παρέδωσε, αυτή και του στέρησε τη δύναμη που εξέπεμπε το μαγικό εξάχορδο ραβδί του.
Στη σκηνή του “Live Aid” το κοινό όχι μόνο της της Φιλαδέλφεια, αλλά  και το αδυσώπητο, πολύ νέο για να θυμάται ο,τιδήποτε, αυτό του MTV, παρατήρησε αδιάφορο έναν οστεώδη μεσήλικα να πασχίζει να δαμάσει την ξεκούρδιστη Γκίμπσον του.
«Το να είσαι λιώμα και να καταφέρνεις να ισορροπείς με στυλ στη σκηνή είναι αποκλειστική πατέντα του Keith Richards και κανενός άλλου», όπως επισήμανε στον απολογισμό του event δεκαετίες αργότερα ο Phil Collins, που κλήθηκε εκείνη τη βραδιά να γεμίσει – μαζί με τον Tony Thomson- τη θέση του ντράμερ. O Page δεν μπορούσε να πείσει με τίποτε ότι ήταν κάτι παραπάνω από έναν guitar god μιας εποχής που είχε περάσει κατά πολύ την ημερομηνία λήξης της.
Τρία σχεδόν χρόνια αργότερα, στις 14 Μαίου του ‘88 στο Madison Square Garden διοργανώθηκε μια 13ωρη συναυλία 40χρονα της Atlantic Records, όπου δεκάδες καλλιτέχνες που είχαν συνδέσει το όνομά τους με την εταιρία ανέβηκαν στο σανίδι. Αντί του σχεδιαζόμενου για το τέλος all star jam, οι διοργανωτές είχαν κατά νου κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό. Στη σκηνή ανέβηκαν τρεις 40άρηδες, κάτι χρόνια πριν ήταν μια από τις πλέον αγαπημένες και χρυσοφόρες μπάντες του 65χρονου Ahmet Ertegun, ιδρυτή, ιδιοκτήτη και ψυχή της Atlantic: Οι τρεις εναπομείναντες Zeppelin, ο ακμαίος και αναζωογονημένος από την πορεία του πρόσφατου άλμπουμ του “Νow & Zen” Robert Plant. Ο πάντα λιγομίλητος John Paul Jones και ο Page, μαζί με τον 22χρονο υιό Bonham στα τύμπανα. Αυτή τη φορά, όχι όπως στο “Live Aid”, αλλά καλοπροβαρισμένοι και έτοιμοι για ένα τέτοιο οριακό event. Ήταν η δεύτερη ευκαιρία του Page να ανακτήσει μέρος από την αίγλη του παρελθόντος, μ’ ένα μισάωρο σετ από τα παλιά: “Kashmir”, “Heartbreaker”, “Whole Lotta Love”, “Misty Mountain Hop” και “Stairway To Heaven”.



«Δεν εξελίχθηκε όπως περιμέναμε. Καταρχήν είχε προγραμματιστεί να ανεβούμε να παίξουμε κάποια συγκεκριμένη ώρα, αλλά το πρόγραμμα καθυστερούσε διαρκώς, με αποτέλεσμα να περιμένουμε μια αιωνιότητα. Το πρόβλημα είναι ότι εγώ πάντοτε έχω άγχος πριν κάθε ζωντανή εμφάνιση και εκείνη η αναμονή με είχε εκνευρίσει. Όταν ανεβήκαμε στη σκηνή, τα monitors δεν λειτουργούσαν κανονικά, ενώ κάποιος είχε αλλάξει τις ρυθμίσεις στον ήχο την τελευταία στιγμή. Ο εξοπλισμός για την κιθάρα μου ήταν άθλιος. Ίσα που ακουγόμουν».

Το κακοδαίμον νέφος ακολουθούσε τον Jimmy Page ήδη πάνω από δέκα χρόνια, απλώς τώρα, είχε έρθει η ώρα να ζήσει και το πώς η αυξημένη θεατότητα μιας ζωντανής δορυφορικής μετάδοσης αποκαθηλώνει τους θρύλους του παρελθόντος. Ιδίως αν αυτοί εμφανίζονται μπροστά σε χιλιάδες θεατές αχτένιστοι, με γόπα μπηγμένη στα χείλη, πλαδαρό μαγουλάκι, ριγέ μαυρόσπρο σακκάκι και αχρείαστο λευκό κασκόλ μέχρι τ’ αχαμνά.
«Μετά τους Zeppelin είναι αλήθεια ότι έχασα αρκετή από την αυτοπεποίθησή μου πάνω στην κιθάρα».



Το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ ξεκίνησε ως ιδέα στις αρχές του ’87. Τραγική ειρωνεία: Θα ήταν το πρώτο της καρριέρας του χωρίς να είναι session, το πρώτο χωρίς να παίζει υπό τη σκέπη ενός brand name. Θα ήταν επίσης η πρώτη φορά που θα ηχογραφούσε κάτι έξω από την ασφάλεια της Atlantic ή της Swan Song, της αυτοδιαχειριζόμενης εταιρικής πλατφόρμας των Zeppelin. Το νέο του συμβόλαιο με την Geffen ήταν υπογεγραμμένο και η ημερομηνία κυκλοφορίας του νέου «προϊόντος» ήταν κατά το μάλλον ανοικτή. Δεν υπήρχε πίεση: ήταν ένας από τους ελάχιστους μύθους των ‘70s που δεν είχε «ακόμη» σημειώσει ακόμη την αναμενόμενη επιστροφή. Οι ιδέες που είχε συλλέξει σε demo έφταναν να γεμίσουν ένα διπλό άλμπουμ, όμως ένα απρόβλεπτο γεγονός τον υποχρέωσε για μια ακόμη φορά σε αναδίπλωση. Μια ανεξακρίβωτη διάρρηξη στο σπίτι του όπου φυλάσσονταν τα demo, εξαφάνισε όλη την μέχρι το καλοκαίρι του ’87 ηχογραφημένη δουλειά. Για μερικούς μήνες αποσύρθηκε, επιλέγοντας να μην τα βάλει με τον αόρατο άνεμο που απέτρεπε την επιστροφή του. Ίσως ήταν η ώρα να κάνει κάτι πραγματικά πρωτόγνωρο. Αποτοξινώθηκε, παρέμεινε στην αγροικία του και έζησε την αδιανόητη σε άλλους καιρούς εμπειρία του να γίνει πρώτη φορά πατέρας, από την προ διετίας σύζυγό του, την ξανθιά ημιάσημη μοντέλα Patricia Ecker.
Στα τέλη του χειμώνα του ’88 είχε ξαναμπεί δειλά – δειλά στο δικό του στούντιο, το “The Sol” στο Berkshire δυτικά του Λονδίνου, αποφασισμένος τουλάχιστον να μετριάσει τη ζημιά. Μαζί του είχε αποφασίσει να πάρει τον μικρό Jason Bonham στα ντραμς και μια σειρά από εξπέρ μπασίστες: Tony Franklin, γνώριμό του από τους Firm και τον Roy Harper. Τον 37χρονο Βενεζουελάνο Durban Laverde, που είχε ηχογραφήσει για πολλούς, τελευταία για τους Pink Floyd του Gilmour και είχε περιοδεύσει με τον Mick Jagger. Τον εξίσου έμπειρο Felix Krish, με παράσημα από στουντιακές βοήθειες, μεταξύ πολλών, σε Bad Company, Alan Parsons και Foreigner.
 Χρειαζόταν όμως, κυρίως, να βρει τις φωνές. Μιας και είχε κατά νου μια ηχογράφηση καθαρά προσωπικού γούστου, χωρίς πειράματα, απευθύνθηκε σε δοκιμασμένα πρόσωπα για να σταθούν πίσω από το μικρόφωνο. Στον 39χρονο John Miles, που παρά τη μέτρια αλλά επίμονη προσωπική του καρριέρα είχε παραμείνει αναγνωρίσιμος ως μια από τις φωνές του Alan Parsons έχοντας μάλιστα πετυχημένα περιοδεύσει, μήνες μόλις πριν, με την Tina Turner. Kαι στον 48χρονο Chris Farlowe, έναν από τους πολυπράγμονες λευκούς με «φωνή μαύρου» του βρετανικού blues, με θητεία που ξεκινούσε από τα βαθιά sixties, περνούσε από τους Atomic Rooster και επέμενε να παραμένει ζωντανή σε μια μακρά σειρά από μουσικές συμμετοχές και περιοδείες με εναλλασσόμενα προσωπικά σχήματα.
Πέρα από τους ρόλους που επιφύλασσε ο Page στους δύο αυτούς τραγουδιστές, έσπευσε να εκμεταλλευτεί κι ένα απροσδόκητο ξέφωτο συμπάθειας που προέκυψε νωρίτερα μέσα στο χρόνο στην πολύπαθη  σχέση του με τον Robert Plant. Μετά το θάνατο του γιου του και το ατύχημά του στη Ρόδο o Plant έβλεπε ότι ο ηρωϊνομανής και απορροφημένος από το απόκρυφο Page έτεινε να μιαίνει τους πάντες γύρω του. Όμως ήταν πια ’88. Με τη σοφία που φέρνει η φθορά του χρόνου και η προσγείωση από το μουσικά θεόρατο θρόνο στο σκληρό στίβο ενός «πρώην» σταρ, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε στο “Live Aid” και έχοντας ο ίδιος αποφασίσει να ξαναεπισκεφθεί τον ήχο που τον έκανε διάσημο, έτεινε στον Page  χείρα φιλίας: τον προσκάλεσε να ηχογραφήσει δύο κιθαριστικά σόλο στο “Now And Zen”. Νιώθοντας ότι δικαιωματικά μπορούσε να ανταποδώσει την χειρονομία, ο Page του ζήτησε να γράψει στίχους και να τραγουδήσει σε ένα από τα καινούρια κομμάτια του.
Με τη βοήθεια τόσης συσσωρευμένης εμπειρίας, αλλά πλέον εκούσια παραιτημένος από την ιδέα μιας εμπλουτισμένης παραγωγής – ας όψονται και τα demo που χάθηκαν - ο Page προχώρησε με το ένστικτο και πείραξε τα takes ελάχιστα, όσο χρειαζόταν. Την ίδια οδηγία έδωσε και στον George Marino που έκανε το mastering στη Νέα Υόρκη. Οι διάφορες κιθάρες του γέμιζαν πολλά κανάλια της κονσόλας, τα μπάσα έδιναν τον απαραίτητο όγκο, ενώ τα ντραμς του γιου Bonham – σε αντίστιξη με την πληθώρα των μετρονομημένων κοπιαρισμάτων από drum machine, που αποτελούσαν τη διαδεδομένη λύση της εποχής-  ακούγονται ζωντανά, ψυχωμένα, μουσικά. Στη ζωντανή αίσθηση πρόσθετε διακριτικά και ο Barrymore Barlow, ντράμερ τωνJethro Tull, που βοήθησε με κρουστά σε δυο απ’ τα ινστρουμένταλ.


Ο δίσκος κυκλοφόρησε σε παγκόσμια διανομή τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού. Στο μαυρόασπρο εξώφυλλο το υπνωτιστικό βλέμμα του Page σε συνδυασμό με τη φωτογραφία του σπεσιαλίστα της εικονογραφίας Peter Ashworth δημιουργεί την επιθυμητή παραίσθηση: ο σκοτεινός αυτός τύπος επιστρέφει. «Έφιππος» (όπως άραγε κείνος ο τρομακτικός μασκοφόρος του “The Song Remains The Same”;). Η πρώτη πλευρά ξεκινά με το “Wasting My Time” προκαλώντας το αναμενόμενο χρονοvertigo: Τί χρονιά έχουμε; 1973; 1977; «Είναι ένα διεγερτικό ριφ μόνο με κιθάρες. Τζαμάρισα με τον John Miles στην Ibiza και όταν ήρθε η στιγμή για να ηχογραφήσω το άλμπουμ, ήξερα ότι είχε θαυμάσια φωνή και του πρότεινα να συμμετάσχει. Είναι πολύ ευέλικτος μέσα στις φωνητικές του δυνατότητες».

Ακολουθεί τo “Wanna Make Love”. «Η ατμόσφαιρα μιας παθιασμένης ερωτικής έκστασης. Είναι για το σαρκικό πόθο. Οι στίχοι του John (σ.σ.: Μiles) είναι τυπικοί ροκ ν’ ρολ, όμως η μουσική έχει πολλές εναλλαγές διάθεσης, δεν ξέρω αν μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτό που σήμερα θεωρείται ροκ ν’ ρολ». Το πρώτο ινστρουμένταλ Writes Of Winter ξεκινά με γεμάτο ριφ και στην πορεία κυκλοθυμεί. Είναι μια κεντρική ιδέα από ένα κομμάτι που βοά για στίχο, στροφή, κουπλέ και, μοιραία, τη φωνή του Plant. Είναι ο τόπος όπου θα οδηγούσε ο  Page τα πατήματα των Zeppelin αν δεν είχαν διαλυθεί. Από την άλλη, δύσκολα φαντάζεται κανείς να μπορούσαν να κρατήσουν στη στυλιζαρισμένη δεκαετία του ’80 αν όντως παρέμεναν σε τέτοια μουσικά χωράφια. Αυτό που ο ακροατής νιώθει ότι λείπει και αναζητά, έρχεται στο αμέσως επόμενο. «Όταν ολοκλήρωσα το κομμάτι σκέφτηκα ότι θα ήταν ό,τι έπρεπε για τον Robert, αν θα ήθελε να το τραγουδήσει. Δέχθηκε με ενθουσιασμό – είχα παίξει και ‘γω στο δικό του δίσκο μερικούς μήνες πριν».
Στο The Only Oneο Plant ανασύρει τις ευκολίες των αμίμητων “oooh-yeah” του, από ηχοχρώματα εποχής “Presence” και τις προσθέτει σ’ ένα ενθουσιώδες, δυνατό άκουσμα («Είναι πολύπλοκο σε ρυθμούς, θα σας κάνει ν’ αναρωτηθείτε τί συμβαίνει μέσα του»).


Η πρώτη πλευρά κλείνει με το ινστρουμένταλ Liquid Mercury, ένα ρυθμικό πείραμα ρευστό σαν jam, που κρατάει τρία λεπτά όλα κι όλα, αφήνοντας την απορία ποιό ακυκλοφόρητο κομμάτι των Zeppelin θα μπορούσε να κρύβει στα σπλάχνα του. Η διάθεση στη δεύτερη πλευρά αλλάζει. Στο Hummingbird ο μεγάλος Chirs Farlowe κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του και δίνει μια υποβλητική ερμηνεία. Είναι ένα παλιό του B.B. King, γραμμένο από τον Leon Russell την εποχή που συνεργαζόταν μ’ εκείνον και τον Dylan. «Συχνά αναρωτιέμαι αν θα πρέπει ν’ ακουμπά κανείς τέτοια κομμάτια, σχεδόν στοιχειωμένα. Μ’ άρεσε όμως πάρα πολύ το κομμάτι, καθώς κι η ιδέα να το πει ο Chris, που έχει μια πολύ έντονη προσωπικότητα στη φωνή του. Αντί για τα έγχορδα της εκτέλεσης του B.B. King, χρησιμοποίησα synthesizer».  

Στο τρίτο και – καλύτερο – ινστρουμένταλ, Emerald Eyes”, τα έγχορδα παραπέμπουν σε outtake από ένα “Rain Song part 2”. «Έχει λίγο guitar synth και για μένα είναι αναμνησιακό. Καιρών περασμένων και πραγμάτων αποκρυσταλλωμένων», θα πει ο Page με μια εσκεμμένης ασάφειας για το συγκεκριμένο κομμάτι. Το επτάλεπτο βαρύ Prison Blues έχει πάλι τον Fαrlowe σε απολαυστικό αυτοσχεδιαστικό τραύλισμα και τον Page να λύνεται και να εξαπολύει το ένα σόλο μετά το άλλο, με το μυαλό να πηγαίνει στο “You Shook Me”, στο “I’ m Gonna Crawl” ή στο “Tea For Two” («Αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε ένα εντελώς αυθόρμητο blues, ένα δωδεκάμετρο που το αφήσαμε σχεδόν άθικτο, όπως βγήκε την πρώτη φορά»).



To Blues Anthem κλείνει το δίσκο πάλι με τον Farlowe στα φωνητικά, σε μια μπαλάντα με στίχους δικούς του, έκκεντρα απολογητικούς πάντως για τον ίδιο τον Page, θα’ λεγε κανείς για την πόλωση, την εχθρότητα και τον πόνο που επέφερε στο πέρασμά της η ιδιοφυΐα του (I sing the blues all my life, so much trouble, so much strife”). Μέσα στα 40 λεπτά του δίσκου ο Page απέδειξε ότι πλησίασε όσο πιο κοντά γινόταν στον μόνο στόχο που εν έτει 1988 του είχε απομείνει : να φτιάξει ένα κιθαριστικό άλμπουμ με έντονο το δικό του κιθαριστικό ηχόχρωμα, αφήνοντας διάχυτους εύγευστους υπαινιγμούς απ’ αυτό που θα μπορούσε να βρίσκεται αποτυπωμένο εκεί, αν είχε βρει συμπαραστάτη στη σύνθεση των ίδιων ή και περισσότερων τραγουδιών.  Μια ανοιχτή πρόσκληση για επανένωση, την οποία ανομολόγητα ήθελε, αν όχι χρειαζόταν.
Το “Outrider” κατέγραψε ικανοποιητική πορεία στα τσαρτς (US#26, 30/7/88, UK#27, 2/7/88) και έγινε στην πορεία χρυσό, ξεπερνώντας τις 500.000 πωλήσεις.
O Page επιστράτευσε τους Laverde, Miles και Bonham και ξεκίνησαν πρόβες για μια φθινοπωρινή περιοδεία που ξεκίνησε από τις 6 Σεπτεμβρίου από την Ατλάντα και ολοκληρώθηκε στις 26 Νοεμβρίου, με πέντε βρετανικές εμφανίσεις, σε Birmingham, Newcastle, Λονδίνο και Μάντσεστερ. Στις 38 συνολικά εμφανίσεις του σε αίθουσες χωρητικότητας μέχρι και 16.000 θεατών, ανέκτησε αρκετή από την αυτοπεποίθησή του. Σε παραστάσεις που κατά κανόνα ξεπερνούσαν τις 2 ώρες, έπαιξε αρκετά παλιά των Zeppelin σε νέες ενορχηστρώσεις, καθώς και τα περισσότερα από τα κομμάτια του “Outrider”.
Έδωσε δεκάδες συνεντεύξεις εγκαινιάζοντας μια νέα, μειλίχια, σχεδόν συνεσταλμένη, εικόνα, με τη νευρικότητα της μετα την αποτοξίνωση εποχής διακριτή στο εκπαιδευμένο μάτι. «Δεν αποφεύγω το παρελθόν. Είναι η κληρονομιά μου και είμαι περήφανος γι’ αυτό», ήταν μια συχνή επωδός του. Περισσότερο ακριβές πάντως έδειχνε κάτι που με παρόμοιες λέξεις γράφτηκε για κείνον, το χειμώνα του ’88 στον αγγλικό τύπο, καθώς η περιοδεία ολοκληρωνόταν: «Ώρες ώρες δείχνει απελπιστικά μόνος πάνω στη σκηνή, χωρίς τον Plant, πειστικός απόηχος μιας εποχής του ροκ που δεν υπάρχει πια».


Η Geffen Records υπήρξε υποστηρικτική στο “Outrider”. Η περιοδεία άφησε θετικό ισοζύγιο και το “Writes Of Winter” προτάθηκε για Grammy στην κατηγορία “Best Rock Instrumental Performance” (μαζί με Frank Zappa, Joe Satriani, Jeff Healey και Carlos Santana, ο οποίος και στην 31η τελετή του θεσμού, κέρδισε). Η τελευταία απόπειρα του Page να βγει στο προσκήνιο ασκεπής ξόδεψε το καύσιμό της κι έφτασε μέχρι εκεί. Θα έπρεπε να περάσει μια πενταετία ακόμη και να χρειαστεί μια συμμαχία με κάποιον που μέχρι τότε αποκαλούσε «αντιγραφέα» για να καταφέρει να εξευμενίσει τον σκοτεινό άνεμο που στοίχειωνε τα βήματά του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs