The Animals: Τη νύχτα όταν η κιβωτός γέμισε για τελευταία φορά
Τετάρτη

26Σεπ

«Ακόμη προσπαθούσα να συνέλθω από την περιπέτειά μου στη Γερμανία, όταν το πρόσεξα στις εφημερίδες. O Alan, o Chas, ο Hilton κι ο John, είχαν ξαναβρεθεί και ανακοίνωναν σχέδια για περιοδεία. Έλεγαν μάλιστα ότι είχαν βρει γερούς σπόνσορες. Το πράγμα φώναζε από μόνο του. Ένας έλειπε από την αυθεντική σύνθεση. Εγώ».
Οι Animals, περήφανοι σκαπανείς της βρετανικής εισβολής στα μουσικά ήθη του δυτικού κόσμου των μέσων της δεκαετίας του ’60, είχαν κρατήσει κρατήσει με την αρχική τους σύνθεση, περίπου τρία ολόκληρα χρόνια, μέχρι το Μάϊο του ’65. Από τότε, ο μόνος που συνέχιζε την Οδύσσειά του στον παράλογο, παραισθησιογόνο κόσμο του ροκ ν’ ρολ, μια Οδύσσεια χωρίς Ιθάκη και με Πηνελόπες διάσπαρτες σε πέντε ηπείρους, ήταν ο άνθρωπος με το λιονταρίσιο blues βρηχυθμό, που όμοιό του δεν είχε γεννήσει ξανά το βρετανικό σύμπλεγμα νησιών: ο 42χρονος Eric Burdon.
Μετά τα δύο άλμπουμ - ορόσημα με τους “War” και το μοναδικό αμάλγαμα από φανκ και μπλουζ που άφησαν πίσω τους, ο Burdon πέρασε ολόκληρη τη δεκαετία του ’70 με μια σειρά από επιλογές άπληστων συνεργατών, θνησιγενών δισκογραφικών εταιριών και απατεώνων μάνατζερ, χωρίς ποτέ να φθάσει κοντά σ’ αυτό που ορίζεται δισκογραφική επιτυχία, χωρίς ποτέ να καταφέρει να καθαρίσει από τα ντραγκς, μην εγκαταλείποντας όμως ποτέ και τη σκηνή. Έχοντας ορμητήριό του από το 1977 το Μόναχο, όπου είχε μόνιμα εγκατασταθεί με τη γυναίκα και την κόρη του, περιόδευε διαρκώς.
Αρχές Σεπτεμβρίου του ’82, συνελήφθη στο τραίνο που πήγαινε από το Μόναχο στο Σάλτσμπουργκ, καθώς εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του για κατοχή κοκαίνης, που είχε εκδοθεί σε βάρος του ένα χρόνο πριν. Η ιλιγγιώδης ζωή του τον έφτασε στο να γνωρίσει για μερικούς μήνες μέχρι και την εμπειρία της ψύχρας των δυτικογερμανικών φυλακών.


Όσο για τους υπόλοιπους από τους αρχικούς Animals, ήταν διάσπαρτοι και απορροφημένοι από ποικίλες δραστηριότητες: Ο 40χρονος κιθαρίστας Hilton Valentine, πέρα από ένα προσωπικό άλμπουμ που συνάντησε γενική αδιαφορία το 1970, τα είχε παρατήσει. Ο 41 κημπορντίστας Alan Price, αφού γνώρισε επιτυχία με διασκευές στα τέλη των ‘60s, εξελίχθησε σε παρουσιαστή μουσικών εκπομπών, κυκλοφόρησε κάποια προσωπικά άλμπουμ και συνέθεσε σε δισκογραφίες τρίτων, όπως ο πιανίστας Georgie Fame, εξασφαλίζοντας ικανοποιητικές προσόδους.
Ο 45χρονος Chas Chandler υπήρξε ο κατά τεκμήριο επαγγελματικά πιο πετυχημένος, έχοντας αναλάβει και πιστωθεί το μάνατζεμεντ της καρριέρας του τεράστιου Jimi Hendrix και αργότερα των Slade, αποκτώντας ιδιόκτητα στούντιο ηχογραφήσεων, γενικώς αποτελώντας ενεργό μέρος της πίσω από το πάλκο βιομηχανίας.
Ο δε 42χρονος ντράμερ John Steel τα είχε παρατήσει από το ’66, ανοίγοντας διάφορες επιχειρήσεις και αργότερα δουλεύοντας στην εταιρία καλλιτεχνικού μάνατζμεντ του Chandler, παίζοντας σποραδικά σε μικρά κλαμπ για χόμπυ. Τα πέντε αρχικά μέλη είχαν επιχειρήσει μια βιαστική επανασύνδεση το ’77, με το lp “Before We Were So Rudely Interrupted” (US#70, 8/10/77). Όμως η προώθησή του υπήρξε ανύπαρκτη, δεν προγραμματίστηκε ούτε καν μια ζωντανή εμφάνιση, με αποτέλεσμα, παρά τις θετικές κριτικές, να ξεχαστεί σύντομα.

Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, ο Burdon ήρθε αντιμέτωπος με τα επακόλουθα ενός γάμου που είχε προ ετών καταρρεύσει. Μετά τη φυλακή, η πρώην σύζυγος του αποστέρησε την επικοινωνία με τη μικρή Alex, ενώ οι δίκες για την διανομή της εν γάμω περιουσίας εξακολουθούσαν να απαιτούν δυσβάσταχτες δαπάνες. Η ιδέα είχε πατέρα έναν ατζέντη με το όνομα Weinberg.  Πολλοί επιβιώσαντες από τα sixties, είχαν επανασυνδεθεί. Γιατί όχι κι οι Animals; Μέσω του Andy Summers των Police – που είχε περάει για ένα φεγγάρι το ’68 από μια εκδοχή τους - γρήγορα βρήκαν ενδιαφερόμενη εταιρία : την IRS του Miles Copeland.
«Με το που συνειδητοποίησα προς τα πού πήγαινε το πράγμα, ήρθε και η επίσημη πρόταση. Εκείνμη την εποχή είχα στόχο να βρώ τον εαυτό μου, μοιράζοντας το χρόνο μου σε διάφορα μέρη ανά την Ευρώπη. Να περάσω ένα – δύο χρόνια στην Ισπανία, δύο – τρία στη Γερμανία. Το τελευταίο που χρειαζόμουν ήταν να ξαναβρεθώ με κάποιους που είχαν να πιάσουν όργανο στα χέρια τους περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια. Πάντως, από τους δικούς μου ανθρώπους, είχαν πέσει όλοι πάνω μου να με πείσουν να πω ναι στην επανασύνδεση. Φίλοι, μουσικοί, λογιστές και δικηγόροι με προέτρεπαν : Άρπα τα λεφτά και τρέχα. Τέλος πάντων, σύντομα προσέλαβα κάποιους ανθρώπους να με εκπροσωπήσουν, προκειμένου περισσότερο να προστατευτώ από τα σχέδια που έκαναν αυτοί οι τέσσερις. Έγιναν κάποιες συναντήσεις, ήμουν μάλιστα σε κάποιες παρών. Αρχικά, είπα ότι θα το σκεφτώ. Τελικά, είπα ναι, βάζοντας όμως μια σειρά από όρους. Τους δέχτηκαν όλους».

Ο Burdon εξίσου με τους παλιούς του συνοδοιπόρους χρειαζόταν και κείνος το χρήμα που σήμαινε η επανένωση. Όμως η αποχή των τεσσάρων από τη μουσική σκηνή ήταν ένα πραγματικό γεγονός καθόλου αμελητέο. Ήταν πρώην μουσικοί.

«Καταρχήν, φρόντισα να υπάρξουν ενισχύσεις από πεπειραμένους παίκτες – κάποιοι από τη δική μου μπάντα, κάποιοι γνώριμοι από τα παλιά, όπως ο Zoot Money στα πλήκτρα και ο Nippy Noya στα κρουστά. Ο Steve Gregory – ιδανικός για να εμπλουτίσει τον ήχο μας στο στούντιο – ήρθε κι αυτός. Κάναμε πρόβες και βάλαμε στο δίσκο καινούριο υλικό, προσθέτοντας μερικά δικά μου κομμάτια που δεν είχα μέχρι τότε ηχογραφήσει».

Δύο κομμάτια είχε γράψει ο αμερικάνος κιθαρίστας Steve Grant. O επίσης αμερικάνος μπασίστας και συνθέτης Terry Wilson, μέλος της Eric Burdon Band -κάποτε και των Back Street Crawler του Paul Kossoff – είχε συμμετοχή σε τρία ακόμη, σε δύο από τα οποία μαζί με τον τεξανό φολκ τραγουδοποιό Danny Everitt.
Ο κιθαρίστας Jοhn Sterling, κι αυτός μέλος της Eric Burdon Band επί δύο χρόνια και βασικός συνεργάτης του Burdon στις καινούριες συνθέσεις που στριμώχνονταν στα προσωπικά του άλμπουμ, αναμίχθηκε σε πέντε. Ονόματα ξένα με το παρελθόν των Animals όπως των T. Gemwells, και J. Raskin σήμαιναν εξωτική συνθετική βοήθεια, με τον Burdon να έχει συνεισφέρει φωνητική μελωδία και στίχους μόνο στα μισά από τα 12 που κατέληξαν στο δίσκο. Αυτό όμως κάθε άλλο παρά ασυνήθιστο ήταν για τους Animals, που έχτισαν το όνομά μους ανασύροντας κομμάτια από τη δεξαμενή της παράδοσης του blues και της φολκ και δίνοντάς τους μια ιδιότυπη ροκ ώθηση.



Το άλμπουμ έχει τον τίτλο “Ark” και κυκλοφορεί σε διεθνή διανομή στις 16 Αυγούστου του ’83. Η μουσικοκριτικοί το αντιμετωπίζουν με υπεροψία και σκληρότητα. «Είναι ηχογραφημένο βιαστικά, σαν από μισθοφόρους, ενώ μόνο στο “Trying To Get To You” θυμίζουν τις παλιές ένδοξες μέρες, χάρις τη φωνή του Burdon (…) Δεν υπάρχει συνοχή στο υλικό (…) η επανένωση ήταν μια καλή ιδέα, αλλά αυτό το άλμπουμ δεν έπρεπε να κυκλοφορήσει», γράφει ο David Fricke του Rolling Stone, το Σεπτέμβριο του ‘83.
Η παραγωγή του lp έχει πιστωθεί για προφανείς λόγους στα πέντε μέλη εξίσου. H ηχογράφηση επιχειρεί ν’ ακολουθήσει τα σύγχρονα στάνταρ, χωρίς όμως να κοντράρει την – υπερβολικά ρετρό για την εποχή των Toto και του Michael Jackson – έλλειψη επιτήδευσης του υλικού. Η κλάση και το δέσιμο ενός έμπειρου σχήματος δεν αλλοιώνεται από μερικές εκσυγχρονιστικές πινελιές των συνθεσάϊζερ. Η επανασύνδεση χαιρετίζεται ως είδηση με ενδιαφέρον από το κυρίαρχο μαζικό μέσο μουσικής επικοινωνίας, το νεαρό MTV. Δίπλα σε Rod Stewart, Elton John,  Joe Cocker, επιστρέφουν και οι Animals. Ta πέντε μέλη, όσο κι αν ανεβάζουν το μέσο ηλικίας των σταρ που προβάλλονται στο γυαλί εν έτει 1983, δίνουν μια σειρά από συνεντεύξεις, σε κλίμα αδημονίας και αυτοπεποίθησης.

«Τί είδους κοινό περιμένετε στις συναυλίες σας;».  «Ε... πιθανότατα όσους, αυτή την εποχή, είναι στην ηλικία που αγοράζουν μεταχειρισμένα αμάξια (γέλια)». «Πώς θα σταθεί το καινούριο υλικό δίπλα στα κλασσικά σας τραγούδια;» «Τα singles των Animals φαίνεται ότι ποτέ δεν έπιασαν σκόνη στο ράφι πολλών ανθρώπων. Γι΄αυτό και έρχονται τόσοι πολλοί νεαροί στις συναυλίες μας (...) Κάναμε προσεκτική επιλογή υλικού και τα ηχογραφήσαμε στο Μόναχο. Μετά από πέντε χρόνια μαζί, δε θα ξανακάναμε το λάθος του “Before We Were So Rudely Interrupted”. Τότε φτιάξαμε ένα δίσκο, χωρίς σχέδιο, επειδή έτυχε και βρεθήκαμε στο Λονδίνο όλοι μας».

«Ξεκινήσαμε τις συναυλίες κάνοντας μερικές εμφανίσεις για ζέσταμα. Χωρίς διαφήμιση, χωρίς ανακοινώσεις, χωρίς προσκλήσεις. Μπροστά σ’ ένα νορμάλ μεθυσμένο κοινό μιας τυχαίας Παρασκευής. Και τα πήγαμε πολύ καλά. Παίξαμε δύο ώρες - χωρίς διάλειμμα».

Το “Ark” ξεκινά με τη συνεσταλμένη power pop άσκηση “Loose Change”, που δηλώνει πρόθεση να αφαιρέσει χρόνια βιολογικής ηλικίας από τη μπάντα που το ηχογραφεί: “I'm hanging out with the boys - Having fun and making noise - I'm looking good, feeling fine - I'm number one and I don't lie - Ah, life is but a cocktail bar - Pretty girls, Jaguar - Who said that money can't by me love (…)”. Με ντεμι-ρέγκε ρυθμό και ερμηνεία που δεν αφήνει τον ακροατή ν’ αφαιρεθεί, το “Love Is For All Time”, συνεργασία Burdon, Everitt και Wilson με θαυμαστής απλότητας πλήκτρα για μπακγκράουντ, είναι απολαυστικό έως και στο ρετρό μήνυμά του : “Love Is for all times, not just the good times, let's have a good time every day - don't let the good times slip away - slip away".
Το My Favourite Enemy έχει την ποπ κοψιά του ’65, με στίχο όμως που μόνον η πίκρα ενός πρώην επαναστατημένου και νυν άδειου από μεγάλες ιδέες σαραντάχρονου μπορεί να προσωποποιήσει : ο «αγαπημένος του εχθρό» είναι μια εν διαστάσει σύζυγος. Σε διάφορα σημεία των στίχων, είναι φανερό ότι ο Burdon δεν σκοπεύει να καταπιεί εύκολα το δηλητήριο που του σερβίρει η πρώην του (“Getting drunk and beeing stoned - Give her your money and you take her home - Suing you, suing me - I just want my money” - “Loose Change”). Στο Prisoner of The Light ο Burdon μαστορεύει εικόνες μέσα από τη ματιά ενός μεγάλου παιδιού, θαμπωμένου δια βίου από το παιχνίδισμα που κάνουν φως και σκιά στον τοίχο του δωματίου του, παρασύροντας με κάθε φθόγγο σ’ ένα ορμητικό ρεφραίν, caught between the light and shadow – ένα μικρό διαμάντι.

Ήδη από το γλυκόπικροBeing There νιώθει κανείς ότι η κιθάρα του Vαlentine παραμένει συνοδευτική έναντι των πλήκτρων του Price. Το κοινό ΤΩΝ Animals είναι οι συνομήλικοί τους, αρκετά μεγάλοι σε ηλικία για να εντυπωσιάζονται από τα εφέ των κιθαριστικών μαμούθ που ακολούθησαν την πρώτη βρετανική εισβολή. Μια ευπρόσδεκτη δόση φανκ απαλύνει το σαρδόνιο, αυτοβιογραφικό Hard Timesπου κλείνει την πρώτη πλευρά του δίσκου (“Baby, it's the hard times, and the taste is here from champagne, going to sipping on beer (…) Hard times, they've raised the price of smoke and drink”).


Η δεύτερη αρχίζει με το κομμάτι που, όπως προοριζόταν, διακόμισε το όνομα των Animals και κυρίως ατόφια τη συγκλονιστική δύναμη της φωνής του τραγουδιστή τους, στο ανύποπτο εφηβικό κοινό της δεκαετίας του ’80. Μπορεί μια μερίδα από ηλικιακά προχωρημένους ελιτίστες να το απέρριψαν ως «ψευδο-disco», όμως στην πραγματικότητα το The Night είναι ένα μικρό αριστούργημα ροκ οικονομίας, με την ανεπεξήγητη ποιότητα που έχουν ορισμένα τραγούδια να διεισδύουν στο μνημονικό με την ισχύ ανίατου ιού. Το φθινόπωρο του ’83 παίζει σχεδόν σε κάθε δεύτερο «Μουσικόραμα». Έχει κυκλοφορήσει στις 29 Ιουλίου και η πορεία του στα τσαρτ (US#48, 24/9/83) δεν αντικατοπτρίζει την αίσθηση που προκαλεί. Δίπλα στους κάθε λογής Air Supply, Eurythmics, Stray Cats, Bonnie Tyler, Billy Joel και Kazagoogoo, η παρουσία και η ερμηνεία του Eric Burdon στο συγκεκριμένο κομμάτι, δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι είναι αρκετή για να αποσαφηνίσει ότι το ροκ πάει από τη μία πλευρά κι όλα τα άλλα «από την άλλη».
Βλέμμα τά’ χω δει όλα, με φορτίο επαπειλούμενης παραίτησης από τα βάρη μιας ηλικίας απώτερης, άφθαστης για όλους τους θεατές. Πέτσινο παντελόνι, φανελλάκι λευκό με ιαπωνικά γράμματα και τον κόκκινο ήλιο παράσημο κοσμοπολιτισμού. Φουμάρει ακαθόριστα σχήματα στο ημίφως μιας σάλας συναυλίας, χωρίς κόσμο.
Η μπάντα, όλοι ψημένες μούρες - σκούρα γυαλιά, σκουλαρίκια – προβάρει. Είναι η αυθεντική πεντάδα των Animals, ενισχυμένη με σαξόφωνα, δεύτερα πλήκτρα και περκάσιον από’ ναν ασιάτη. Ο τραγουδιστής εγκαταλείπει την αίθουσα και περιφέρεται στους δρόμους μιας υγρής νύχτας, ντυμένος με τζην τζάκετ γεμάτο κονκάρδες και ύφος μπλαζέ. Πότε – πότε, πάντως, κοιτάει κλεφτά και πίσω απ’ τον ώμο του (“keep lookinover my shoulder”). Τα συνθεσάϊζερ απλώνουν στον αέρα αστραφτερό νέον μεγαλούπολης κι ανάμεσά τους ελίσσεται μια ερμηνεία που αρπάζει τον ακροατή και τον προσδένει σε μια πλεκτάνη με συναισθήματα ολοδικά της:
Ονειροπόληση ("My mind's running wild - I feel like a child who's lost again - You've stolen my heart and you captured my soul..."). Σαρκασμό ("I' m over the edge - I' m sorry I' ve hurt you so badly girl"). Νόστο του έρωτα ("Well Ι' m waiting here, hoping someday you' ll return to me..."). Παράδοση, διονυσιακή ("... cause i feel like i'm losing contro-o-o-ol !!!").
Ο τραγουδιστής βρίσκεται πάλι στη σκηνή, η μπάντα σε πλήρη συντονισμό, να κάνει δεύτερα φωνητικά φιλύποπτα, υπνωτιστικά (“Always too long - keeps movin' on -  pray for the dawn). Μέχρι πού’ρχεται η έκρηξη, η Μπαρντόνειος – cos baby youre gone” - και το άγιο το γρύλισμα (“Ι’ m alone in the darkness and the stillness of the night, babe) εκεί προς το τέλος, συνοψίζοντας την κεντρική ιδέα.

Η blues παράδοση των απαρχών της καρριέρας τους ξεχειλίζει από το Trying To Get To You, με τον Burdon στο στοιχείο του, τα παχιά πλήκτρα και τα έξυπνα ενορχηστρωμένα πνευστά να δίνουν μια φευγάτη διάσταση, ανάμεσα σ’ αποσταστασιοποίηση κι απόγνωση (Well, I've been traveling night and day - I've been running all the way - Baby, trying to get to you (…) There were many miles between us - But they didn't mean a thing - Well if I had to do it over - That's exactly what I'd do - I would travel night and day - And still run all the way - Baby, trying to get to you”). Θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιοδήποτε άλμπουμ της αρχικής πεντάδας, ακόμη και το πρώτο της.


Το τενόρο σαξόφωνο του Steve Gregory στο Just Cant Get Enough συνοδεύει τον μονόλογο αυτοομολογούμενης λαιμαργίας του Burdon για μια ανώνυμη Δουλτσινέα, ενώ το Melt Down, ένα ακόμη μικροδράμα χωρισμού με ‘60s κομψότητα και κιθαριστικές αρμονίες από τον Valentine, όπως και το Gotta Get Back To You, ένα ξένοιαστο φανκ που πάει καβάλα στο στιβαρό του Chandler, μοιάζουν με γεμίσματα πολυτελείας. Το Crystal Nightsκλείνει κάπως βιαστικά, με όχι ιδιαίτερα δουλεμένη μελωδία και περισσότερα φωνητικά ζορίσματα από τον Burdon. Όπως και οι Who δυό χρόνια πριν με το “Face Dances”, οι Animals δείχνουν να έχουν ακόμη τη φλέβα για ν’ αντλήσουν τραγούδια, αλλά για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με τη δημιουργική διαδικασία, δεν επιθυμούν να κοπιάσουν γι’ αυτό. Όχι αδικαιολόγητα, αφού, όπως δεν άργησε να φανεί, ο πραγματικός σκοπός του δίσκου ήταν όχι μια δεύτερη καλλιτεχνική παρουσία, αλλά μια γερή μπάζα. Ο Eric Burdon, ως άλλος Νώε σε μια κιβωτό από επιλεγμένα τραγούδια, είχε κάνει την τελευταία του προσπάθεια να συμφιλιωθεί μ’ αυτό που θα μπορούσαν ή και θα άξιζαν να είχαν πετύχει την πρώτη φορά.


Η επίδοση του δίσκου στα τσαρτς είναι μάλλον φτωχή (μόλις 10 εβδομάδες στο Hot 200, US#66, 8/10/83). Είναι όμως αρκετή για να πουλιούνται τα εισιτήρια για την περιοδεία με ρυθμούς περισσότερο από ικανοποιητικούς. Συνολικά 72 συναυλίες έχουν προγραμματιστεί. 18 χρόνια μετά την τελευταία τους συναυλία μαζί, οι Animals ξανανέβηκαν στο σανίδι. Καθώς όμως η περιοδεία προχωρά, τα προβλήματα που με μισή καρδιά ο Burdon είχε προσπαθήσει να υποτιμήσει, δε λένε να υποχωρήσουν.

«Καταρχήν, τα μηχανήματα που είχαμε ήταν άθλια. Κάθε βράδυ κυριολεκτικά σκότωνα τη φωνή μου πάνω στη σκηνή. Ύστερα, υπήρχαν κάποια πράγματα που άρχισαν να με ενοχλούν. Είχα ξεκινήσει με δικά μου έξοδα να γυρίζω ένα ντοκυμανταίρ για την επανασύνδεση, κάτι στο οποίο οι υπόλοιποι είχαν εξαρχής συμφωνήσει. Όμως, όταν τους ανακοίνωσα ότι το κόστος έχει ανέβει στα 15.000 δολλάρια από την τσέπη μου και θα χρειαζίοταν να συνεισφέρουν και κείνοι, δεν υπήρξε προθυμία.
Λίγο μετά, διαπιστώσαμε ότι το
road crew, χρεώνοντάς μας, είχε φτιάξει και πουλούσε στο κοινό κάτι μαύρα μπλουζάκια που έγραφαν “Eric Burdon? I thought he was dead !” Οι συναυλίες ήταν καλές, αλλά πολύ σύντομα άρχισαν οι παρεξηγήσεις, τα λόγια του ενός πίσω από την πλάτητου άλλου. Μέσα σ’ ένα μήνα, δεν μιλούσαμε μεταξύ μας. Σαν αντίδραση, άρχισα πάλι να πίνω και να κάνω τις παλιές, γνωστές μου ηλιθιότητες.
Όταν ξεκίνησε το ιαπωνέζικο σκέλος της περιοδείας, δεν ήθελα με τίποτα ν’ ακολουθήσω. Τελειώσαμε την όλη υπόθεση με το ζόρι, γνωρίζοντας ότι δε θέλουμε να ξαναδούμε ο ένας τα μούτρα του άλλου».



Οι “original” Animals δεν επανασυνδέθηκαν, ούτε δισκογράφησαν με αυτό το όνομα ποτέ ξανά. Ο Eric Burdon πέρασε άλλη μια δεκαετία αναγκασμένος να βγάζει το ψωμί του παίζοντας σε κάθε μικρομεσαίο φεστιβάλ στην Ευρώπη, ώσπου, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 άρχισε να δρέπει το σεβασμό και την εκτίμηση που του αναλογεί, από μια γενιά που δεν είχε καν προλάβει την επιστροφή των Animals με το “Ark”.
Μέτρο γι’ αυτή την αναγνώριση έγινε ένας στίβος που του ανήκε ολοκληρωτικά. Η σκηνή. Μέσα από ακούραστα, live, γεμάτα ιδρώτα και συναίσθημα και με όπλο την ανέπαφης εκφραστικότητας και δύναμης φωνή του, διέσωσε στη συλλογική μουσική συνείδηση του παγκόσμιου κοινού το μέταλλο ορισμένων σπάνιων ταλέντων της γενιάς του ’60. Εκείνων που, τουλάχιστον για το ροκ, τα άρχισαν όλα.
Κατά τραγική ειρωνεία, ο ίδιος, παρ’ ότι από καλλιτεχνικά έως και συνειρμικά, δεν νοείται χωρίς το ένδοξο παρελθόν των Animals, μπόρεσε επισήμως να ταυτίσει το όνομά του με αυτό του συγκροτήματος, μόλις μισόν αιώνα και κάτι μετά το ξεκίνημα της μπάντας.
Μέχρι το 2013, John Steel, ο ντράμερ, είχε κατορθώσει να κερδίσει εκείνος δικαστικά το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του σήματος “Animals”, το οποίο είχε καταχωρίσει ως δικό του από το 1963. Ο Eric Burdon, έχοντας αναγκαστεί να καταφύγει σε μια ακόμη πολυδάπανη διαδικασία εφετειακού χαρακτήρα, μπόρεσε για πρώτη φορά να αποδείξει ότι εκείνος δικαιούτο να περιοδεύει ως Animals και να διαχειρίζεται το σύνολο της κατακερματισμένης -και εν πολλοίς καταργημένης- δισκογραφίας τους, που υπό διάφορους σχηματισμούς, είχε πάντοτε τον ίδιο στα φωνητικά.
Όπως και νά' χει, χάρις την επανασύνδεση του ‘83, θα έχουμε για πάντα τη «Νύχτα». Η οποία, τα περικλείει όλα. Προσδοκίες, φλόγα, εμπειρία, στιγμές, κραυγές, δάκρυα, ξεσπάσματα χαράς. Always, too long.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites