Crimson Glory : “Transcending into the electric sky”
Πέμπτη

22Νοέ

Crimson Glory : “Transcending into the electric sky”

Δημοσιεύθηκε από:

22/11/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

2325
Στο τεύχος του “Heavy Metal” ο πάντα πληθωρικός αρχισυντάκτης Lord γράφει για το ταξίδι του στην Ολλανδία και την επίσκεψή του στα γραφεία της δισκογραφικής Roadrunner.
Φωτογραφίζεται με τον γενικό διευθυντή της εταιρίας Cees Wessels, κρατώντας ένα πόστερ του “Orgasmatron” των Motorhead και στο τρισέλιδο ρεπορτάζ παρατίθενται τετράστηλες αναφορές για κάποια από τα ανερχόμενα group της εταιρίας. Ανάμεσα σε Exorcist, Bulldozer και S.O.D., κάτω στη δεξιά σελίδα, μια πενταμελής μπάντα από τη Florida που φοράει ασημένιες μάσκες. Όπως βεβαιώνουν τα ανάμεσα σε εισαγωγικά λόγια του Wessels, οι μασκοφόροι παίζουν «επικό μέταλλο που θα σβήσει τους Queensryche». Είναι Δεκέμβριος του ’86 και η μπάντα ονομάζεται Crimson Glory.To ομώνυμο ντεμπούτο τους παρουσιάζεται από το περιοδικό το Μάϊο του ’87 – φυσικά και πάλι από τον Lord. Βαθμός «10/10» και  κατακλείδα «Πώς ένα τέτοιο συγκρότημα ήταν κρυμμένο τόσο καιρό είναι μυστήριο. Κάντε ένα μεγάλο δώρο στον εαυτό σας και αγοράστε αυτό το δίσκο. ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ».
Όταν το πρωτακούω, βιαστικά από μια δανεική κόκκινη TDK, έχει πάει καλοκαίρι. Είναι πράγματι πολύ δυνατό. Οπερατικά φωνητικά, καλοακονισμένες κιθάρες, ήχος συμπαγής, δουλεμένος.
Τα “Valhalla”, “Azrael”, “Queen Of The Masquerade”, “Lost Reflection” λείπουν από πολλά heavy συγκροτήματα πρώτης γραμμής. Η μπάντα με τις μάσκες δεν προβάλλεται σχεδόν καθόλου. Δεν υπάρχει δικό τους βίντεο – κλιπ, δε μαθαίνουμε αν περιοδεύει. Τα κενά επιτρέπουν στις προσδοκίες να μεγαλώσουν.
Αν είναι τόσο καλό το πρώτο τους, πού μπορούνε να φτάσουν;
Μεταξύ ’86 και ’90 «ψαγμένο» metal προερχόμενο από μικρές εταιρίες – Music For Nations, Roadrunner, Noize - σήμαινε κατά κανόνα ακριβό βινύλιο εισαγωγής που σε έπειθαν ότι αξίζει να τό’ χεις μόνον εσύ και οι επίλεκτοι πιστοί του συντάκτη που το αποθέωνε μέσα από τη μηνιαία δισκοκριτική. Στη περιοδική βίβλο του ντόπιου μεταλλά το ενωτικό πνεύμα του Γιάννη Κουτουβού είχε πλέον υποχωρήσει και παρωπιδικές μονομανίες είχαν αρχίσει να καλλιεργούνται.
Καθώς ο χειμώνας του ’88 κατηφόριζε προς τα Χριστούγεννα και ενώ στο Billboard το hair metal κυριολεκτικά βασίλευε, το ευρωπαϊκό Metal Hammer, μεγάλος αδελφός και αρχισπόνσορας από τον Απρίλιο του δικού μας “HeavyMetal”, έτρεφε τις ορδές των πεινασμένων για «αληθινό»metalμε καραβιές από φιλόδοξα, ικανά, αλλά χωρίς πραγματικό άστρο, γκρουπ : Scanner, Liege Lord, Hittman, Artch προτείνονταν σαν εναλλακτική αφενός απέναντι στο «ποζεράδικο» καθεστώς, αφετέρου στο διογκούμενο κύμα της δεύτερης γενιάς του thrash: Flotsam & Jetsam, Atrophy, Acid Reign, Coroner, Tankard. Όλα αυτά, σε μια χρονιά όπου τα λεγόμενα «πρώτα ονόματα», παρά την μεγάλη εμπορική αποδοχή, έδειχναν να είχαν στομώσει. Από τους Anthrax και τους Slayerως τους Maidenκαι τον Ozzy, όλοι κυκλοφόρησαν μέσα στο ’88 καινούρια άλμπουμ, κανείς τους όμως κάτι που να φτάνει ή να ξεπερνά το κραταιό παρελθόν.
Μέσα σε ένα τέτοιο κάδρο, oι Crimson Glory κινούνται undertheradarμε σπάνια αυτοσυγκράτηση. Μια σειρά από προβλήματα στη διανομή τους εμπόδισε να κάνουν περισσότερες από 20 εμφανίσεις σε Ολλανδία και Γερμανία προωθώντας το πρώτο τους άλμπουμ.
Χωρίς να το βάζουν κάτω, επέλεξαν να συνεχίσουν να γράφουν και να προβάρουν ασταμάτητα διατηρώντας τις πρωϊνές τους δουλειές, μέχρι να γεννήσουν υλικό πρωτότυπο, δικό τους, που με αξιοπιστία θα μπορούσε να παρουσιαστεί δημόσια.
Γιατί ο τραγουδιστής John Patrick jr. Mc Donald που έφερε το σκοτεινό προσωνύμιο “Midnight”, οι κιθαρίστες Jon Drenning και Ben Jackson, ο μπασίστας Jeff Lords και ο ντράμμερ Dana Burnell, μαζί ήδη από τις αρχές του '80, δεν στόχευαν απλώς να κάνουν καρριέρα. Διψούσαν να δημιουργήσουν heavy metal μεγαλειώδες. Κι αν με το πρώτο άλμπουμ τους μπήκαν στον διεθνή μέταλ χάρτη ως «η μπάντα έκπληξη του 1987», για το δεύτερο είχαν ανεβάσει οι ίδιοι τον πήχη ακόμη ψηλώτερα.
Με τόπο εργασίας τα Morrisound studios κοντά στην Tampa της Florida, η μπάντα επεδίωξε έναν ήχο ακόμη πιο ακριβή όσο και ευρύ από εκείνον του ντεμπούτου, με συμφωνικές ενορχηστρώσεις και πλήκτρα δίπλα στα κοφτά ριφ.



«Αφιερώσαμε εξαντλητικές ώρες όλοι μαζί, γράφοντας, προβάροντας και ενορχηστρώνοντας τα τραγούδια. Ο
Midnight ήταν ασταμάτητος, στην κορυφαία του φόρμα.
Ηχογραφούσαμε αργά τη νύχτα και φτάναμε ως το πρωί. Θέλαμε να φτιάξουμε έναν δίσκο που θα μείνει στο πέρασμα του χρόνου, κάτι που θα είναι πραγματικά ιδιαίτερο, εξαιρετικό και αξιομνημόνευτο. Ηχογραφήσαμε τις κιθάρες επί μέρες, βελτιώσαμε λεπτομέρειες, κρατώντας τα
takes που μετά από πολλά σκέψη ταίριαζαν στο ύφος του κάθε κομματιού. Για τα τύμπανα, χρησιμοποιήσαμε ένα συνδυασμό κανονικών ντραμς και samples. Περάσαμε τα ντραμς του Dana μέσα από synclavier χωρίς πιατίνια, τα οποία ηχογραφήσαμε ξεχωριστά. Ήταν ένας επίπονος, σχολαστικός τρόπος ηχογράφησης. Όμως τίποτε δε θα μας εμπόδιζε να πετύχουμε αυτό που επιθυμούσαμε : έναν πρωτογενή, κρυστάλλινο ήχο, όπου κάθε όργανο θα ακούγεται πεντακάθαρα».

Χωρίς τυμπανοκρουσίες, τελευταίες μέρες του Νοεμβρίου του ’88 το “Transcendence” έκανε την εμφάνισή του στα ράφια του πρώτου ορόφου του “Metropolis”. Πίσω από τον πάγκο του “Rock City” της Σωκράτους, ο Lord, με τα μάτια γουρλωμένα και τη χωρίστρα ν’ ανεμίζει, δεν άφηνε περιθώρια: «Μιλάμε για τ η ν δισκάρα ! Μάγκα μου, πάρ’ το επί τόπου και θα με θυμηθείς!». Στο εξώφυλλο μια γυμνή γυναικεία φιγούρα είναι προσδεδεμένη στα ύφαλα μιας διαστημικής βολίδας σε σχήμα κορίνας, με τα πόδια της να ενώνονται με τα μηχανικά μέρη. Τα χέρια της σε έκταση, από τα μάτια της δύο δέσμες λέϊζερ δείχνουν το δρόμο μέσα στο υπερδιάστημα. «Υπέρβαση». Πέρασμα σε άλλη διάσταση. Μετάλλαξη. Αναγέννηση.
«Εγώ κι ο Midnight αφιερώσαμε πολύ χρόνο σε βιβλιοθήκες, διαβάζοντας και εξερευνώντας θέματα από τη φιλοσοφία και από την ιστορία, για έμπνευση. Εκεί, πέσαμε πάνω σ’ αυτή την εικόνα, που βρισκόταν στο εξώφυλλο του περιοδικού “Omni”. Αμέσως την φαντάστηκα ως εξώφυλλο στο καινούριο μας άλμπουμ. Δημιουργός της κάποιος Takashi Torada, Ιάπωνας. Έβαλα αμέσως τον μάνατζέρ μας να τον βρει. Ζούσε στους πρόποδες του ηφαιστειογενούς όρους Fuji, νοτιοδυτικά του Τόκυο. Συμφώνησε να μας παραχωρήσει την άδεια χρήσης σχετικά εύκολα».
Στο μαύρο οπισθόφυλλο ένα σύμπλεγμα δέκα μικρών κύκλων σε κάθετη διάταξη 1-2-3-3-1 ενώνονται σε τρεις μεγαλύτερους που ο ένας τέμνει τον άλλο. Σύμβολα και γράμματα αρχαίων πολιτισμών σηματοδοτούν μια μυστηριώδη αλληλεπίδραση, αποτυπώνοντας ένα ακατανόητο ρητό, σε τρεις γραμμές με χρώμα κυπαρισσί.
«Θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε αληθινά σύμβολα για να διατυπώσουμε κρυπτογραφημένα ένα μήνυμα για όσους θα είχαν την περιέργεια και το κίνητρο να το ψάξουν. Μαζί με τις μάσκες, θέλαμε το οπισθόφυλλο να δημιουργεί το απαραίτητο μυστήριο γύρω από την μπάντα. Δεν επρόκειτο όμως για ένα απλό τρυκ».
Κανένα τρυκ. Το περιεχόμενο του δίσκου, μέσα σε κάτι περισσότερο από 50 λεπτά, το αποδεικνύει. Από τις πρώτες νότες, το σφιχτοδεμένο κιθαριστικό μπάσιμο του “Lady Of Winterκαθυποβάλλει. Μια μεγαλεπήβολα αποπροσανατολιστική παραίσθηση διαχέεται απ’ τα ηχεία. Ένα ξωτικό απαγγέλλει για κάποια Κυρά του Χειμώνα σα νά’ ναι η Κυρά της Λίμνης που έδωσε στον Αρθούρο το Εξκάλιμπερ. Σύννεφα που αστράφτουν, το τραγούδι στον άνεμο, βαθυγάλαζα όνειρα μέσ’ απ’ τις σκιές, εποχές που αλλάζουν κι ένα αριστοτεχνικά βίαιο σόλο - βατήρας που εκτοξεύει το δείκτη μεταλλοσύνης σε δυσθεώρητα ύψη.



«Οι στίχοι μπορούν να γίνουν κατανοητοί με ποικίλους τρόπους. Δεν θέλουμε να είμαστε δογματικοί, προσπαθούμε ν’ αφήσουμε περιθώριο στον ακροατή να βρει μέσα τους ό,τι ο ίδιος αναζητά. Ένα τραγούδι μπορεί να σημαίνει εντελώς διαφορετικά πράγματα για κάθε άνθρωπο». Τα λόγια του κιθαρίστα Jon Drenning, όπως αποτυπώνονται στο τεύχος Δεκεμβρίου του “Metal Hammer” μοιάζουν μετρημένα μπρος σ’ αυτό που έχουν καταφέρει. «Οι στίχοι στοχεύουν να σκιαγραφήσουν ένα είδος ζωγραφικού πίνακα, τον οποίο ο καθένας μπορεί να ολοκληρώσει με το δικό του τρόπο».
Μετά το σκληροτράχηλο “Red Sharks” («Οι στίχοι αναφέρονται στην πολιτική κατάσταση στη Σοβιετική Ένωση, όμως δεν κάνουμε το λάθος να μυθοποιήσουμε την πολιτική κατάσταση της Αμερικής. Είμαστε ενάντιοι σε κάθε σύστημα όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αναγνωρίζονται»), έρχεται το “Painted Skies”, το πρώτο κομμάτι του δίσκου που εμπεδώνει την αίσθηση ότι ακούς κάτι σπάνιο. When shes sad the world is lonely…”. Ακουστική εισαγωγή οδεύει προς απογειωτικό ρεφραίν, ενώ οι ντουμπλαρισμένες κιθάρες και πάλι εκπληκτικά εύστοχες. Το “Masque Of The Red Death” αντλεί από το ομώνυμο διήγημα του Edgar Allan Poe, έχει εξωτικό χρώμα στα γυρίσματα κι ένα σόλο όλο παραμόρφωση και υστερία, όμως αποδεικνύεται ένα συγκριτικά προσγειωμένο διάλειμμα στην υπερβατική πτήση.
Με ανάπτυξη που παραπέμπει στο “Kashmir”, στιβαρές κιθαριστικές αρμονίες και πάλι στο ρόλο του οδηγού, πλάτες από πλήκτρα που στοιχειώνουν, ανοίγοντας ένα φαντασμαγορικό ξέφωτο στο ρεφραίν, όπου πάλι διαπρέπει ο Midnight, το “In Dark Places” είναι μια fantasy ελεγεία. «Σημαίνει πολλά για μας και μας πήρε καιρό να το ηχογραφήσουμε. Στα ντραμς υπάρχει μια επιρροή από JohnBonham, γεμάτα και πολύ κοφτά. Πιθανόν το πιο αντιπροσωπευτικό κομμάτι για το πώς θέλουμε να εξελιχθούμε στο μέλλον».
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με τύμπανα στρατιωτικού εμβατηρίου. Το επιβλητικό “Where Dragons Rule«αφορά τα πολιτικά συστήματα που ωθούν τους ανθρώπους να πάρουν μέρος σε άσκοπους πολύνεκρους πολέμους» και το διατρέχουν πάλι οι διπλές κιθάρες, ενώ το “Lonely” πιάνει το νήμα από το “Painted Skies” και σε πιο γήϊνο τόνο αποδίδει «μια δραματική ερωτική ιστορία από θηλυκή οπτική γωνία». Ένα ακόμη υποδειγματικό κτίσιμο φωτοσκίασης, «θα μπορούσε να γίνει ένα ωραίο single, αν και δεν ηχογραφούμε κανένα κομμάτι με σκοπό να μπει στα τσαρτς».
Πράγματι, αυτό θα γίνει, ως πιο εύληπτο, το πρώτο βίντεο κλιπ των Crimson Glory.


Σ’ ένα άλμπουμ γεμάτο κομμάτια με προσωπικότητα, το συγκλονιστικό “Burning Bridges” κατορθώνει πάντως να ξεχωρίσει. Μετά την αιθέρια εισαγωγή, ένας ανεξίτηλος σε κάθε φθόγγο Midnight (So many time Ive had to turn awayfrom love I know could be true to me”) κατατρώγεται και παλεύει να μη λυγίσει καταγράφοντας τον πόνο της ερωτικής απώλειας με τρόπο που ελάχιστοι τραγουδιστές έχουν κατορθώσει να αποτυπώσουν σε οποιαδήποτε στοιβάδα του hardrock στερεώματος. Η γέφυρα (“leave me silent in the morning lightHold me close until the morning comes againI need you so badTell me lies if truth reveals your love”) πείθει χωρίς δεύτερη κουβέντα ότι μετά απ’ αυτόν το δίσκο, βρέθηκε ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι, ίσως και θα έπρεπε να γίνει, ο φυσικός διάδοχος του David Surcamp των Pavlov’s Dog.
Σα να μην είναι αρκετή η καθηλωτική του ερμηνεία, αυτή η μίνι ροκ όπερα των εξήμισυ λεπτών κορυφώνεται με μια ουρανομήκη νότα πάνω στην οποία σκάει ένα ακόμη εξηλεκτρισμένο σόλο που κόβει την ανάσα. «Στο κομμάτι αυτό υπάρχουν δεκαεπτά διαφορετικά κιθαριστικά μέρη και η φωνή του Midnight ακούγεται σε όλο της το εύρος. Ήταν το πιο δύσκολο στην ηχογράφηση κομμάτι - μια πραγματική πρόκληση – καθώς είναι γραμμένο σε περίεργο κλειδί, τόσο η μουσική όσο και η φωνή. Αυτό μας πήρε τον περισσότερο χρόνο».
Το “Eternal World” θυμίζει ότι ακούμε fantasy heavy metal, όχι του τύπου λαδωμένο μπρατσάκι με πέτσινο βρακάκι, ούτε φλύαρο, αυτάρεσκο τύπου “Awaken The Guardian”. Περηφανή αγκαθωτά ριφ, φωνή καλπάζουσα, μια απρόσμενη επιτάχυνση στη μέση που με οδηγό μια ακόμη νότα που σκίζει τους ουρανούς αφήνεται σ’ ένα αφηνιασμένο σόλο, σα να πέφτεις με ασύλληπτη ταχύτητα προς την άβυσσο. Το πέρασμα σε μια άλλη διάσταση απολήγει στο μυσταγωγικό “Transcendence”. Με φωνή περασμένη μέσα από παραμόρφωση και με ολόγυρα της θρηνητικές ηλεκτροακουστικές, ένας στενός συγγενής του “The Battle Of Evermore”.

“Try to find your sky, your world within yourself”. Η φωνή, μια εμπροσθοφυλακή που διαπερνά τις άμυνες κάθε απαιτητικού ακροατή, διεισδύει στο μυαλό. Πόνος, νόστος, απόγνωση, πάθος, εξαγγελία, αποτροπιασμός, ονειρική περιήγηση, διαλείμματα λύτρωσης. Εκεί που ο Geoff Tate είναι ένας εκφραστικός υψίφωνος με υποδειγματικό αυτοέλεγχο, ο 26χρονος Midnight είναι μια οντότητα που έχει γεννηθεί σε κάποιο μυστήριο δίπλωμα του χρόνου. Μια ερμηνεία απόκοσμη που σε ανυψώνει σα μια αλληλοδιαδοχή από άριες και σε συντρίβει κάτω από μια χθόνια σκληράδα, αυτήν της φωνής μόνον όσων έχουν χάσει τα πάντα και πεθαίνουν να το μοιραστούν. Άλλοτε αναβλύζει, άλλοτε ματώνει απ’ τα ηχεία, πάντως ενσταλάζεται στην ψυχή.
«Θέλαμε να δημιουργήσουμε κάτι που θα κρατήσει για μια ζωή. Ή μάλλον για περισσότερο από μια ζωή. Όταν όλοι μας θα’ χουμε φύγει, το μήνυμα που μπορεί κανείς να αποκρυπτογραφήσει ερευνώντας το οπισθόφυλλο, θα παραμένει ζωντανό για να διαβάζεται από τον μελλοντικό ακροατή. Και τώρα, τώρα χρόνια μετά, μπορώ να πω ότι μέσα από έναν συνδυασμό από εβραϊκά, αραμαϊκά και ελληνικά, λέει κατά λέξη τα εξής : “Θα πατάξουμε εκείνους που μας ποδηγετούν. Είμαστε το μέλλον σας, είμαστε παντοτινοί”».
Εκείνες οι πρώτες απανωτές ακροάσεις, τελευταίες μέρες Νοεμβρίου του ’88, υπήρξαν καταλυτικές. Βέβαιος ότι δεν είμαι δέσμιος της πρώτης εντύπωσης, θυμάμαι ν’ αναρωτιέμαι φωναχτά «τί κρατάω στα χέρια μου». Αν υπάρχει μεταλλική δικαιοσύνη, θα πρέπει αυτό το άλμπουμ να ανακηρυχθεί ομόφωνα όχι μόνο το καλύτερο της χρονιάς, αλλά από τα καλύτερα ολόκληρης της μεταλλικής ιστορίας. Να που ο Lord, ο συνήθως υπερενθουσιώδης και αβανταδόρος με τα heavy κολλήματά του, αυτή τη φορά, είχε, πέρα για πέρα, δίκιο.
Τα χρόνια που ακολούθησαν απέδειξαν ότι το “Transcendence” ανέβασε τον πήχη για το heavy metal όσο πιο ψηλά γινόταν σε μουσική κλίμακα. Η σύλληψη, η εκτέλεση, οι αναπαραστάσεις του εξωφύλλου και το ίδιο το ύφος των δέκα τραγουδιών από άποψη στίχων δεν είναι τίποτε τίποτε λιγώτερο από metal. Κι όμως είναι ένα κομμάτι μουσικής που μπορείς άνετα να παρουσιάσεις σε κάποιον εκτός metalκλίματος με την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να τον αφήσει αδιάφορο. Μαζί ίσως με τα δύο “Keeper” και το “Rage For Order” που είχε προηγηθεί κατά ενάμισυ χρόνο, το “Transcendence” υπήρξε αν όχι η τελευταία κορυφαία ηχογράφηση της δεκαετίας, αλλά το ορόσημο, το ανώτατο σημείο που μπορεί το metal να φθάσει ως μουσική πρόταση ανάμεσα στις παραδεδεγμένες φόρμες. Με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, οι επόμενες δεκαετίες, με βοήθειες κι απ’ τη μυαλοπωλική οίηση γραφιάδων της πρώτης δημοτικού προσέφεραν στο γαλατικό χωριό των μεταλλομανών πολλές αφορμές για διχασμό, με επίπλαστους όρους όπως “power metal’, “epic metal”, “modern metal” και τα συναφή. Συνήθως, δεν ήταν παρά κυρίως κακής ποιότητας αντιγραφές για πεινασμένα αυτιά και για ολοένα και πιο κλειστά μυαλά. Γιατί ελάχιστοι έκτοτε τόλμησαν να υλοποιήσουν το όραμά τους, όπως εκείνοι οι πέντε τύποι από την Florida.

Υ.Γ. Ι: Οι Crimson Glory περιόδευσαν μέσα στο ’89 ανά την Ευρώπη ανοίγοντας για Metallica, Queensryche, Ozzy και Anthrax. Πραγματοποίησαν μια μικρή περιοδεία στις Η.Π.Α., άλλη μία στην Ιαπωνία, εμφανίστηκαν μάλιστα το 1990 στο γενέθλιο φεστιβάλ του περιοδικού Metal Hammer στη Γερμανία.  Όμως, δεν ήταν η πρώτη φορά που η μουσική βιομηχανία φάνηκε κυνική προς απροσάρμοστους στα τρέχοντα γούστα της Δον Κιχώτες. Όσο σκληρά κι αν προσπάθησαν στη σκηνή, όσο δεκτικοί κι αν παρουσιάστηκαν οι ίδιοι προς τον τύπο, όσο καλές κριτικές κι αν απέσπασαν, οι πωλήσεις τους κινήθηκαν στα ρηχά. Ή τουλάχιστον έτσι μάθαιναν οι ίδιοι. 20 χρόνια αργότερα, ο Jon Drenning θα συμπληρώσει το κομμάτι που λείπει στην άδοξη coda. «Οι εταιρίες με τις οποίες υπογράψαμε για να διανείμουν τους δύο δίσκους μας δεν μας απέδωσαν ποτέ δικαιώματα. Κάποιες χρεοκόπησαν, πρόλαβαν όμως να παραχωρήσουν την άδεια κυκλοφορίας και αναπαραγωγής των δίσκων μας σε άλλες, μικρώτερες, χωρίς οποιαδήποτε δική μας ενημέρωση. Ούτε αυτές φυσικά μας απέδωσαν ποτέ δικαιώματα. Βρεθήκαμε σύντομα μπλεγμένοι σ’ ένα νομικό κυκεώνα, την ώρα που είχαμε αρχίσει να αποκτούμε ένα πιστό κοινό στην Ευρώπη και το μόνο που θα έπρεπε να έχουμε στο μυαλό μας είναι το επόμενο δισκογραφικό μας βήμα. Ένας από τους κύριους λόγους που διαλυθήκαμε τόσο άδοξα ήταν αυτός. Καταλάβαμε ότι ενώ είχαμε αφιερώσει τη ζωή μας στους δύο αυτούς δίσκους, ειδικά στο Transcendence, πάντα θα υπήρχε ένα κύκλωμα που χωρίς κανένα δικαίωμα θα τους εκμεταλλευόταν χωρίς να μπορούμε να προστατευθούμε. Αυτό στάθηκε, με τα δεδομένα της εποχής, τρομερά αποκαρδιωτικό. Νιώσαμε έκθετοι, δεν μπορέσαμε ποτέ ξανά να εμπιστευθούμε κανέναν».




 Υ.Γ. ΙΙ: (…) fear not the reaper’s blade, it does not mean the end – It never really ends”. Ο ακροτελεύτιος στίχος του “Transcendence” χωρίς μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσε να αποτελεί για το heavy metalτης δεκαετίας του ’80 το αντίστοιχο της αποφώνησης του Plant στο “Stairway ToHeaven”. Ένας στίχος με υπερκόσμια φόρτιση, που τον γέννησε μια αλλούτερη ευθυγράμμιση αστέρων και τον έφερε στον επίγειο μουσικό κόσμο, φυλαγμένο ταπεινά στο χρυσοποίκιλτο σεντούκι αυτού του άλμπουμ, που μόνον οι διψασμένοι για αυθεντικότητα όταν βρουν στο διάβα τους μπορούν να δικαιώσουν. O John Patrick jr. Mc Donald, ο άνθρωπος που με την αξεπέραστη ερμηνεία του έλαμψε σύντομα αλλά εκτυφλωτικά ως Midnight, αποχώρησε από τη μπάντα, μετά το αποτυχημένο πείραμα του “Strange And Beautiful” του 1991, στο οποίο με βαριά καρδιά οι Crimson Glory πήγαν να μεταμορφωθούν σε ψυχεδελικούς Led Zeppelin. Ακολούθησε μια σκοτεινή περίοδος επτά ετών όπου ο Midnight διολίσθησε σε καταχρήσεις, επέλεξε λάθος συνεργάτες και αποτύγχανε διαρκώς να ξαναβρεί την αιθέρια ποιότητα της φωνής που ακούγεται στο “Transcendence”. Η σπασμωδική ακολουθία από καταδικασμένες στην αφάνεια δισκογραφικές προσπάθειες δεν απέφερε τίποτε περισσότερο από ψήγματα μιας βαριά λαβωμένης τραγουδιστικής ευφυίας, με ανησυχητική ροπή προς την κατάθλιψη και την αυτοκαταστροφή και δε στάθηκε ικανή να τον βοηθήσει να επανέλθει, ούτε κι όταν το 2005 συμφώνησε να επανενταχθεί στους Crimson Glory.
Κατέληξε από στομαχικό ανεύρυσμα στις 8 Ιουλίου 2009, στα 47 του, αφήνοντας πίσω του δύο κόρες, την Arielκαι τη Heaven κι έναν εγγονό, τον Benjamin.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Live Favorites

// Rocktime Songs