Eagles: Απολογισμός ασωτείας, in the Long Run
Δευτέρα

10Φεβ

Eagles: Απολογισμός ασωτείας, in the Long Run

Δημοσιεύθηκε από:

10/02/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

633
H Πόλη των Αγγέλων. Η πολιτεία αυτή, η βουτηγμένη στην εμμονή της διασημότητας. H γη αυτή, η σπαρμένη πομπώδη θεάματα, μεγαλεπήβολα όνειρα, ματωμένη επιμονή και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Η τσιμεντένια αυτή βαβυλωνία που κάτω από την πεισματική ηλιοφάνεια της δυτικής ακτής, κοχλάζει από ζωή, νεύρο, καλοπέραση, δοσοληψία.
Η ίδια πολιτεία, η οποία όταν πέφτει η νύχτα, μεταμορφώνεται σε κάτι διαφορετικό. Απαλλαγμένες από τη στέρεα λογική της ημέρας, μέσα στο σκοτάδι, σκιές, αεικίνητες, εναγκαλίζονται μεταξύ τους σε μορφώματα σκούρα, δυσδιάκριτα. Ξεμυτίζουν από τα κρησφύγετά τους με τα χέρια στις τσέπες του Wrangler και με τσαλακωμένα Lucky Strike να κρέμονται από τα άνυδρα χείλη τους, τριγυρνούν, αλλάζουν προορισμό, στέκονται στις γωνίες των δρόμων και περιμένουν. Κάποιες απ’ αυτές σέρνουν τις μυτερές μπότες τους τις γδαρμένες από ταξίδια σε χίλιες ερήμους, προς τα μέρη που τα όνειρά τους αναζητούν την πιο ακριβή κι από χρυσάφι ευκαιρία να πιάσουν την καλή. Σε βρώμικα δρομάκια, παρατημένα καφέ, αίθουσες συσκέψεων, αφρόντιστα σαλόνια από απαστράπτοντα γιωτ, loft με κρεββατοκάμαρες δαρμένες από απληστία και απουσία, οι σκιές αποζητούν να σφίξουν χέρια μ’ εκείνον που θα της πάρει την ψυχή και σ’ αντάλλαγμα θα της εξασφαλίσει την πολυπόθητη επιτυχία. Η Πόλη των Αγγέλων, μακριά απ’ το φως της μέρας, ανοίγει τον κόρφο της και καλωσορίζει τις πεινασμένες σκιές των θηρευτών, στην αφθονία των μαγικών της τοπίων. Σ’ αυτά είναι που θα πραγματοποιήσει τα όνειρα. Σ’ αυτά τα ίδια είναι που, κατά τις βουλές της, θα τα μεταμορφώσει, μέσα απ’ τους δικούς της μυστηριώδεις δρόμους, σε εφιάλτες.
 
Όπως και ο εκ Σικάγου ορμώμενος Warren Zevon, έτσι και οι πέντε Eagles, κανένα από τα μέλη των οποίων δε μεγάλωσε στην Καλιφόρνια, στον έκτο και από πολλές πλευρές οριακό τους δίσκο The Long Run”, καταπιάνονται με το να ερμηνεύσουν τη μάγισσα νύχτα του Hollywood, που μεταλλάσσει, αποκαλύπτει, εξαφανίζει, παγιδεύει. Εκεί που ο Zevon χρησιμοποίησε σαν alter ego του το Λυκάνθρωπο και τους Desperadoes, οι Eagles ξεπέζεψαν στο L.A. στις αρχές του 1970 ως desperados οι ίδιοι, το ’73 κυκλοφόρησαν κι έναν δίσκο με τον τίτλο αυτό και μέσα από τη συγκεκριμένη μυθολογία του πλανόδιου περιθωριακού ήρωα της δύσης, προσέγγισαν τα μεγάλα θέλγητρα και τις μεγάλες χίμαιρες. Καθώς μεγάλωνε η επιτυχία, η χλιδή άμβλυνε τις αντιστάσεις και θόλωνε τη ματιά, αφού ξόδεψαν τα καλύτερα ετάπ της ζωής τους στη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας, αφού γεύθηκαν, σαγηνεύθηκαν και αποπλανήθηκαν από έμψυχα και άψυχα γόητρα, με όση ψυχή τους απέμεινε ανέπαφη επέλεξαν το 1979 να αφηγηθούν το πώς ο μουσικός - σταρ πιάνεται στο απατηλό δόκανο της δαντικής συμφωνίας με την επιτυχία που τόσο πεινασμένα επιζητούσε. Το “The Long Run” θα προκύψει τρία χρόνια μετά το απόγειο του “Hotel California”. Έχει σκληρή καρδιά, κυνική ματιά και οι λιτοί, ευφυείς στίχοι του σερβίρονται πλήρεις κατασταλαγμένης ματαίωσης.
 Η πρώτη ακρόαση φέρνει το ομώνυμο τραγούδι να ξεκινά διστακτικό, χωρίς τις καλογυαλισμένες μελωδίες των προηγούμενων δίσκων, μέσα σε οικείο, πάντως, γγια το ακροατήριό τους country-rock κάδρο. Ο Don Henley μιλά για τις ελπίδες της νιότης και τις αρετές της επιμονής, της ικανότητας για αντοχή απέναντι στο χρόνο. για το Το ανέμελο ξεκίνημα μέσα σε τριάμισυ λεπτά δεν καταφέρνει να κρύψει υπόκωφα πάθη και ανασφάλειες, καθώς μεταλλάσσεται σε μια σειρά από σαρκαστικά ερωτήματα, πάνω σ’ ένα άδηλο συλλογικό και προσωπικό μέλλον. Ο βετεράνος αφηγητής δείχνει να γνωρίζει εκ των προτέρων κάθε απάντηση:
 
«Μήπως τό’ κανες για τον έρωτα;
Μήπως για τα λεφτά;
Μήπως από πείσμα;
Μήπως, επειδή “έπρεπε”, μωρό μου;
Ποιός θα τα καταφέρει
Θα το μάθουμε μετά από καιρό».

 

Στο σύνολό του, το The Long Runείναι ένα επιμελημένο κολλάζ από σκοτεινά μοτίβα που η δισκογραφία των Eagles είχε υπαινικτικά εκθέσει και στα προηγούμενα κεφάλαιά της.
Όμως αυτή τη φορά, η ματιά των στιχουργών σ’ αυτά τα μοτίβα – τη ματαιοδοξία της διασημότητας, τη λοξοδρομημένη εφηβεία, τη στυγνή συναλλαγή για φήμη, τις ρηχές συναισθηματικές σχέσεις, τη μικρόνοια του θαυμαστή που τρέφει τον καλλιτέχνη - είναι πια αποκρυσταλλωμένη, ανυπόκριτη, σίγουρη για την πίκρα των στίχων με την οποία επιλέγει να εκφραστεί, πρόθυμη να διασκεδαστεί από σποραδικές μόνο κιθαριστικές εκρήξεις. Η στεγνή απλότητα του άλμπουμ τραβάει το χαλί στον ακροατή που θα προσδοκούσε ένα ακόμη γλαφυρό Hotel California. Δε θα βρει εδώ κανείς μια συλλογή τραγουδιών συνολικής διάρκειας τριών τετάρτων της ώρας με τα οποία μπορεί να επενδύσει καλοσκηνοθετημένο ένας προς έναν με την prom queen των ονείρων του μέσα στο αυτοκίνητο του μπαμπά του. ΤοThe Long Run είναι πιθανόν η πιο αντιεμπορική κυκλοφορία των Eagles, δεν είναι τυχαίο ότι στην ουσία ήταν και η τελευταία τους. Εκεί που άλλοτε υπήρχαν εξυπνοι, σκόπιμα ασαφείς υπανιγμοί, εδώ κυριαρχεί μια ευθεία προσέγγιση στα θέματά του. Το ένα τραγούδι σα να σιγοντάρει το επόμενο στο να κτιστεί ένα μουσικό έργο που ενσωματώνει κάτι από την πικρία του κινηματογραφικού έπους της χρονιάς εκείνης, του «Αποκάλυψη Τώρα» του Κόπολλα και κάτι απ’ τα προσωπικά αδιέξοδα των ηρώων της «Μέρας της Θεομηνίας» του Σλέσινγκερ, σ’ ένα τελικό αποτέλεσμα που κάθε άλλο παρά εφησυχάζει.


 

Το I Cant Tell You Why προεκτείνει τη σκληρόκαρδη διάθεση του αφηγητή να ερωτοτροπήσει και μεσα στον υπνωτιστικό, ψευδορομαντικό του τόνο περιγράφει τις παγίδες των ζευγαριών που «έζησαν μέσα από χρόνια σκοτεινά», «μένοντας ξύπνιοι όλη νύχτα, για να κάνουν τον έρωτά τους κομμάτια». Στην πρώτη φωνή είναι ο νεοφερμένος αλλά καθόλου άγουρος Timothy Schmit, φέροντας μαζί του από το country rock των Poco την εύθραυστη ποιότητά του στην ερμηνεία. Τα συνθεσάϊζερ ναρκώνουν και οι μελωδικές φράσεις του Don Felder στην κιθάρα δημιουργούν την αίσθηση ότι ο ακροατής γλυστρά αργά αλλά σταθερά στο γλυκό τέλμα των σχέσεων που σκιαγραφεί. «Κάθε φορά που πάω να φύγω, πάντα κάτι με κάνει να γυρίζω πίσω και να μένω. Δεν μπορώ να σου πώ γιατί».
Η δυσοίωνη αίσθηση ενισχύεται από τα μακρόσυρτα slide του Jοe Walsh στο “In the City”, κομμάτι γραμμένο από τον ίδιο. Έχει ήδη ακουστεί, έστω και σε διαφορετική εκτέλεση, να κλείνει τη θρυλική ταινία “Warriors” του Walter Hill, που έχει κυκλοφορήσει το Φεβρουάριο ’79. «Έλεος δεν δείχνουν της πόλης οι δρόμοι» λέει ο Walsh που αναλαμβάνει την πρώτη φωνή, «κανείς δεν είναι κει να σε πιάσει, όταν πέσεις».
 Ακολουθεί η σκοτεινή καρδιά του άλμπουμ, με δύο από τις πληρέστερες συνθέσεις των Eagles. Το “The Disco Strangler”, με κοφτές κιθάρες κι ένα μπάσο που παραμονεύει να επιτεθεί, σκιαγραφεί την νοσηρή απόγνωση που ενεδρεύει στη σκιά της μητρόπολης, πεινασμένη για να κάνει το κακό. «Η Ρώμη φλέγεται, όμως όλα καλά», τραγουδάει ο Don Henley, καταφέρνοντας να αιχμαλωτίσει με τη ακρίβεια χρονογράφου τον ηδονισμό της εποχής, που φλερτάρει ανυπόληπτα με το θάνατο.  
 
«Άνετη και φορτωμένη κάθε βράδυ
Χορεύει κάτω απ’ τα φώτα
Λέει «Κοίτα με μωρό μου, κοίτα με
Είμαι όμορφη, Είμαι όμορφη, είμαι κάποια».

Ο θρίαμβος της επιτηδευμένης αυτάρκειας πετιέται βιαίως στα σκουπίδια, καθώς η χωρίς όνομα αυτάρεσκη disco queen που «το μόνο που θέλει είναι η καλή ζωή» ρίχνεται στην αγκαλιά ενός επίσης ανώνυμου φονιά, που «καραδοκεί για τη στιγμή του», ανάμεσα στο πλήθος που εκείνη τόσο θεληματικά προσελκύει με τον αυτάρεσκο χορό της. Στο “King of Hollywood” οι Glenn Frey και Don Henley, ανάμεσα από κιθαριστικούς υπανιγμούς, υφαίνουν την εικόνα του Χολλυγουντιανού μαικήνα που περικυκλώνει το διψασμένο για δόξα θηλυκό του θύμα πάνω στο δερμάτινο καναπέ του γραφείου του, σερβίροντάς του μια Φαούστεια συναλλαγή.
 
«(…) Έλα κάτσε δίπλα μου, γλυκιά μου
Έλα να τα πούμε ειλικρινά
Κοίτα με και πες μου, αγάπη μου
Πόσο πολύ τον θές αυτό το ρόλο;
 
Θα σου πάρουμε διαμέρισμα μωρό μου
Θα σου πάρουμε κι αμάξι
Ναι, θα σε φροντίσουμε, αγάπη μου
Θα σε κάνουμε σταρ του σινεμά
 
Χρόνια τώρα τις βλέπω, πάνε κι έρχονται
Τις έχω πάρει όλες, να ξέρεις
Τα πήγα όλα όπως ήθελα
Εγώ τις έκανα αυτό είναι σήμερα»

 

 
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το σε πρώτη ακρόαση ανέμελο country rock του “Heartache Tonight”, στο οποίο όμως αυτό που λέει ο Glenn Frey είναι ότι μέσα στην ατέρμονη ακολουθία από ολονύχτιες κραιπάλες, σίγουρα υπάρχει κάποιος που, ενώ ξεκινά ανύποπτος, τελικά θα την πληρώσει. Στο “Those Shoes”, με kinky talk-box από τους Don Felder και Joe Walsh, ο Don Henley αποδομεί τις groupies πολυτελείας, τον τύπο των θηλυκών fans της προσκολλήσεως, που σα στυγνές καρριερίστες ακολουθούν το ροκ ’ν’ ρολ τσίρκο παντού, από τις λιμουζίνες και τα ξενοδοχεία στα στούντιο και τα παρασκήνια. Ταίζουν και ταίζονται με «χάπια του έρωτα», πουλάνε αφοσίωση και πρέζα σε ίσες δόσεις, παίζοντας με το θάνατο, αναίσθητες και εγωπαθείς όσο και τα είδωλά τους.
 
Στο κλειστοφοβικό “Teenage Jail” οι Eagles κλείνουν μέσα στα αργόσυρτα sustain το αδιέξοδο του ανώνυμου έφηβου φαν τους, του «τόσο νέου, τόσο άγριου, τόσο εύθραυστου, που όλοι γύρω κάτι του πουλάνε». To αγροίκο ροκ ’ν’ ρολ “The Greeks Dont Want No Freaks” με στίχο σαρκαστικό για τους κολλεγιακούς χορούς και τα παρατράγουδά τους, ξεγελά μόνο προσωρινά με την επιτάχυνσή του και το μεθυσμένο ρεφραίν. Το δίσκο σβήνει το στοχαστικό The Sad Café”, μια νοσταλγική αναφορά στο “Troubadour”, το περίφημο club του L.A.. Ένα μέρος που στέγασε τη μπάντα από τα πρώτα της χρόνια στη δυτική ακτή.
 

«(…) Ω, ήταν σαν ένα μέρος άγιο
Θεία χάρις το προστάτευε
Εκεί τραγουδούσαμε δυνατά
τα πράγματα που δεν μπορούσαμε να πούμε
Πιστεύαμε ότι θ’ αλλάζαμε τον κόσμο
Με λέξεις όπως «έρωτας» και «ελευθερία»
Ήμασταν κι εμείς στο μοναχικό πλήθος
Μέσα στο Καφέ της Θλίψης».

 
Το σαξόφωνο του David Sanborn και οι αρμονίες στα δεύτερα φωνητικά αποκαλύπτουν μια αίσθηση τελικού απολογισμού. Ξεκίνησαν με τις αποσκευές παραφουσκωμένες όνειρα, πραγματοποίησαν περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν, όμως το τίμημα δυσβάστακτο: ανθρώπινα ράκη στα 30 μόλις χρόνια, φορτωμένα αμαρτίες και εξαρτήσεις από πρόσωπα, χρήματα και καταστάσεις που γέννησε η ίδια η τεράστια επιτυχία μας. Ξένοι σε σχέση με τους νεαρούς εαυτούς τους, που έφυγαν από το Texas (Don Henley) από το Michigan (Glen Frey) και από τη Florida (Don Felder) για να βρουν στο L.A. τη γη της επαγγελίας, διώχνοντας μάλιστα στο δρόμο και αποκόπτοντας στενούς φίλους και συνοδοιπόρους όπως ο Randy Meisner και ο Bernie Leadon.
 
Ένας δίσκος δύσκολος γεμάτος πίκρα, οργή, δηλητήριο και ματαιωμένες προσδοκίες. Το μουσικό αμερικάνικο όνειρο, το ιδεώδες της δόξας και της διασημότητας, την τελευταία χρονιά μιας δεκαετίας που ανύψωσε τους ροκ σταρ σε ύψη ανέγγιχτα από τους κοινούς θνητούς, αυτοκατακρίνεται, αυτοδιαμελίζεται. Η αφέλεια και ο ρομαντισμός του Take It Easy και η αμφισημία του Hotel Californiaείναι πλέον οριστικά παρελθόν. Το The Long Run είναι ένα ειλικρινές μα ενοχλητικό μήνυμα, στρωμένο πάνω σε έξυπνες μουσικές ιδέες : τους χρωματισμούς των Felder και Walsh στις κιθάρες, ιδίως στην ικανότητα του δεύτερου να χρησιμοποιεί slide και παύσεις σε συνδυασμό με μικρά, γεμάτα ουσία σόλο, η γεμάτη κυνισμό και ειρωνεία ερμηνεία του Henley, το φωνητικό παιχνίδι στο μοίρασμα των στροφών ανάμεσα σε Frey και Henley, η ακριβής και ευέλικτη ρυθμική βάση με την προσθήκη του Timothy B. Schmidt που έφερε από τους Poco και τη φωνητική του αύρα, η συνθετική συνεισφορά από τον φίλο του γκρουπ J.D. Souther, τα σποραδικά δεύτερα φωνητικά από τον ίδιο τον Bob Seger. Διπλωμένο, δε, σε ένα λιτό καφέ σκούρο gatefold εξώφυλλο, ο δίσκος μοιάζει με πρόσκληση σε μνημόσυνο. Ή σε μουσικό κηδειόχαρτο μιας ολόκληρης εποχής ασωτείας.
 
Γερμένοι πάνω από τη μπάρα του Sad Café, οι Eagles ομολογούν ότι ο δίσκος τους δεν μπορεί να ξεφύγει από ένα και μόνο κεντρικό θέμα : το κυνήγι της επιτυχίας είναι μια μαύρη τρύπα στο κέντρο της ψυχής που απορροφά, κατασπαράσσει αισθήματα όπως ο έρωτας, ευαισθησίες όπως η γενναιοδωρία, ιδανικά όπως η αφοσίωση στους φίλους, ηθικά αποθέματα όπως το να δίνεις μια δεύτερη ευκαιρία. Απαιτείται κάποιο ψυχικό σθένος για να καταφέρει κανείς να αρθώσει κάτι τέτοιο με καλλιτεχνικούς όρους, όπως απαιτεί και βαθιά εμπειρία ζωής για να το πραγματοποιήσει με μια τόσο στοιχημένη μουσική πρόταση.
 
Στην περίπτωση των Eagles, χρειάστηκαν περίπου δυόμισυ χρόνια βιολογικού χρόνου για να την σχηματοποιήσουν. Όμως, όπως έχει ειπωθεί κατ’ επανάληψη στη χρυσή εποχή του ροκ, «ένας χρόνος στο δρόμο, αντιστοιχεί με πέντε χρόνια κανονικής ζωής». Σ’ αυτά τα δυόμισυ – έντεκα αν πιστέψουμε την ποιητική αδεία βιολογική αντιστοίχιση- χρόνια οι Eagles έζησαν στο απόγειο τις εποχές της χλιδής, της ανορίωτης επιτυχίας, των jet, των βουνών από κόκα και της ουράς από γκρούπις κάθε βράδυ, της συντριβής κάθε συναισθηματικού δεσμού που κρατούσε ο καθένας τους με το παρελθόν του. Όταν στα μέσα του ’78 άρχισαν, στεγνοί από κάθε ικμάδα έμπνευσης, να αντικρύζουν αναπόφευκτα το εγχείρημα του επόμενου δίσκου, βρίσκονταν στα πρόθυρα της διάλυσης.
Καμμένοι από την εξάντληση, σκοτωμένοι μεταξύ τους, βυθισμένοι στις ουσίες, με τραυματικά διαζύγια, δίκες για διατροφές να εκκρεμούν, ανήλικα παιδιά να περιμένουν να δουν τον πλούσιο και διάσημο μπαμπά χρόνια ολόκληρα, σχέσεις με το άλλο φύλο αντικαταστατές, τις πιο σταθερές, δε, να αιμορραγούν. Με κόπο συγκέντρωσαν και ηχογράφησαν, χάρις την ανοχή και την υπομονή του σχολαστικού «Πολωνού», Bill Szymczyk, του παραγωγού που τους είχε μάθει πια –ήταν μαζί τους διαρκώς μετά το “On The Border” του ’74- τα 10 κομμάτια που γεμίζουν τις δύο πλευρές του άλμπουμ.
 
Το “The Long Run” κυκλοφόρησε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1979. Από την πρώτη βδομάδα φθάνει στο Νο 2 του Hot-200, όμως το κρατά στη δεύτερη θέση, μια άλλη πολυαναμενόμενη επιστροφή, το “In Through The Outdoor” των Led Zeppelin. Έχοντας από τον Οκτώβριο μπει και στο βρετανικό top-10 (UK#4, 13/10/79), από τις 3 Νοεμβρίου μέχρι και το τέλος της χρονιάς θα πατήσει την κορυφή του Billboard και θα μείνει εκεί για εννέα εβδομάδες. Θα γίνει η τελευταία μεγάλη επιτυχία δίσκου 33 στροφών της δεκαετίας του ’70, με πωλήσεις 4 εκατομμυρίων αντιτύπων στην Αμερική. Μία εβδομάδα αργότερα, το “Heartache Tonight” θα γίνει το τελευταίο τους Νο 1 single (US#1, 10/11/79), ενώ στην αυγή της νέας δεκαετίας, ένα δεύτερο single, το “The Long Run”  θα μπει κι αυτό στο αμερικανικό top-10 (US#8, 2/2/80). Στις 27 Φεβρουαρίου 1980, κι ενώ βρίσκονται ήδη σε περιοδεία, το “Heartache Tonight” θα τους χαρίσει κι ένα Grammy στην κατηγορία “Best Rock Vocal Performance by a Duo or Group”, κερδίζοντας, στην 22η τελετή που γίνεται στο Shrine Auditorium, τους Blues Brothers, The Cars, Dire Straits, The Knack και Styx. Το “I Can’ t Tell You Why” θα γίνει η τρίτη τους επιτυχία (US#8, 19/4/80).
 
Η βιομηχανία μπορεί να στηρίζει αναφανδόν τα παιδιά που της έχουν φέρει στο παρελθόν χρυσάφι, όμως η δυσθυμία και ο εγωκεντρισμός που αιχμαλωτίστηκε στα αυλάκια του δίσκου τους παραείναι αληθινά. Στις 31 Ιουλίου του 1980, στην τελευταία από τις 64 βραδιές της περιοδείας τους στο Long Beach της Καλιφόρνια, Don Henley και Glenn Frey ανταλλάσσουν βρισιές και βίαιες απειλές ακόμη και ανάμεσα από τα τραγούδια. Ήδη από καιρό, όχι μόνο δε μιλούν μεταξύ τους, αλλά είναι ολοφάνερο ότι δεν αντέχουν ο ένας την παρουσία του άλλου, ιδίως το να συνυπάρχουν πάνω στην ίδια σκηνή.
 
 

Το τέλος των Eagles έχει έρθει, απλώς δεν έχει ακόμη επισημοποιηθεί. Οι λόγοι ευνόητοι. Οφείλουν ένα τελευταίο άλμπουμ στην Elektra/Asylum και «πρέπει» η συμβατική υποχρέωση να εκπληρωθεί, όσο το όνομά τους ακόμη είναι ζεστό. Frey και Henley, αρνούμενοι κάθε επικοινωνία μεταξύ τους, μιξάρει ο καθένας τις δικές του φωνητικές αρμονίες πάνω στις live ηχογραφήσεις και τις στέλνει με FedEx στο στούντιο, για να διορθωθεί μια σειρά από μπομπίνες από την τελευταία τους περιοδεία, με σκοπό να γεμίσουν 4 πλευρές ενός live άλμπουμ. Σε μεγάλο βαθμό πειραγμένο στο studio, το διπλό “Eagles Live” θα κυκλοφορήσει στις 7 Νοεμβρίου του 1980, αποτελούμενο από 15 ζωντανές εκτελέσεις, οι 4 από την περιοδεία για το “Hotel California”.   

Η επίσημη ανακοίνωση της διάλυσης θα έρθει ενάμισυ χρόνο σιγής αργότερα. Ο μάνατζερ Irvin Azoff, το 1982 περιγράφει το τέλος των Eagles ως το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. «Από τότε που πρωτογνώρισα τους Eagles, τους θυμάμαι να λένε συνέχεια ότι θα το διαλύσουν. Η ένταση εκτονωνόταν μέσα στα χρόνια, με μικρές εκρήξεις : πότε με την αποχώρηση ενός, πότε με την αντικατάσταση κάποιου άλλου. Τότε, τα πράγματα ηρεμούσαν. Όπως το βλέπω, οι Eagles διαλύθηκαν τη στιγμή που Glenn Frey  και  Don Henley συνειδητοποίησαν ότι θα μπορούσε ο καθένας τους να κάνει πολύ πετυχημένα σόλο άλμπουμ χωρίς να έχει την ανάγκη των υπόλοιπων. Τη στιγμή, δηλαδή, που κατάλαβαν και οι δύο ότι δεν χρειάζονταν το όνομα των Eagles άλλο πια. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε αποχαιρετιστήρια περιοδεία, αποχαιρετιστήριος δίσκος και τα τοιαύτα».
Ήταν πράγματι προαποφασισμένο και κυνικά σχεδιασμένο, έστω και χωρίς κανείς να το πει, τουλάχιστον κανείς από τους δύο πρώτους μεταξύ ίσων, τους Glenn Frey και Don Henley. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 απέρριπταν διαρκώς προσφορές για να ηχογραφήσουν ως Eagles, ακόμη κι αν τους προσφέρονταν «2 εκατομμύρια δολλάρια για δύο καινούρια τραγούδια». Προφανώς, γιατί οι σόλο κυκλοφορίες τόσο του Henley (“I Can’t Stand Still” [US#24, 4/12/82], “Building The Perfect Beast” [US#13, 16/3/85], “The End Of The Innocence” [US#8, 23/9/89]), όσο και του Frey (“No Fun Aloud” [US#32, 14/8/82], “The Allnighter” [US#22, 29/6/85], “Soul Searching”[US#36, 5/11/88]) τους εξασφάλιζαν το απαιτούμενο παντεσπάνι για να θρέψουν τη ματαιοδοξία τους.
«Ήρθαμε ο καθένας από διαφορετικά μέρη της χώρας, αναπτύξαμε το ταλέντο μας, καταλάβαμε τί απαιτείται για να κάνουμε επιτυχία και την κάναμε τη δουλειά. Πιο καλά απ’ ό,τι ο καθένας μας θα μπορούσε να φανταστεί. Στο σημείο αυτό, το πράγμα τελείωσε. Η ζωή συνεχίζεται», σηκώνει τους ώμους ο Frey, μιλώντας στον τύπο την εποχή της μεγάλης του επιτυχίας με το κομμάτι “The Heat Is On” (US#2, 16/3/85).«Πάντα ορκιζόμασταν ότι θα τα παρατήσουμε όσο ακόμα θα βρισκόμαστε στην κορυφή. Λοιπόν, τό’ παμε και το κάναμε».
Η ενοχή διαρκεί μόνον όσο η τύψη.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites