Gary Moore: Τα Blues Που Για Μια Ζωή Κρατούν
Τρίτη

9Ιούν

Gary Moore: Τα Blues Που Για Μια Ζωή Κρατούν

Δημοσιεύθηκε από:

09/06/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

819
Φεβρουάριος 1990. Βυθισμένος στην πολυθρόνα του καθιστικού, στα Sarm West Studios, στο Notting Hill του δυτικού Λονδίνου, σκέφτεται για μια στιγμή πριν απαντήσει στον Andy Bradshaw, δημοσιογράφο του βρετανικού Metal Hammer.
Η ερώτηση που μόλις ο τελευταίος, του έχει απευθύνει, είναι: «Τί λες; Θα επιστρέψεις ποτέ στα χωράφια του hardrock και του heavy metal.
Με το χαμόγελο 15χρονου που έχει μπροστά του έναν ολόκληρο χωρίς σχολικές υποχρεώσεις καλοκαίρι μπροστά του, ο 38χρονος Gary Moore απαντά: 
«Δεν έχω ιδέα».
Τέσσερις μήνες πίσω. Μπέλφαστ, βράδυ Οκτωβρίου 1989. Ο Eric Bell, 42χρονος Βορειοϊρλανδός κιθαρίστας των Thin Lizzy στην πρώτη τους σύνθεση, δέχεται ένα υπεραστικό τηλεφώνημα από Λονδίνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής, ο άνθρωπος που το ’73 προσωρινά τον αντικατέστησε στη μπάντα του Phil Lynott, με τον οποίο πάντως έχουν κρατήσει επαφή, ο Gary Moore.

«Ξέρεις, Eric, άκουγα τις προάλλες κάποιους παλιούς μου δίσκους. Από τους G-Force ως και τους πιο πρόσφατους. It  was the biggest load of fucking shite I’ve ever heard! Δε θέλω να ξαναπαίξω αυτά τα πράγματα, ποτέ ξανά. Widdle, widdle, widdle, πάνω και κάτω στην ταστιέρα, όσο πιο γρήγορα γίνεται. It’s a load of fucking bollocks!”».

Ο Eric Bell, θα γίνει ο πρώτος την απάντηση στην ερώτηση που μερικούς μήνες μετά θα κάνει στον Gary Andy Bradshaw. Όμως, δεν την έχει πάρει και τοις μετρητοίς. Συχνό φαινόμενο οι μουσικοί, ακόμη κι οι κατά τεκμήριο επιτυχημένοι, να υποφέρουν από παράφορα αυτοκριτικά σύνδρομα. Ο Bell τα είχε ξανακούσει όλα αυτά, από διάφορους διάσημους με τους οποίους είχε μοιραστεί τη σκηνή –ο ίδιος δεν είχε ποτέ την πολυτέλεια μιας επιτυχημένης σόλο καρριέρας, οπότε είχε μάθει στωϊκά να αναγνωρίζει κάτι που ήξερε ότι δεν επρόκειτο, ούτε ως σύνδρομο, να τον επισκεφθεί ποτέ. Στην περίπτωση όμως του Gary Moore, η κρίση ταυτότητας είχε βάση και, όπως σύντομα έμελλε να αποδειχθεί, εμπεριείχε και τη μία και καταλυτική δημιουργική διέξοδο.
«Άφησα τους Lizzy το 1980 κι έφτιαξα μια μπάντα που την ονόμασα G-Force. Λίγο καιρό αργότερα ξεκίνησα να κυκλοφορώ δίσκους με το όνομά μου. Για να είμαι ειλικρινής, στο τελευταίο μου άλμπουμ, τοAfter The War, υπήρχαν ορισμένα τραγούδια που ήταν για πέταμα. Μέχρι τότε, η πιο εμπορικά επιτυχημένη μου δουλειά ήταν το Wild Frontier και δεχόμουν μεγάλη πίεση να επαναλάβω την ίδια φόρμουλα. Δυστυχώς, άκουσα κάποιες από τις φωνές αυτές, με αποτέλεσμα να μην κάνω από που πραγματικά θέλω. Καποια στιγμή διαπίστωσα κάτι που μου συνέβαινε όταν βρισκόμουν στα καμαρίνια, κάνοντας ζέσταμα πριν τις συναυλίες της τελευταίας μου περιοδείας. Αυθόρμητα μου ερχόταν να παίζω blues. Αισθάνθηκα ότι αυτό ήταν ένα μήνυμα, ένα σινιάλο από κάπου μέσα μου. Αποφάσισα λοιπόν από κει μετά να μην παίξω τίποτε που να μη με ικανοποιεί προσωπικά. Κι έτσι, από το φθινόπωρο του ’89 άρχισα ξανά να παίζω τη μουσική μου μου γέννησε από την αρχή την ανάγκη να πιάσω την κιθάρα. Άρχισα να παίζω τα blues».
«Όταν ήμουν πιτσιρίκος, δεν πήγαινα παραπέρα από τους λευκούς μπλουζίστες. John Mayall, Eric Clapton, Peter Green.
Αργότερα, αυτό άλλαξε. Άρχισα να πηγαίνω και πιο πίσω. Το ’89 ήταν η επέτειος των 100 χρόνων από τη γέννηση του
Lead belly, οπότε μου κατέβηκε στην αρχή η ιδέα να διασκευάσω κάποιο τραγούδι του. Δεν τα κατάφερα, καθώς έχει ένα πιο country στυλ. Όμως είχα πάντα να κοιτάξω για υλικό προς τους κιθαρίστες που με έχουν καθορίσει, όπως τους τρεις βασιλιάδες - B.B., Albert και Freddie King και οι άλλες επιρροές της νεαρής μου ηλικίας. Άρχισα να διαλέγω τραγούδια από κείνη την περίοδο, τραγούδια που άκουγα όταν ήμουν μικρός. Προσπάθησα να τα προσεγγίσω με σεβασμό. Δεν ήθελα με τίποτε ν’ ακουστώ σαν παρωδία. Πολλά απ’ αυτά τα έπαιζα από έφηβος. Απλώς τώρα τα παίζω διαφορετικά απ’ ότι παλιώτερα.
Με τέτοιες σκέψεις στο μυαλό, η δίψα ν’ ακουστεί και πάλι αληθινός, ατόφιος, τον καθοδηγεί από μόνη της. Διαλέγει να διασκευάσει κομμάτια που είχαν πρωτοπαίξει μπλουζίστες που δεν έπαψε για για χρόνια να θαυμάζει: “Stop Messin’ Around” του Peter Green, “As The Years Go Passing By” που πρώτος ηχογράφησε το ’59 ο Fenton Robinson, “Walking By Myself” του Jimmy Rodgers.


Και, βέβαια, το “All Your Love” του Otis Rush.
«Είναι από τον δίσκο των Bluesbrakers του Mayall, όπου κιθάρα παίζει ο Eric Clapton. Δοκίμασα να κάνω κάτι ενδιάμεσο στη δική του εκτέλεση και σ’ εκείνη του Otis Rush με τα πνευστά. Ήθελα οπωσδήποτε να ηχογραφήσω το συγκεκριμένο κομμάτι, γιατί ο δίσκος αυτός είναι από τις πρώτες και βασικές επιρροές μου».
Κρατώντας ο ίδιος φωνητικά και κιθάρες, ο Gary κατορθώνει να συγκεντρώσει γύρω του μια σειρά από επίλεκτους μουσικούς. Andy Pyle και Bob Daisley στο μπάσο, Don Airey στo Hammond, Nicky Hopkins και Mick Weaver στο πιάνο, Frank Mead και Nick Pentelow στο σαξόφωνο, Nick Payn στο βαρύτονο σαξόφωνο είναι το σταθερό του τρίο στα πνευστά. O Graham Walker είναι ο βασικός ντράμερ, όμως θα καλέσει και τον παλιόφιλο Brian Downey από τους Τhin Lizzy να παίξει κι αυτός τύμπανα σε τέσσερα κομμάτια.

«Είχα καταλάβει ότι θα προκύψει κάτι πολύ πετυχημένο», θα πει χρόνια αργότερα ο Downey. «Ο Gary είχε δύο - τρία δικά του κομμάτια πολύ καλά. Όταν μάλιστα μου έβαλε ν’ ακούσω τα demo που είχε ηχογραφήσει, έμεινα έκπληκτος. Αυθεντικά blues κομμάτια. Αισθάνθηκα κάποιο άγχος, γιατί, να πω την αλήθεια, δεν περίμενα ότι θα συμμετείχα σε κάτι με τόσο σοβαρές προδιαγραφές». 

Στις δικές του συνθέσεις, “Movin On” και “Texas Strut”, αναδεικνύεται πόσο διαβασμένος έχει μπει ο Gary στο στούντιο. Τα δάχτυλά του αφήνονται να τρέξουν στην ταστιέρα, με φανερά μεγαλύτερο ενθουσιασμό απ’ ότι στις hard rock κυκλοφορίες του. Ακούγοντάς τα, σχεδόν τον βλέπεις να σφίγγει τα χείλη, να χαμογελάει και να ρίχνει δεξιά κι αριστερά χαμογελαστές ματιές για να συντονιστεί με τους μουσικούς δίπλα του.
«Το “Texas Strut είναι ένα τεξανό boogie, που χρειαζόταν τον πριμαριστό, βρώμικο ήχο της Stratocaster. Από την αρχή που μου ήρθε η ιδέα για το δίσκο, επέλεξα να την αφήσω στη θήκη της. Αν τη χρησιμοποιούσα θα ακουγόμουν σαν τους αμερικάνους κιθαρίστες. Γι’ αυτό και πήρα τη Les Paul, που έχει έναν γνήσιο, καθαρό τόνο, την πέρασα μέσα από έναν παλιό ενισχυτή Fender μαζί με τους Marshall που χρησιμοποιώ συνήθως και πέτυχα αυτόν τον παραδοσιακό κιθαριστικό ήχο που επιδίωκα».
Εκείνο το φθινόπωρο, είχε αγοράσει στο Λονδίνο μια Les Paul Standard του ’59. Tην έβαλε όμως στην άκρη. Έπαιζε ακόμη hard rock και δεν ήταν η κατάλληλη κιθάρα γι’ αυτό το στυλ. Όταν όμως έφτασε η ώρα να ηχογραφήσει τον καινούριο δίσκο, ήταν η πρώτη κιθάρα που πήρε μαζί του στο στούντιο, να δοκιμάσει τον ήχο της. Πράγματι στο Midnight Blues έρχεται να καταθέσει το δικό του μεταμεσονύχτιο mood, με τα έγχορδα να βαθαίνουν τον ήχο και τη Les Paul του ’59 να περπατά μονολογώντας.
Όσο κι αν απολάμβανε τις ηχογραφήσεις, ο Gary ήξερε ότι ο δίσκος του χρειαζόταν και κάτι περισσότερο. Μια ιδιαίτερη, προσωπική επισφράγιση. Μια προσωποποιημένη σύνδεση της μαθητείας του με τους δασκάλους του. Καθώς η δεκαετία του ’80 εκπνέει, η blues παραγωγή γνωρίζει μια πρωτοφανή άνθηση. Ο Eric Clapton, έστω και περιβεβλημένος την Armani πανοπλία του, κυκλοφορεί το πολύ πετυχημένο “Journeyman” (US#16, 27/1/90, UK#2, 17/2/90).
O Robert Cray με το “Don’t Be Afraid Of The Dark” ξεπερνά έναν ημερολογιακό χρόνο χωρίς διακοπή μέσα στα πρώτα 200 του Billboard κι ετοιμάζει ήδη το επόμενο άλμπουμ του. Το ίδιο κι το τυφλό παιδί που είχε κλέψει τις καρδιές όλων, ο Jeff Healey, με το πλατινένιο “See The Light” (US#22, 23/9/89) – έχει ήδη προγραμματίσει το δεύτερο lp του, με τίτλο “Hell To Pay” για τον Ιούνιο του ’90.
O απεξαρτημένος Stevie Ray Vaughan είχε επανέλθει γεμάτος ζωντάνια με το “In Step” (US#33), ενώ ακόμη και η παλιά φρουρά έδειχνε να ξανανιώνει: Ο Jeff Beck με το βραβευμένο με Grammy “Guitar Shop” (US#49, 28/10/89) ακούγεται φρέσκος και εφευρετικός, ενώ ο μέγας Rory Gallagher, μετά από τρία χρόνια απουσίας και παρά τα προβλήματα υγείας του, κυκλοφορεί το “Fresh Evidence”, τέρποντας τους λάτρεις του blues με μια επιστροφή στον ήχο που είχε πριν το “Tattoo”. Τί απομένει λοιπόν στον βορειοϊρλανδό με το σημαδεμένο από οργιώδη Fenderικά σόλο παρελθόν και το χαραγμένο από μπαροκαυγά σαγώνι για να αποδείξει στο κοινό ότι το ενδιαφέρον του για τα blues δεν είναι τυχοδιωκτικό;



«Ήθελα να μαζέψω κάποιους από τους θρυλικούς αυτούς παίκτες να εμφανιστoύν στο δίσκο μου, όμως το ήξερα από την αρχή ότι θα ήταν δύσκολο. Ευτυχώς, ένας συνεργάτης της Virgin που είχε την ίδια αδυναμία για τα blues με μένα, μ’ έφερε σε επαφή με τον Albert King. Πάντα τον θαύμαζα. Όσοι κιθαρίστες έχουν ασχοληθεί με τα blues, ξέρουν ότι είναι από τους κορυφαίους».
Ο Albert King, ο γίγαντας από την Indianola του Mississippi που έχει παίξει με όλους τους μεγάλους, από τον Ike Turner ως τους Doors, ο άνθρωπος που πρωτοηχογράφησε το έκτοτε πολυδιασκευασμένο κομμάτι “Born Under A Bad Sign”, ο aριστερόχειρας που παίζει με μια κανονική Gibson Flying V, φτιαγμένη για δεξιόχειρα, τί κι αν έχει προ πολλού αρχίσει να κατευθύνεται προς την τρίτη ηλικία, παραμένει ακμαίος και πανταχού παρών σε ηχογραφήσεις και φεστιβάλ. Θα δεχθεί την πρόσκληση.
 «Μπήκε μέσα στο στούντιο και μ’ έβαλε κατευθείαν στη θέση μου. Όσο μεγάλο εγώ και να’ χεις, δίπλα στον Albert King εξανεμίζεται σε δευτερόλεπτα. Αποπνέει σεβασμό, τόσο με το παράστημα όσο και με τον τρόπο που κινείται στο χώρο. Ήξερε ότι τον θέλω για δύο κομμάτια. Ένα δικό του, το Oh Pretty Woman κι ένα που είχα γράψει αφιερωμένο σ’ εκείνον, το "King Of The Blues”. Όταν συμφώνησε τηλεφωνικά να συμμετάσχει, ήταν σε στυλ, “ωραία, να το κάνουμε, πόσα θα μου δώσετε;” Παίρνει λοιπόν το αεροπλάνο, πετάει, φτάνει στο στούντιο, μπαίνει μέσα και κάθεται απέναντί μου με τα χέρια σταυρωμένα. Με κοιτά διερευνητικά, από πάνω ως κάτω, χωρίς να λέει κουβέντα. Μέχρι τότε, δε γνώριζε ούτε πώς ήμουν φατσικά. Κόμπλαρα. “Λοιπόν;” λέει μέσα απ’ τα δόντια. “Εεεε, έχω κάνει μια διασκευή τουOh Pretty Woman” από το δίσκο σας Born Under A Bad Sign”.
Να τ’ ακούσω, προστάζει. Τα είχα παίξει εντελώς. Ακούει τα δύο πρώτα μέτρα και τινάζεται πάνω, χτυπώντας το γόνατό του με την παλάμη. “FUCK! Στaμάτα την ταινία! Aμέσως! Εδώ έπρεπε να λέει “sure is the rising sun”, όχι “she is the rising sun” !”.
Είχα κάνει λάθος μια λέξη. Μία λέξη. Είχα βγάλει τους στίχους ακούγοντας το δίσκο και μερικές λέξεις του δεν τις είχα πιάσει καθαρά. Όσο ακούγαμε το demo που είχα φτιάξει, με κοιτούσε καχύποπτα. Mέχρι που, σιγά – σιγά, εμφανίστηκε στο πρόσωπό του ένα αμυδρό χαμόγελο . Έσπασε ο πάγος. Είχα μάθει ότι είναι παράξενος, ότι μέσα στο στούντιο γίνεται δύσκολος και ήταν πράγματι έτσι και με μένα. Στην αρχή δεν του άρεσαν τα ντραμς. Μετά τα πλήκτρα. Τίποτε. Το μόνο για το οποίο είπε κάποια καλά λόγια ήταν η φωνή μου και η κιθάρα μου. Man, you should get a good band, μου έλεγε πότε – πότε, εκνευρισμένος, χωρίς να υπολογίζει ότι οι άνθρωποι που ακούγονταν στα demo ήταν μουσικοί με τεράστια εμπειρία και περγαμηνές. Όταν όμως ζεστάθηκε, όλα πήγαν καλά. Ο τύπος είναι εξηντεφτά χρονών! Άλλοι στη θέση του θα είχαν αποσυρθεί. Αναγνωρίζω λοιπόν ότι έχει το δικαίωμα να είναι όσο παράξενος θέλει. Έρχεται από άλλη ήπειρο και βλέπει εμάς τους ασπρουλιάρηδες να πειράζουν ένα δικό του τραγούδι. Το περίμενα ότι δεν πρόκειται να το δει από την αρχή με καλό μάτι. Μετά όμως, ανοίχτηκε, άρχισε να του αρέσει να παίζει μαζί μου στο στούντιο. Άρχισε, μάλιστα, καλοπροαίρετα, να διηγείται εκείνη την πρώτη γνωριμία μας σαν ανέκδοτο».
Η χημεία που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους, με αφετηρία το σεβασμό και κατάληξη την αλληλοεκτίμηση, αιχμαλωτίζεται στην εκτέλεση του Oh Pretty Woman. Είναι το πρώτο single που θα κυκλοφορήσει από το δίσκο (UK#48, 31/3/90), αποτυπώνοντας προς κάθε ευήκοον ους, έναν συναρπαστικό κιθαριστικό διαξιφισμό. Από τη μια η σοφία και το συναισθηματικό βάθος του King, από την άλλη ο ενθουσιασμός και το πάθος ενός άγνωστου στον ίδιο λευκού μαθητή, τον οποίον αγνοούσε ότι με τις νότες του έχει διδάξει και εμπνεύσει. 
«Εγώ κάνω τα σηκώματα προς τα πάνω, εκείνος, επειδή είναι αριστερόχειρας, τραβάει τις χορδές προς τα κάτω και χρησιμοποιεί πολύ τον αντίχειρα, στοιχεία που δίνουν εντελώς διαφορετικό τόνο και άλλη διάσταση στον ήχο του».


Δύο ακόμη σημαντικοί καλεσμένοι θα προσκληθούν και θα παίξουν στο δίσκο. Ο μέγας George Harrison, ζεστός από τα sessions των Travelling Wilburys, όταν συναντά τον Gary κι ακούει τα blues σχέδιά του, του προσφέρει  το κομμάτι “That Kind Of Woman”. «Έχω κάτι που σου ταιριάζει. Θά’ θελες να το δοκιμάσεις;». Και του βάζει ν’ ακούσει την κασσέτα με το demo.
O Gary αναγνωρίζει ποιός είναι στα φωνητικά: ο Eric Clapton. Ένα τραγούδι γραμμένο από έναν πρωτομάστορα, στο οποίο έχει βάλει τη φωνή και την κιθάρα του ένα ίνδαλμα, κοντεύει να βρεθεί στα χέρια του. Με εφηβικό ενθουσιασμό, ο Gary απαντά στον ολιγόλογο Beatle: «Θα το παίξω, υπό έναν όρο. Να παίξεις μαζί μου κιθάρα εσύ».  
«O George Harrison είναι καταπληκτικός κιθαρίστας», αποτιμά ο Gary, μιλώντας στον Andy Bradshaw το Φεβρουάριο του ’90, ένα μήνα περίπου πριν την επίσημη κυκλοφορία του δίσκου. «Βέβαια, αν του πεις τέτοια πράγματα  πρόσωπο με πρόσωπο, θα σκάσει στα γέλια. Όμως, για κάποιον που έχει ακούσει τη δουλειά του, είναι δεδομένο. Όλα αυτά τα διακριτικά αγγίγματά του στους δίσκους των Beatles… Η  πρώτη συγχορδία στο Hard Days Night”. Οι μικρές φράσεις στο “Help”, το feedback στην εισαγωγή του I Feel Fine”. Πράγματα τόσο απλά, που όμως κανείς δεν είχε σκεφτεί να δοκιμάσει. Ο George ήταν ο πρώτος».
Τρίτος guest, ο 57χρονος τεξανός Albert Collins. Ξάδερφος του περίφημου μπλουζίστα Lightnin’ Hopkins, που χάρις στα μυστήρια κουρδίσματά του είχε κερδίσει το προσωνύμιο “The Master of the Telecaster”. Είχε ήδη είκοσι χρόνια δισκογραφίας όταν το ’85 τον είδε όλη η υφήλιος να παίζει στο Live Aid δίπλα στον George Thorogood, κι έκτοτε άρχισε να εισπράττει κι αυτός ανοιχτά την αναγνώριση για την επιρροή του σε πολλούς νεώτερους λευκούς κιθαρίστες. O Gary μαθαίνει ότι ο Collins τυχαίνει να βρίσκεται εκείνη την εποχή στο Λονδίνο και δεν χάνει την ευκαιρία. Τον καλεί στα Sarm West Studios και του προτείνει να παίξει μαζί του σ’ ένα από τα πρωτόλεια τρακ ενός άλλου θρύλου της μαύρης κιθάρας, του Johnny “Guitar” Watson. Τo Too Tired, πρωτοηχογραφημένο το ’55, ο Collins το έχει παίξει άπειρες φορές. Στην νέα εκτέλεση αιχμαλωτίζεται άλλος ένας απολαυστικός uptempo συναγωνισμός, εμπειρίας και ενθουσιασμού, ακόντος διδάξαντα και αφοσιωμένου μαθητή, που μάλιστα θα αποδοθεί γλαφυρά και στο συνοδευτικό βίντεο κλιπ. Μένοντας σε γειτονικά διαμερίσματα μιας πανσιόν κάπου στο νότο, ο βλοσυρός Gary, ντυμένος με το μαύρο δερμάτινο και ο από τη φύση του εκφραστικός Albert Collins, κοιτάζονται με δυσπιστία, πριν αρχίσουν μια βόλτα στα στενά με τις κιθάρες στα χέρια και ξεσηκώσουν στο χορό ολόκληρη τη συνοικία.


Μια ακόμη κρίσιμη επιλογή τραγουδιού, δείχνει ότι ο Gary συνειδητά ανεβάζει τον πήχυ. Το “As The Years Go Passing By”, γραμμένο και ηχογραφημένο 30 χρόνια πριν, από τον γεννημένο το 1925 τεξανό bluesman Peppermint Harris για τον δέκα χρόνια νεώτερό του Fenton Robinson, είναι ένα από τα πλέον πολυδιασκευασμένα στάνταρ. Albert King, Al Kooper, Eric Burdon, Carlos Santana, Maggie Bell, Felix Pappalardi και George Thorogood, είναι μονο μερικοί απ’ όσους μέχρι τότε το έχουν δοκιμάσει, όλοι προσθέτοντάς του τη δική τους αύρα. Κι όμως, ο Gary, νιώθοντας μια ετοιμότητα σμιλεμένη από τα χρόνια, θα το πιάσει στα χέρια του άφοβα. Και με μια εγκάρδια φωνητική του ερμηνεία, παίζοντας τις λιγώτερες δυνατές νότες στην κιθάρα, με τη βοήθεια πνευστών κι ενός σπαρακτικού σόλο του Don Airey στο πιάνο, θα βυθιστεί μέσα του ολόψυχα.

«Είναι αυτός ο πένθιμος ήχος της Νέας Ορλεάνης στο σαξόφωνο, που τον βρίσκεις μόνο στο blues, έτσι όπως παίζεται στα βάθη του αμερικάνικου νότου. Η ενορχήστρωση των πνευστών έγινε από μένα και τον Don Airey. Δεν υπάρχουν samples, μόνον οι ανάσες των πνευστών. Ήθελα αυτό το βαθύ αληθινό συναίσθημα, που δε βγαίνει παρά μόνο από πραγματικά χάλκινα όργανα, παιγμένα από μουσικούς με σάρκα και οστά».
Ο άνθρωπος που με τα πλήκτρα του έχει χρωματίσει ένα τεράστιο μέρος της κλασσικής ροκ δισκογραφίας, ο Don Airey, θυμάται : «Όταν τον άκουσα να παίζει, σκέφτηκα, ότι τελικά, βρήκε αυτό που πραγματικά θέλει να κάνει. Γιατί ήξερα πόσο περιορισμένος ένιωθε σ’ αυτή την φορμουλαρισμένη hard rock της δεκαετίας του ’80. Το έπαιξε και κείνο το παιχνίδι, το κέρδισε, αλλά από ένα σημείο και μετά δεν του έλεγε τίποτε πλέον. Στο δίσκο αυτόν, τον ακούς να παίζει με την καρδιά του, να παίζει κι άλλο, διαρκώς. Το μυαλό του ήταν μόνον εκεί, στο πώς θα βγαλει όσα κρατούσε μέσα του τόσον καιρό. Παίζαμε όλοι μαζί τα κομμάτια, από την αρχή ως το τέλος, κι εκείνος διάλεγε στο τέλος την καλύτερη εκτέλεση. Και σας διαβεβαιώ, ποτέ δεν τον άκουγες να παίζει το ίδιο πράγμα δύο φορές. Κάπου βρίσκονται καταχωνιασμένες 47 πομπίνες με ηχογραφήσεις που, τελικά, απλώς δε χώρεσαν στο άλμπουμ. Εκεί μέσα βρίσκονται μερικές από τις πιο συγκλονιστικές του ηχογραφήσεις».



Πίσω στο Φεβρουάριο του ’90, στη συνέντευξή του με τον Andy Bradshaw, όταν ακόμη κανείς δεν έχει ακούσει ούτε νότα από το νέο του δίσκο, o Gary Moore εξηγεί την ουσία των ηχογραφήσεων που λίγες μέρες πριν, έχουν ολοκληρωθεί.
«Πολλά από αυτά που ακούγονται στο δίσκο ηχογραφήθηκαν ζωντανά, χωρίς επιπρόσθετα περάσματα. Τα blues είναι δονήσεις που προκύπτουν ανάμεσα σε μουσικούς που βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο. Δεν μπορείς να πεις “δε μ’ αρέσει αυτή η κιθάρα, θέλω να την αλλάξω”. Στο τέλος, θα καταλήξεις ν’ αλλάξεις όλο το κομμάτι, θα το καταστρέψεις. Το blues είναι άνθρωποι που παίζουν o ένας δίπλα στον άλλο, δεν είναι sequencers. Είναι μια μουσική ανθρώπινη, δεν είναι κάτι που μπορείς να προκατασκευάσεις. Ασφαλώς και δεν ισχύει αυτό που λένε, ότι είναι απαραίτητο να αισθάνεσαι άσχημα για να παίξεις τα blues. Απλώς, πρέπει να έχεις κάνει κτήμα σου κάποιες εμπειρίες ζωής. Δε θα είχα την αυτοπεποίθηση να κάνω ένα blues δίσκο όταν ήμουν πιτσιρικάς. Θα μπορούσα, βέβαια, να παίξω τις σωστές νότες, όμως αυτό που είναι σημαντικό βρίσκεται πίσω απ’ τις νότες. Τώρα, όταν παίζω blues, νιώθω σα στο σπίτι μου».
Όλη αυτή η λυτρωτική διαδικασία, η επαφή με τους δασκάλους που τον δίδαξαν μέσα από τα αυλάκι ατου βινυλίου χωρίς να είναι καν οι ίδιοι εκεί παρόντες, η αναζήτηση της αλήθειας στον 16χρονο εαυτό του και ο αποφασιστικός ανασχεδιασμός καρριέρας απέκτησαν μέσα στο δίσκο ένα μουσικό επίκεντρο. Το ομώνυμο κομμάτι.
«Την πρώτη κιόλας μέρα που μπήκα στο στούντιο, καθήσαμε με τη μπάντα και ηχογραφήσαμε το Still Got The Blues (For You) με τη μία, από την αρχή ως το τέλος. Ήταν μια μέρα πολύ φορτισμένη συναισθηματικά. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Η απόφασή μου να παίξω τα blues με έκανε να νιώθω ότι ξεκινώ ξανά από την αρχή. Ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου συμβεί».
Πραγματικά, το Still Got The Blues (For You)”, το τέταρτο κατά σειρά και σημαντικώτερο κομμάτι του δίσκου, κυριολεκτικά αναβλύζει από τη Les Paul, υπενθυμίζοντας στη στιγμή ότι ο άνθρωπος που έχει γράψει το “Parisienne Walkways”, το “Falling In Love With You” και το “Empty Rooms”,  διατηρεί, 12 χρόνια αργότερα, ενεργό και ακμαίο το συναισθηματικό του απόθεμα. Ένα γεμάτο πάθος slow blues, σαν απολογισμός μιας πορείας μοναχικής, απορροφημένης από την εξάχορδη. Σ’ αυτήν βρίσκει διέξοδο, μέσα απ’ αυτήν μιλάει, κραυγάζει, ψιθυρίζει, μονολογεί, οργίζεται, θρηνεί, περιχαρακώνει το υπαρξιακό χώμα πάνω στο οποίο πατά, εκθέτει, με πολύ περισσότερα από στίχους τη φύση του : ευαίσθητη, νοσταλγική, λαβωμένη αλλά και πείσμoνα, με ακράδαντη πίστη για τον προορισμό που έχει διαλέξει.
“Used to be so easy to fall in love again.
But I found out the hard way,
it's a road that leads to pain.
I found that love was more than just a game.
You're playin' to win, but you lose just the same”.

«Για μένα, δύσκολα μπορεί να υπάρξει πιο εκφραστικό όργανο από την κιθάρα Δεν υποτιμώ τις δυνατότητες που δίνει το πιάνο, όμως στην κιθάρα βάζεις δύναμη, πιέζεις, κρατάς, τραβάς, σηκώνεις τις χορδές. Με τις άκρες των δαχτύλων σου βγάζεις πάνω στο όργανο, αυτό που συμβαίνει μέσα σου εκείνη τη στιγμή».
Ο δίσκος, με εξώφυλλο τη μαυρόασπρη φωτογραφία ενός πιτσιρίκου που παλεύει με μια Gibson καθισμένος στο κρεββάτι του δωματίου του, στον τοίχο του οποίου δεσπόζει μια αφίσα του Hendrix στον τοίχο, θα κυκλοφορήσει σε παγκόσμια διανομή στις 26 Μαρτίου του 1990. Η Βρετανία, παρά τη ριζική ηχητική στροφή, δείχνει να καλοδέχεται την προσωπική αυτή κατάθεση του Moore, ανεβάζοντάς το δίσκο από την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του μέσα στο top-20 (UK#13, 7/4/90), για τέταρτη φορά στη δισκογραφική του καρριέρα.
To ομώνυμο κομμάτι θα γίνει το δεύτερο single μετά το "Oh Pretty Woman", ενώ τους επόμενους μήνες θα προωθηθούν και τα “Walking By Myself” (UK#48, 1/9/90) και “Too Tired” (UK#71, 15/12/90). Μπορεί να μην καταφέρνει να διεισδύσει ιδιαίτερα ψηλά στο βρετανικό top-20 (UK#31, 2/6/90), όμως το ευρωπαϊκό MTV θα το παίζει διαρκώς, κάνοντάς την πιο αναγνωρίσιμη επιτυχία για το καλοκαίρι του ’90 σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.


«Το μόνο ζήτημα που θα αντιμετωπίσω είναι αν ο κόσμος που θα έρθει στις συναυλίες μου θα περιμένει ν’ ακούσει το hard rock υλικό μου. Βλέπεις, θα παίξω μόνο blues. Δεν θα έχει ούτε “Over The Hills And Far Away”, ούτε “Out In The Fields”. Όσοι θα έρθουν, πρέπει να ξέρουν ότι θα δουν μια blues συναυλία».
«Γενναία κίνηση», παρατηρεί ο Andy Bradshaw, κλείνοντας τη συνέντευξη.
«Είτε πολύ γενναία, είτε πολύ ηλίθια, θα το μάθουμε σύντομα», απαντά γνωρίζοντας το ρίσκο ο Gary.  
Η περιοδεία που θα ακολουθήσει θα του δώσει την απάντηση. 40 εμφανίσεις σε 10 χώρες και 18 επιπλέον στη Βρετανία, οι οποίες έχουν ξεκινήσει από τις 30 Απριλίου. Ανάμεσά τους δύο πολύ δυνατές βραδιές στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου, όλα τα γνωστά φεστιβάλ ανοιχτών χώρων σε Βέλγιο, Γερμανία, Ολλανδία και Σουηδία και μια κορύφωση που θα απαθανατιστεί ολόκληρη, στις 7 Ιουλίου στο Φεστιβάλ του Montreux της Ελβετίας. Με ενθουσιώδεςι κριτικές, η περιοδεία θα ολοκληρωθεί στις 2 Σεπτεμβρίου στη Λειψία. Ο Don Airey, πίσω από τα τείχη των πλήκτρων του, είχε πάντα άριστη θέα:
«Κάθε φορά που ερχόταν η ώρα για το "Still Got The Blues", o Gary έβγαινε μπροστά στη σκηνή και έπαιζε ένα από κείνα τα γεμάτα ψυχή και ένταση σόλο του. Τουλάχιστον πέντε – έξι φορές, σε εντελώς άσχετες μεταξύ τους πόλεις, ακόμη και σε διαφορετικές χώρες, είδα με τα μάτια μου εκπληκτικά όμοιες αντιδράσεις μέσα στο κοινό: ζευγάρια να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, προτάσεις γάμου και δαχτυλίδια αρραβώνων να προσφέρονται, κόσμο να δακρύζει, να τον παρακολουθεί συνεπαρμένος και να τον χειροκροτεί».

Το “Still Got The Blues” θα γίνει ο δίσκος με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην καρριέρα του Gary Moore, ο μοναδικός που, το Νοέμβριο του ’95, πιστοποιήθηκε ότι ξεπέρασε το φράγμα του χρυσού δίσκου (500.000 πωλήσεις) ακόμη και στην παραδοσιακά αδιάφορη για τη δισκογραφία του Αμερική (άλμπουμ και single ίσα που μπήκαν στα πρώτα 100 έξι μήνες μετά την πρώτη τους κυκλοφορία (US#83 και US#97, αντίστοιχα, 16/2/91).
Θα γίνει ο δίσκος που θα του δώσει το δικαίωμα για μια δεύτερη, διπλάσιας περίπου σε χρόνο καρριέρας.
Πριν τον αδόκητο θάνατό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2011 το “Still Got The Blues” είχε ξεπεράσει τα δυόμισυ εκατομμύρια πωλήσεων παγκοσμίως. Όχι κι άσχημα για έναν ρόκερ 38 ετών που ανέκτησε με δικό του ρίσκο τη σύνδεση που τόσο αναζητούσε με τον έφηβο εαυτό του. Αυτόν που κρατούσε μέσα στο δωμάτιό του, δίπλα στο κουτί με το φορητό πικ-απ και τον μικρό ενισχυτή, την πραγματική του μουσική ταυτότητα.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου