O Coverdale έχει τονίσει σε πολλές συνεντεύξεις του, ότι το Hammersmith Odeon του Λονδίνου ήταν το "πνευματικό σπίτι" της μπάντας εκείνη την εποχή. Ανέφερε επίσης ότι η ενέργεια του κοινού ήταν τόσο ηλεκτρισμένη που ένιωθαν ότι έπαιζαν στο σαλόνι του σπιτιού τους, κάτι που αποτυπώθηκε τέλεια στην ηχογράφηση χωρίς να χρειαστούν πολλά διορθώσεις στο στούντιο κάτι που επιβεβαιώνει και ο παραγωγός Martin Birch ( Deep Purple και Iron Maiden) που επέμεινε να κρατήσει τον ήχο αυτούσιο ενώ ο κιθαρίστας Μ. Moody έχει σχολιάσει ότι το "Live... in the Heart of the City" παραμένει η καλύτερη απόδειξη, του τι σήμαινε Whitesnake πριν η μπάντα αλλάξει στυλ.
Απίστευτη ροκ ενέργεια, παθιασμένες συναισθηματικές εκτελέσεις και δυνατές ερμηνείες από τον χαρισματικό David Coverdale απολαμβάνουμε στην εν λόγω ιστορική κυκλοφορία και με άξιους συμμάχους δύο σπουδαίους κιθαρίστες τους καταπληκτικούς Micky Moody (προσέξτε το 10λεπτο slide σόλο στο Lovehunter) και Bernie Marsden (εκπληκτικός και στις συνθέσεις) κάνουν ετούτο το live τρομερό και απαραίτητο για την δισκοθήκη σας.
‘Όμως την φοβερή ατμόσφαιρα του “Live...in the Heart Of The City” βοηθούν σημαντικά η απλότητα και τα πανέξυπνα γέμισματα του μπασίστα Neil Murray (Colosseum II, MSG, Black Sabbath) τα πανέμορφα πλήκτρα του μεγάλου Jon Lord (Deep Purple) και τα δυναμικά τύμπανα των Ian Paice (Deep Purple) και Dave Dowl (Runner).
Στο διπλό live υπάρχουν δύο κομμάτια από την εποχή των Deep Purple με τον D. Coverdale στη φωνή. Λογικό βέβαια αφού η μισή μπάντα προέρχεται από εκείνη τη περίοδο. Αρχικά απολαμβάνουμε το "Might Just Take Your Life" και έπειτα ακολουθεί ένας πραγματικός ροκ ύμνος. Ο λόγος για την εκτέλεση του "Mistreated" η οποία είναι συγκλονιστική με τις ανάσες του Coverdale να μας καθηλώνουν ακόμα και σήμερα αλλά και τις κιθάρες των B. Marsden (UFO,Babe Ruth, Alaska) και M. Moody (Snafu, Juicy Lucy) να δημιουργούν μια μοναδική εξάχορδη πανδαισία. Η 11λεπτη εκτέλεση του κλασικού κομματιού είναι τρομερή χωρίς υπερβολές ενώ ο Jon Lord στα πλήκτρα έδωσε στο κομμάτι το αυθεντικό Purple μεγαλείο του.
Παράλληλα φανταστικές είναι οι εκτελέσεις στα κομμάτια "Walking in the shadows of the Blues", με το κιθαριστικό δίδυμο Marsden/Moody να έχει μοναδική χημεία και στο "Fool for Your Loving" με την εμβληματική εισαγωγή του Coverdale με τη χαρακτηριστική βρετανική αργκό ατάκα του "'Ere's a song for ya!" ενώ το "Take me With You" είναι ένας ασταμάτητος hard rock χείμαρος.
Αλλά και στις υπόλοιπες συνθέσεις, οι εκτελέσεις είναι δυναμικές με το "Sweet Talker" να είναι καταιγιστικό, το "Lie Down" να προσδίδει κέφι και χορό ενώ το εθιστικό "Ready An' Willing" είναι γεμάτο groove, βασισμένο στο απίθανο ρυθμικό δίδυμο των Neil Murray (μπάσο) και Ian Paice (ντραμς).
Σπουδαίο και αδικημένο κομμάτι είναι το "Ain't Gonna Cry No More" όπου η μελαγχολία και ο λυρισμός διαδέχεται από το πάθος και την ηλεκτρική ένταση ενώ το συμπαθητικό "Come On" υπάρχει δύο φορές στον δίσκο (από διαφορετικές συναυλίες) χωρίς όμως να εντυπωσιάζει. Στο "Trouble" φαίνεται όλη η μαγεία και το ταλέντο της μπάντας όπου είναι εμφανείς οι blues επιρροές με τον Jon Lord να δημιουργεί με τα πλήκτρα του πανέμορφα ηχοχρώματα σε μία πολύ ροκ εκτέλεση.
Το αποκορύφωμα του "Live... in the Heart of the City" έρχεται με την χορωδιακή εκτέλεση της επιτυχημένης διασκευής του “Ain't No Love in the Heart of the City" (η πρώτη ηχογράφηση είναι του Bobby “Blue” Bland) με την ενεργή συμμετοχή του κοινού που τραγουδά σκορπώντας ανατριχίλα με τον Coverdale να δείχνει ότι διαθέτει μία βαθιά, soul ποιότητα ως ερμηνευτής που κατάφερε να παντρέψει άψογα το R&B με το hard rock.
Μάλιστα λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1990, ο Marsden συνάντησε στα παρασκήνια τον θρύλο των blues και αυθεντικό δημιουργό του κομματιού, Bobby "Blue" Bland. Όταν ο Marsden τον ευχαρίστησε, ο Bland τον κοίταξε εντελώς σοβαρός και του είπε με χιούμορ: «Ξέρω ένα πράγμα: εσείς οι τύποι βγάλατε ένα σκασμό περισσότερα λεφτά από όσα έβγαλα εγώ ποτέ από αυτό το τραγούδι!»
Η θετική ανταπόκριση του τύπου και οι θριαμβευτικές κριτικές αντικατοπτρίστηκε αμέσως και στις πωλήσεις. Στη Μεγάλη Βρετανία, το άλμπουμ εκτοξεύθηκε στο Νούμερο 5 των charts και έγινε πλατινένιο μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο (Σεπτέμβριος 1981), επιβεβαιώνοντας ότι η μπάντα βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητάς της στην Ευρώπη. Αντίθετα, ο αμερικανικός τύπος της εποχής έδειξε μικρότερο ενδιαφέρον, κάτι που φάνηκε και από τη χαμηλή πτήση του δίσκου στα αμερικανικά charts (No. 146)