Deep Purple: "Splat!"
Προσωπικά, η ιστορία με τις κριτικές δίσκων των μεγιστομέγιστων Purple ανάγεται χρονικά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80 και η αρχή έγινε με το άλμπουμ "The House of Blue Light" (1987) σε fanzine που κυκλοφορούσε φίλος στην ακριτική πόλη που μεγάλωσα. Τα χρόνια πέρασαν και η μπάντα άλλαξε μέλη, κυκλοφόρησε πολλούς δίσκους, όμως η "καψούρα" γι’ αυτήν παρέμεινε η ίδια.
Η παρθενική studio δουλειά με τον Morse ήρθε το 1996, με τον τίτλο "Purpendicular" κι έφτασε γρήγορα στο σημείο να θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους κορυφαίους δίσκους του συγκροτήματος. Πολυδιάστατο, ανοιχτόμυαλο, φρέσκο και γενικά όντως διαφορετικό, το "Purpendicular" απέδειξε πως υπάρχει ζωή μετά τον Ritchie ("θείος" μουσικός αλλά…) και μάλιστα με ιδιαίτερες υποσχέσεις για το μέλλον.
Το δε "Sometimes I Feel Like Screaming" θεωρείται από πολλούς το δημιουργικό ζενίθ και η πιο χαρακτηριστική και αξιομνημόνευτη στιγμή των Purple με το Morse στη σύνθεσή τους και δίκαια έχει μείνει (νεο)κλασικό.
Με αφορμή λοιπόν τη νέα δουλειά του συγκροτήματος, το rocktime.gr σας παρουσιάζει με συντομία το πως φτάσαμε από την αβεβαιότητα του 1993 και της μετά-Blackmore εποχής, στους Deep Purple του 2020, που συνεχίζουν ακάθεκτοι, στην πέμπτη δεκαετία της καριέρας τους.
Στα πλαίσια των συναυλιών του Royal Albert Hall, o Gillan ρωτήθηκε για τα τότε μελλοντικά σχέδια της μπάντας, απαντώντας πως σκοπεύουν σύντομα να ηχογραφήσουν νέο δίσκο και τονίζοντας πως οι Deep Purple "ακόμα δεν έχουν κυκλοφορήσει το "Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band" τους".
Πέρασαν φυσικά κοντά δύο δεκαετίες και ποτέ δεν πίστεψα, ότι υπήρχε περίπτωση για κάτι ανάλογο! Παρακαλούσα μέσα μου και ευχόμουν μόνο να κυκλοφορούν δίσκους που θα μπορούσαν με το πρώτο άκουσμα, έστω και του πρώτου single του δίσκου, να με συνεπάρουν. Άλλες φορές με απογοήτευσαν λιγότερο ("Now What?!"), κάποιες άλλες περισσότερο ("Abandon"), με κάποια άλλη κυκλοφορία αναθάρρησα. Αρχικά, με το "Bananas" και με άλλες ενθουσιάστηκα όπως παλαιότερα, ("Rapture of the Deep"). Όλες όμως είναι προσωπικές επιλογές και ζήτημα μουσικού θελήματος και επιλογής.
Ώσπου πριν μερικές μέρες έφτασε στα χέρια μου η νέα κυκλοφορία. Έχοντας ακούσει κάποια τραγούδια είχα προετοιμαστεί για κάτι πολύ σπουδαίο και όντως!
Η έκδοση που θα παρουσιάσουμε, ως συντακτική ομάδα της rocktime.gr, είναι ουσιαστικά η deluxe box set του νέου στούντιο άλμπουμ των Deep Purple, η οποία κυκλοφόρησε στις 3 Ιουλίου 2026 από την earMUSIC. Περιλαμβάνει το βασικό άλμπουμ SPLAT! (13 νέα τραγούδια) και, στην πολυτελή έκδοση, τρεις δίσκους 10" με αποκλειστικές ζωντανές ηχογραφήσεις από την περιοδεία του 2024, μεταξύ των οποίων τα "Anya" και "Portable Door" από τη συναυλία της Δρέσδης.
Από την πρώτη κιόλας ακρόαση γίνεται σαφές ότι το SPLAT! δεν είναι μια απλή συνέχεια του εξαιρετικού album "=1" (2024), αλλά ένα άλμπουμ με σαφή ταυτότητα. Ο παραγωγός Bob Ezrin συνεχίζει τη συνεργασία του με το συγκρότημα, επιδιώκοντας έναν ήχο πιο άμεσο, πιο βαρύ και περισσότερο προσανατολισμένο στο κλασικό hard rock των αρχών της δεκαετίας του 1970, χωρίς όμως να γίνεται νοσταλγικός. Ο ίδιος ο Ian Gillan έχει δηλώσει ότι η μπάντα αισθάνεται πως επέστρεψε στη δυναμική, την ισορροπία και τη διασκέδαση που χαρακτήριζαν την περίοδο των "Highway Star", "Smoke on the Water" και "Lazy" και τον πιστεύω καθώς αυτά που άκουσα σε πολλαπλές ακροάσεις είναι εξαιρετικές δημιουργίες μιας άλλης εποχής!!!.
Η φιλοσοφία του άλμπουμ και ο τίτλος SPLAT! προκαλεί αρχικά την εντύπωση ενός καταστροφικού τέλους. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Gillan, η ιδέα είναι πολύ βαθύτερη: το "splat" συμβολίζει τη μετάβαση, τη μεταμόρφωση και όχι την ολοκληρωτική εξαφάνιση. Το άλμπουμ εξερευνά την ανθρώπινη κατάσταση, την κοινωνική παρακμή, την πολιτική αλαζονεία, την τεχνολογική αποξένωση, αλλά και το χιούμορ, τη φαντασία και τον σουρεαλισμό που πάντοτε αποτελούσαν μέρος της ευρηματικότατης στιχουργικής του Gillan.
Τι ακούσαμε:
Το "Arrogant Boy" είναι ιδανικό γιατί το άλμπουμ ανοίγει εκρηκτικά. Το γρήγορο riff του Simon McBride θυμίζει την ενέργεια των κλασικών Purple χωρίς να αντιγράφει το παρελθόν. Οι περισσότεροι κριτικοί το χαρακτήρισαν ως το "Highway Star της νέας εποχής". Στιχουργικά αποτελεί σατιρική επίθεση στην αλαζονεία της εξουσίας και στον σύγχρονο λαϊκισμό.
Το "Diablo" είναι ένα από τα πιο παράξενα τραγούδια του δίσκου. Ο Gillan αφηγείται μια σχεδόν κινηματογραφική ιστορία ενηλικίωσης, γεμάτη υπερβολές και αλλόκοτους χαρακτήρες. Η μουσική ισορροπεί ανάμεσα στο hard rock και στο θεατρικό ύφος που συχνά χρησιμοποιεί ο τραγουδιστής στις αφηγήσεις του και μας αρέσει.
Στην δημιουργία "The Rider" ο τίτλος δεν αναφέρεται σε καβαλάρη, αλλά στο περίφημο "rider" των περιοδειών, δηλαδή στις απαιτήσεις των καλλιτεχνών.Με αρκετό χιούμορ ο Gillan σατιρίζει τις υπερβολές της μουσικής βιομηχανίας, εμπνευσμένος από πραγματικές ιστορίες που του έχουν αφηγηθεί διάσημοι μουσικοί αλλά και στις πολυποίκιλες προσωπικές του εμπειρίες....
Με το "The Lunatic" έχουμε ένα από τα πιο σκοτεινά κομμάτια. Η έμπνευση προέρχεται από το μυθιστόρημα "Nineteen Eighty-Four" και ειδικότερα από τον Winston Smith. Ο Gillan χρησιμοποιεί (πολύ συχνά και από πολύ παλιά) τη λέξη "lunatic" ως σύμβολο των ανθρώπων που αρνούνται να υποταχθούν στην κοινωνική ομοιομορφία.
Και φτάνουμε στο "The Only Horse In Town". Ένα βαρύ, bluesy τραγούδι με έντονο groove. Η ερμηνεία του Gillan διαθέτει ιδιαίτερη θεατρικότητα, ενώ το Hammond του Don Airey κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια του κομματιού. Το τραγούδι θεωρείται από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου.
Προσωπικά αγαπημένο το "Sacred Land". Η πιο λυρική στιγμή του άλμπουμ με χορωδιακά φωνητικά. Εδώ οι Purple υιοθετούν πιο ατμοσφαιρική προσέγγιση, με έμφαση στις μελωδίες και λιγότερο στην επιθετικότητα. Το τραγούδι πραγματεύεται τη σχέση του ανθρώπου με τη γη και την ιστορία.Θα σας θυμίσει σίγουρα πράγματα από το παρελθόν…δημιουργίες, όπως το "Gates of Babylon". Κομματάρα…με καθήλωσε και το λατρεύω!!
Το "The Beating Of Wings" είναι ένα κομμάτι που χτίζεται σταδιακά. Οι εναλλαγές δυναμικής θυμίζουν τις πιο προοδευτικές στιγμές των Purple της δεκαετίας του 1970. Η ενορχήστρωση δίνει ιδιαίτερο χώρο στα πλήκτρα και στις κιθαριστικές απαντήσεις του McBride. Ένα από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια το "Guilt Trippin'". Ξεκινά με πιάνο και εξελίσσεται σε έντονο hard rock. Στιχουργικά παρουσιάζει μια φανταστική συζήτηση ανάμεσα στον Θεό και τον Charles Darwin, με έντονο σαρκασμό και φιλοσοφική διάθεση.
Το "Scriblin' Gib'rish" είναι ίσως το πιο επίκαιρο τραγούδι. Ο Gillan σατιρίζει τον ψηφιακό κόσμο, τα CAPTCHA και τη γραφειοκρατία του διαδικτύου, εκφράζοντας την αγανάκτησή του για την ανάγκη να "αποδεικνύει ότι είναι άνθρωπος σε ένα ρομπότ".
Θα σας ξενίσει το "Jessica's Bra" με τον τίτλο να δημιουργεί εντύπωση, όμως το τραγούδι είναι ουσιαστικά μια εύθυμη ιστορία παμπ, γεμάτη βρετανικό χιούμορ. Ο ίδιος ο Gillan αποκάλυψε ότι ο τίτλος προέκυψε από ένα τυπογραφικό λάθος κατά τη συγγραφή των στίχων και τελικά διατηρήθηκε.
Ένα μελωδικό hard rock κομμάτι με έντονη δραματικότητα ακολουθεί και είναι το "Third Call". Αποτελεί τη γέφυρα προς το φινάλε του άλμπουμ, με εξαιρετική συνεργασία κιθάρας και Hammond που θυμίζει παλιές λαμπρές δημιουργίες…προσωπικά με γέμισε αναμνήσεις από το προσωπικά αγαπημένο, HOBL .
Το αναφέρει και ο τίτλος: "My New Movie"…Ένα από τα πιο κινηματογραφικά τραγούδια του δίσκου.Οι στίχοι αναμειγνύουν πραγματικότητα και φαντασία, παρουσιάζοντας τη ζωή σαν μια ταινία όπου ο πρωταγωνιστής γράφει συνεχώς νέο σενάριο.
"Splat!": Το ομώνυμο τραγούδι συνοψίζει ολόκληρη τη φιλοσοφία του άλμπουμ. Διαθέτει δυνατό riff, έντονο ρυθμό και ένα αισιόδοξο μήνυμα: ακόμη κι αν όλα μοιάζουν να καταρρέουν, υπάρχει πάντα η δυνατότητα μιας νέας αρχής. Θα ακούσετε σίγουρα στοιχεία από την δισκάρα "Purpendicular"!!
Τα bonus live από τη Δρέσδη (2024)
Η deluxe έκδοση προσθέτει δύο ιδιαίτερα σημαντικές ζωντανές ηχογραφήσεις από τη συναυλία της Δρέσδης το 2024.
Το "Anya" (Live in Dresden 2024). Μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις της περιόδου "The Battle Rages On... " (1993), η οποία επιστρέφει στο ρεπερτόριο με τον Simon McBride να αποδίδει φόρο τιμής στον Ritchie Blackmore χωρίς να μιμείται το παίξιμό του. Το αποτέλεσμα είναι πιο σύγχρονο, αλλά διατηρεί τη δραματικότητα του πρωτοτύπου.
Ένα καλοδεχούμενο κομμάτι του πρόσφατου παρελθόντος, το "Portable Door" (Live in Dresden 2024). Το πρώτο single του "=1" αποδεικνύει πόσο καλά λειτουργεί πλέον η τωρινή σύνθεση επί σκηνής. Η ζωντανή εκτέλεση είναι ακόμη πιο δυναμική από τη στούντιο, με τον McBride να προσθέτει περισσότερους αυτοσχεδιασμούς και τον αγέραστο ογκόλιθο Ian Paice να οδηγεί το συγκρότημα με χαρακτηριστική ακρίβεια.
Η Limited Deluxe Box Set του "SPLAT!" αποτελεί ίσως την πληρέστερη συλλεκτική έκδοση που έχει παρουσιάσει το συγκρότημα από την εποχή των μεγάλων box sets του "Now What?! " και του "Machine Head Super Deluxe". Πρόκειται για μία έκδοση που απευθύνεται πρωτίστως στους συλλέκτες, συνδυάζοντας το νέο στούντιο άλμπουμ με αποκλειστικό ζωντανό υλικό από την περιοδεία του 2024, πολυτελή συσκευασία και ένα αποκλειστικό bonus single. Με τη δημοσιοποίηση του πλήρους περιεχομένου της συλλεκτικής έκδοσης, γίνεται πλέον φανερό ότι η Limited Deluxe Box δεν αποτελεί απλώς μία επέκταση του νέου στούντιο άλμπουμ, αλλά μια ολοκληρωμένη αναδρομή στη σύγχρονη δημιουργική περίοδο του συγκροτήματος. Η επιλογή των τραγουδιών από τη συναυλία της Δρέσδης (2024) δεν είναι τυχαία· παρουσιάζει σχεδόν όλες τις πτυχές της σημερινής σκηνικής ταυτότητας των Deep Purple, συνδυάζοντας νέο υλικό, διαχρονικά κλασικά κομμάτια και σπάνιες επιλογές.

Η έκδοση φιλοξενείται σε ένα άκαμπτο (rigid) πολυτελές κουτί μεγάλων διαστάσεων και περιλαμβάνει:
- το διπλό βινύλιο 180 γραμμαρίων του SPLAT! σε gatefold εξώφυλλο,
- το άλμπουμ σε CD Digisleeve,
- τρεις αποκλειστικούς δίσκους 10 ιντσών με ζωντανές ηχογραφήσεις από την περιοδεία του 2024,
- ένα 7" single με το ακυκλοφόρητο τραγούδι "Guinnesis", διαθέσιμο μόνο σε αυτή την έκδοση,
- ένα πολυτελές 12σέλιδο βιβλιαράκι μεγέθους LP με φωτογραφίες, εικονογράφηση και όλους τους στίχους. Η αισθητική του κουτιού ακολουθεί τη σκοτεινή, καλλιτεχνική ταυτότητα του SPLAT!, με έμφαση στα έντονα χρώματα και στο κεντρικό εικαστικό του άλμπουμ.
Οι τρεις δίσκοι 10" – Live in Dresden 2024
Οι έξι πλευρές των τριών δίσκων έχουν σχεδιαστεί σαν μικρά αυτόνομα "κεφάλαια" της συναυλίας, προσφέροντας μια προσεκτικά ισορροπημένη εμπειρία.
10" Νο 1 – Η σύγχρονη δημιουργική περίοδος
Side A
"Bit on the Side"
Η συναυλία ανοίγει με ένα από τα πιο δυναμικά τραγούδια του "=1". Ζωντανά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση χάρη στην κιθάρα του Simon McBride, ο οποίος εμπλουτίζει το βασικό riff με μικρούς αυτοσχεδιασμούς. Ο Ian Gillan ακούγεται ιδιαίτερα άνετος, ενώ ο Ian Paice δίνει έναν σταθερό αλλά ευέλικτο ρυθμικό παλμό.
"Hard Lovin' Man"
Η επιλογή αυτού του τραγουδιού από το "Deep Purple in Rock" αποτελεί έναν σαφή φόρο τιμής στις ρίζες του συγκροτήματος. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα από τα πιο απαιτητικά κομμάτια του καταλόγου τους, η σημερινή σύνθεση το αποδίδει με αξιοσημείωτη ενέργεια, δίνοντας έμφαση στο groove αντί στην ταχύτητα.
Side B
"Into the Fire"
Ένα ακόμη κλασικό τραγούδι από το "In Rock", που αποκτά έναν πιο βαρύ, σύγχρονο χαρακτήρα. Το Hammond του Don Airey λειτουργεί σχεδόν σαν δεύτερη κιθάρα, ενώ ο McBride αποφεύγει να αντιγράψει τον Ritchie Blackmore, επιλέγοντας πιο blues φρασεολογία.
"Uncommon Man"
Ίσως η πιο συγκινητική στιγμή αυτού του δίσκου. Το τραγούδι, αφιερωμένο στον Jon Lord, παραμένει ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης εποχής των Deep Purple. Η ζωντανή εκτέλεση αναδεικνύει ιδιαίτερα το οργανικό μέρος, με τον Don Airey να αποτίει έναν διακριτικό φόρο τιμής στον προκάτοχό του.
10" Νο 2 – Η καρδιά της συναυλίας
Side A
"Lazy Sod"
Ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του =1. Η ζωντανή εκτέλεση είναι πιο επιθετική από τη στούντιο έκδοση, με έντονη αλληλεπίδραση μεταξύ κιθάρας και Hammond.
"Lazy"
Η παρουσία του συγκεκριμένου κλασικού κομματιού αποτελεί πάντοτε κορυφαία στιγμή κάθε συναυλίας των Deep Purple. Η εισαγωγή του Don Airey διατηρεί τον αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα που είχε καθιερώσει ο Jon Lord, ενώ ο McBride δίνει μια πιο σύγχρονη διάσταση στα κιθαριστικά περάσματα.
Side B
Don's Solo
Ένα αποκλειστικό στιγμιότυπο από το προσωπικό σόλο του Don Airey.
Ο Airey αξιοποιεί ολόκληρο το ηχητικό οπλοστάσιό του, περνώντας από κλασικές επιρροές σε blues, jazz και hard rock, με αναφορές σε γνωστά μουσικά θέματα που αποτελούν πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο των εμφανίσεών του.
"Bleeding Obvious"
Από τα πλέον αδικημένα τραγούδια του Whoosh! (2020), προσωπικά μιλώντας. Η ζωντανή εκτέλεση αποδεικνύει ότι το κομμάτι διαθέτει πολύ μεγαλύτερη δύναμη από όση άφηνε να φανεί η στούντιο εκδοχή, χάρη κυρίως στον πιο "ανοιχτό" ήχο της μπάντας.
10" Νο 3 – Το μεγάλο φινάλε
Side A
"Space Truckin'"
Εδώ οι Purple επιστρέφουν στην παράδοση των μεγάλων αυτοσχεδιασμών. Το κομμάτι εξελίσσεται σε ένα πολυδιάστατο jam, με συνεχείς εναλλαγές ανάμεσα στον McBride και τον Airey. Ο Ian Paice αποδεικνύει για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ντράμερ στην ιστορία του hard rock.
"Smoke on the Water"
Ίσως το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι του συγκροτήματος. Παρότι έχει παιχτεί αμέτρητες φορές, η εκτέλεση της Δρέσδης διατηρεί τη φρεσκάδα της, χάρη στη διαφορετική προσέγγιση του McBride και στην ένθερμη συμμετοχή του κοινού.
Side B
"Hush"
Η επιστροφή στο πρώτο μεγάλο επιτυχημένο single των Deep Purple αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη. Η σημερινή μπάντα το αποδίδει με πιο blues-rock αισθητική, διατηρώντας όμως τον αυθορμητισμό του πρωτοτύπου.
"Black Night"
Το ιδανικό κλείσιμο της συλλογής. Το τραγούδι μετατρέπεται σε γιορτή, με παρατεταμένο φινάλε, αυτοσχεδιασμούς και έντονη αλληλεπίδραση μεταξύ συγκροτήματος και κοινού. Είναι το είδος της εκτέλεσης που υπενθυμίζει γιατί οι Deep Purple εξακολουθούν να θεωρούνται ένα από τα κορυφαία live συγκροτήματα στον χώρο του hard rock.
Το συλλεκτικό 7"
Side A
"Guinnesis"
Το μοναδικό πραγματικά αποκλειστικό στούντιο κομμάτι του box set. Η επιλογή να μην ενταχθεί στο βασικό άλμπουμ το καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικό για τους συλλέκτες. Το τραγούδι λειτουργεί ως ένα μικρό "δώρο" προς τους φίλους του συγκροτήματος και ενισχύει τη μοναδικότητα της έκδοσης.
Side B
"No Need to Shout " (Live in Berlin 2022)
Η μοναδική ηχογράφηση που δεν προέρχεται από τη Δρέσδη. Η ζωντανή εκτέλεση από το Βερολίνο, δύο χρόνια πριν από την περιοδεία του "SPLAT!", αποτυπώνει τη μεταβατική περίοδο της μπάντας με τον Simon McBride και δείχνει πόσο γρήγορα εξελίχθηκε η "χημεία" της νέας σύνθεσης επί σκηνής.
Συνολική αξιολόγηση της Deluxe Edition
Η διάρθρωση των τριών 10" βινυλίων αποκαλύπτει μια σαφή φιλοσοφία: δεν επιχειρείται η αναπαραγωγή ολόκληρης της συναυλίας της Δρέσδης, αλλά η δημιουργία μιας προσεκτικά επιλεγμένης ανθολογίας που αναδεικνύει όλες τις δημιουργικές περιόδους των Deep Purple. Το αποτέλεσμα ισορροπεί ανάμεσα στις κλασικές "συνθέσεις των "In Rock", "Machine Head" και Who Do We Think We Are", στο μεταγενέστερο ρεπερτόριο ("The Battle Rages On... ", "Now What?! ", "Whoosh! ", "=1") και στο ολοκαίνουργιο υλικό του "SPLAT! ".
Η προσθήκη του αποκλειστικού "Guinnesis" και της ζωντανής εκτέλεσης του "No Need to Shout" από το Βερολίνο προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη συλλεκτική αξία. Αντί να πρόκειται απλώς για ένα "πακέτο με bonus", η έκδοση λειτουργεί ως ένα ολοκληρωμένο ντοκουμέντο της σημερινής δημιουργικής φάσης των Deep Purple, παρουσιάζοντας ένα συγκρότημα που, περισσότερο από πέντε δεκαετίες μετά την ίδρυσή του, εξακολουθεί να συνδυάζει ιστορική κληρονομιά, υψηλό επίπεδο μουσικής απόδοσης και δημιουργική ζωντάνια. Για τους συλλέκτες και τους φίλους του βινυλίου, αυτή η έκδοση έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας από τις πιο επιμελημένες και ουσιαστικές κυκλοφορίες της σύγχρονης δισκογραφίας των Deep Purple.
Άλλωστε, η συγκεκριμένη έκδοση έχει σχεδιαστεί ως περιορισμένη παραγωγή και απευθύνεται κυρίως στους φίλους του φυσικού μέσου. Ο συνδυασμός του νέου άλμπουμ, των αποκλειστικών 10" βινυλίων, του bonus 7" και του πολυτελούς βιβλιαρίου την καθιστά μία από τις πιο ολοκληρωμένες συλλεκτικές κυκλοφορίες των Deep Purple των τελευταίων ετών.
Το "SPLAT!" αποτελεί έναν από τους πιο ολοκληρωμένους δίσκους της σύγχρονης εποχής των Deep Purple. Η μπάντα αποφεύγει την εύκολη ανακύκλωση του παρελθόντος και συνδυάζει ώριμη σύνθεση, δυναμικές ερμηνείες και έναν ήχο που παραμένει αυθεντικά Purple. Η παρουσία του Simon McBride έχει ανανεώσει αισθητά τη δημιουργική ενέργεια του συγκροτήματος, ενώ η παραγωγή του Bob Ezrin διατηρεί την ισορροπία ανάμεσα στην κλασική αισθητική και τη σύγχρονη προσέγγιση. Οι ζωντανές ηχογραφήσεις από τη Δρέσδη λειτουργούν ως ιδανικό επίλογος, αναδεικνύοντας πόσο ισχυρό παραμένει το συγκρότημα και στη σκηνή.
Πιστεύω, πως κάθε λάτρης των DEEP PURPLE οφείλει να ακούσει το "SPLAT!" γιατί θα διαπιστώσει πόσο ώριμη πλέον είναι η μπάντα μετά το κλείσιμο της τριλογίας με τα προηγούμενα "Now What?"και "InFinite" και να κατανοήσει πως η rock μουσική ποτέ δε θα πεθάνει διότι είναι ο δίσκος που περιγράφεται αγγλιστί "all killer, no filler". Είναι ο δίσκος που ξεχειλίζει από το πάθος και τον ζήλο που κατέστησαν τους Deep Purple μία μοναδικά θρυλική μπάντα.
Νότης "Arrogant Boy" Γκιλλανίδης
Ροή
Toto: Rosanna, all the way
Deep Purple: "Splat!"