Image
Rock this Time 05-11-2026

Heavens Edge: "Philadelphia"

Του Rocktime

"Ακούμε" την  επιστροφή μιας μπάντας με βαθιές ρίζες στη Φιλαδέλφεια και είμαστε ευτυχείς καθώς η δεκαετία του '80 και οι αρχές της δεκαετίας του '90 έφεραν, κατά τη γνώμη μου, την καλύτερη μουσική και το υψηλότερο ταλέντο οποιασδήποτε εποχής στην ιστορία της μουσικής. Υπήρχαν πολλοί μαζικά δημοφιλείς καλλιτέχνες και υπήρχαν ακόμη περισσότεροι που θα έπρεπε να είναι γνωστά ονόματα.

Η έλλειψη υποστήριξης δισκογραφικών και δημοσίων σχέσεων και η προφανής οικονομική υποστήριξη κράτησαν μερικούς από τους καλύτερους μόνο για να χωρίσουν τους δρόμους τους με τη σκηνή και να γίνουν μόνο υποσημειώσεις στα βιβλία ιστορίας του Hard Rock. Ένα από αυτά τα συγκροτήματα είναι οι Heavens Edge από την Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ.

Με το "Philadelphia", ένα άλμπουμ που παίρνει το όνομά του από την πόλη που διαμόρφωσε την ιστορία και τον χαρακτήρα τους, το αμερικανικό συγκρότημα στρέφει το βλέμμα τόσο στις ρίζες του όσο και στο παρόν του. Δεν πρόκειται απλώς για μια αναδρομή σε μια ένδοξη hard rock εποχή, αλλά για μια δήλωση συνέχειας: η δημιουργικότητα παραμένει ζωντανή, η συντροφικότητα εξακολουθεί να έχει σημασία και το καλό τραγούδι δεν εξαρτάται από τις εκάστοτε μουσικές μόδες.

Όπως υποδηλώνει και η παρουσίαση του άλμπουμ, αν το το προηγούμενο "Get It Right" στα 2023 επανέφερε τους HEAVENS EDGE στο προσκήνιο, το "Philadelphia" έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η δημιουργική τους αναγέννηση δεν ήταν μια περιστασιακή αναλαμπή. Είναι η συνέχεια μιας πορείας που στηρίζεται στη μελωδία, στη δύναμη του συγκροτήματος και στην ιδιαίτερη μουσική κληρονομιά της Φιλαδέλφειας. Είναι η  επιστροφή στις ρίζες, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον!!Από το ιστορικό ντεμπούτο του 1990 στο νέο κεφάλαιο τους οι HEAVENS EDGE εμφανίστηκαν στην εποχή κατά την οποία το αμερικανικό hard rock συνδύαζε την εκρηκτικότητα του heavy metal με την εμπορική αμεσότητα του melodic rock. Το ομώνυμο ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε το 1990, λίγο πριν η έκρηξη του grunge αλλάξει δραστικά το μουσικό τοπίο και περιορίσει τις ευκαιρίες για πολλές μπάντες της γενιάς τους.

Να αναφερθούμε στην μουσική φυσιογνωμία του άλμπουμ: με βάση τα πρώτα ακούσματα, το "Philadelphia" κινείται σε ένα ευρύ φάσμα του αμερικανικού hard rock: από την ωμή, σχεδόν επιθετική ενέργεια του κλασικού glam και του sleaze, μέχρι το μελωδικό hard rock με τα προσεγμένα φωνητικά, τα μεγάλα refrain και τις πιο συναισθηματικές συνθέσεις. Ακούγονται ως σημεία αναφοράς ονόματα όπως οι KISS, Skid Row, Mötley Crüe, Poison, Van Halen, Def Leppard και Bon Jovi.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η ποικιλία δεν παρουσιάζεται ως εγκατάλειψη της ταυτότητας των HEAVENS EDGE. Αντίθετα, φαίνεται να αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούν τις διαφορετικές πλευρές της: τη δύναμη των δύο κιθάρων, τη ρυθμική αμεσότητα, τη μελωδική φωνητική γραμμή και την ικανότητα να περνούν από το πάρτι και την αδρεναλίνη στην εσωτερικότητα μιας μπαλάντας.

Στον πυρήνα βρίσκεται ο Mark Evans, με τη φωνή του να καθοδηγεί το υλικό, ενώ οι Reggie Wu και Steve Parry διαμορφώνουν το κιθαριστικό μέτωπο με τις κιθάρες και τα δεύτερα φωνητικά τους. Η παρουσία του David Rath στα τύμπανα και του Jaron Gulino στο μπάσο συμπληρώνει τον βασικό κορμό της μπάντας. Με το "The Tempest" έχουμε μια ορχηστρική εισαγωγή συνοδευόμενη από μία  κιθαριστική "καταιγίδα"!

Η αρχή του δίσκου λειτουργεί ως προοίμιο για όσα θα ακολουθήσουν. Ο τίτλος, που παραπέμπει στην καταιγίδα, ταιριάζει με την περιγραφή ενός ηλεκτρισμένου κιθαριστικού ανοίγματος, με έντονη τεχνική και σκληρές γραμμές. Το κομμάτι αξιοποιεί ένα ιδιαίτερα εκφραστικό κιθαριστικό παίξιμο, με αναφορές στη σχολή του George Lynch. Δεν πρόκειται απλώς για μια τυπική εισαγωγή, αλλά για το πρώτο σήμα ότι η μπάντα επιστρέφει με δυναμισμό και διάθεση να ανεβάσει την ένταση.

Το "LFG" με το εκρηκτικό hard rock του θυμίζει παλιά σχολή με σύγχρονη ορμή και  είναι το κομμάτι που αναλαμβάνει να μετατρέψει την εισαγωγική ένταση σε καθαρή hard rock επίθεση. Ένας δυναμικός, υψωμένων γροθιών ύμνος, ενώ η συγγένεια με την εκρηκτική πλευρά των KISS και την τραχύτερη κιθαριστική αισθητική των Skid Row είναι εμφανής.

Εδώ βρίσκεται η πιο αυθάδικη πλευρά των HEAVENS EDGE: δυνατές κιθάρες, έντονος ρυθμός και η αίσθηση ενός τραγουδιού που έχει σχεδιαστεί για να λειτουργεί μπροστά σε κοινό. Είναι το είδος της σύνθεσης που υπενθυμίζει ότι το hard rock δεν χρειάζεται περίπλοκες εξηγήσεις όταν διαθέτει ενέργεια, χαρακτήρα και ένα δυνατό κεντρικό θέμα.

Στο "You're Mine Tonight" υπάρχει η Glam metal, Sleaze, Rock 'n' roll διάθεση της μπάντας που  στρέφεται προς την πιο ανέμελη και αισθησιακή πλευρά του αμερικανικού hard rock. Οι πρώτες εντυπώσεις παραπέμπουν στη θεατρικότητα των Mötley Crüe και Poison, αλλά και στην κιθαριστική παιχνιδιάρικη διάθεση των Van Halen.

Η συγκεκριμένη κατεύθυνση είναι σημαντική για τη συνολική ισορροπία του άλμπουμ. Οι HEAVENS EDGE δεν επιδιώκουν να διατηρούν διαρκώς μια επιθετική στάση· αφήνουν χώρο για τη διασκέδαση, την εξωστρέφεια και εκείνο το χαρακτηριστικό rock 'n' roll πνεύμα που έκανε το είδος τόσο ελκυστικό στα τέλη της δεκαετίας του '80.

Το "What's He Got" που ακολουθεί είναι το πρώτο video single και είναι ατόφιο μελωδικό hard rock άκουσμα! Είναι το πρώτο τραγούδι που παρουσιάστηκε με επίσημο βίντεο και ένα από τα βασικά δείγματα της νέας δουλειάς. Υπογραμμίζει τη χαρακτηριστική αμερικανική hard rock αυτοπεποίθηση και τη σύγχρονη προσέγγιση στη σύνθεση.

Με την σύνθεση αυτή, η μπάντα,  αναδεικνύει τη μελωδική πλευρά του κομματιού, με φωνητικές γραμμές και αρμονικά δεύτερα φωνητικά που παραπέμπουν στους Def Leppard.

Η μελωδικότητα είναι εμφανής στο "Definite Maybe" ένα ατόφιο hardrockάδικο άσμα με σπουδαίο ρεφραίν και έντονη κιθαριστική λάμψη. Η σύνθεση  συγκαταλέγεται στα τραγούδια που έχουν ξεχωρίσει στις πρώτες παρουσιάσεις του άλμπουμ. Πρόκειται για ακαταμάχητη μελωδική δύναμη, με κλασικά ρεφρέν, στο slide guitar και στη χρήση talk box, στοιχεία που παραπέμπουν στην παράδοση των  Bon Jovi.

Εδώ αναδεικνύεται η πλευρά των HEAVENS EDGE που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους φίλους του μελωδικού hard rock και του AOR. Η έμφαση δεν βρίσκεται μόνο στη δύναμη των οργάνων, αλλά και στην κατασκευή ενός τραγουδιού με ευδιάκριτη μελωδική κορύφωση, κιθαριστικές λεπτομέρειες και μια αίσθηση μεγαλείου που συνδέθηκε με την καλύτερη αμερικανική rock παραγωγή.

"Wrong Or Right": η δυναμική δυναμική μπαλάντα με συνοδεία πιάνου και συναισθηματική κορύφωση. Η μπάντα απομακρύνεται από την αδιάκοπη κιθαριστική επίθεση και δίνει χώρο στο συναίσθημα. Το πιάνο, το εκφραστικό κιθαριστικό solo και οι προσεγμένες φωνητικές αρμονίες αποτελούν βασικά στοιχεία της σύνθεσης. Οι HEAVENS EDGE γνωρίζουν καλά ότι ένα άλμπουμ hard rock χρειάζεται στιγμές κατά τις οποίες η ένταση μετατρέπεται σε λυρισμό. Η power ballad δεν είναι απλώς μια ανάπαυλα ανάμεσα στα πιο δυνατά τραγούδια είναι ένας διαφορετικός τρόπος να αναδειχθεί η φωνή του Mark Evans και να αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος η μελωδία.

Το "Why Can't This Be Love" μπορεί να θυμίσει στους φίλους του κλασικού αμερικανικού rock το ομώνυμο τραγούδι των Van Halen, όμως δεν πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι πρόκειται για διασκευή. Μία σύνθεση με χαρακτηριστικό ρυθμικό μοτίβο, φωτεινότερες power pop αποχρώσεις και μελωδική προσέγγιση που φέρνει στον νου τους Cheap Trick και τους Harem Scarem..

Η σύνθεση που ακολουθεί, το "Young Hearts" είναι ένα ύμνος  hard rock. Η μπάντα επιστρέφει στη δυναμική πλευρά του άλμπουμ, με μια προσέγγιση που η κριτική συνδέει με τους Damn Yankees και τους The Defiants. Αναφέρεται επίσης η έντονη μπασογραμμή και η αίσθηση ενός τραγουδιού που γιορτάζει τη ζωντάνια χωρίς να φοβάται το πέρασμα του χρόνου.

Η επιλογή του τίτλου αποκτά ιδιαίτερο νόημα για ένα συγκρότημα με ιστορία σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών. Η νεότητα εδώ μπορεί να διαβαστεί όχι ως ηλικιακή κατηγορία, αλλά ως στάση απέναντι στη μουσική: η επιθυμία να δημιουργείς, να παίζεις δυνατά και να επικοινωνείς με το κοινό παραμένει ζωντανή. Σε επίπεδο συνολικής ροής, το κομμάτι έρχεται να ανανεώσει την ενέργεια μετά τις πιο μελωδικές στιγμές και να υπενθυμίσει ότι οι HEAVENS EDGE δεν έχουν εγκαταλείψει την αμεσότητα του κλασικού hard rock.

Το "I'll Be Just Fine (Without You)" προσεγγίζει την πιο φωτεινή και ευχάριστη πλευρά του μελωδικού hard rock. Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από τις αρμονίες, τις χαλαρές κιθάρες, την κινητικότητα του μπάσου και τη ζωηρή ερμηνευτική παρουσία του Mark Evans. 

Με ακουστικές κιθάρες, μελωδία και ρομαντική ατμόσφαιρα το "I Wish You Would" κινείται σε διαφορετικό ηχητικό πεδίο. Η κριτική αναφέρει ακουστικές κιθάρες, ενορχηστρωτικές πινελιές που παραπέμπουν σε έγχορδα και μια πιο απαλή φωνητική προσέγγιση, με αναφορές στο ύφος των υπέρλαμπρων Mr. Big και FireHouse. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα επιλογή λίγο πριν από το κλείσιμο του άλμπουμ. Η απομάκρυνση από τον παραδοσιακό όγκο των ηλεκτρικών κιθαρών αφήνει τη μελωδία να αναπνεύσει και δίνει έμφαση στη φωνητική ερμηνεία. 

Το κλείσιμο του "Philadelphia" ανήκει στο "No Way Out", ένα τραγούδι που επαναφέρει την ένταση και τη βαριά κιθαριστική προσέγγιση. Η περιγραφή αναδεικνύει τη δυνατή φωνητική παρουσία, το επιθετικό κιθαριστικό παίξιμο και ένα μελωδικό ρεφρέν με έντονο συναισθηματικό φορτίο. Η επιλογή ενός τέτοιου τραγουδιού για το τέλος μοιάζει ιδιαίτερα εύστοχη. Μετά τις εναλλαγές ανάμεσα σε glam/sleaze ενέργεια, μελωδικό hard rock, power ballads και πιο ανάλαφρες συνθέσεις, οι HEAVENS EDGE κλείνουν με μια επιστροφή στη δύναμη και στην ένταση. Η σύνθεση  λειτουργεί έτσι ως καταληκτική δήλωση: η μπάντα μπορεί να εξερευνά διαφορετικές όψεις του ήχου της, αλλά η κιθαριστική της ταυτότητα παραμένει στο επίκεντρο.

Το "Philadelphia" παρουσιάζεται ως ένας δίσκος που επιχειρεί να συμφιλιώσει δύο διαφορετικές ανάγκες: από τη μία, την επιστροφή στην κλασική αισθητική του αμερικανικού hard rock και από την άλλη, την ελευθερία μιας μπάντας που δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξει ότι ανήκει σε μια συγκεκριμένη εποχή. Το άλμπουμ συνδυάζει, σύμφωνα με τις πρώτες κριτικές, την εκρηκτική πλευρά των KISS και Skid Row, τη μελωδική τεχνική των Def Leppard, την κιθαριστική αυτοπεποίθηση των Van Halen και τη συναισθηματική διάσταση του μελωδικού hard rock.

Είναι, επομένως, μια κυκλοφορία που απευθύνεται τόσο στους παλιούς φίλους των HEAVENS EDGE όσο και στους ακροατές που αναζητούν σύγχρονο υλικό με βαθιές ρίζες στο αμερικανικό melodic hard rock. Η ουσία του δεν βρίσκεται μόνο στην αναφορά στο παρελθόν, αλλά στην προσπάθεια να αποδειχθεί ότι οι δυνατές μελωδίες, οι κιθάρες και η συλλογική ενέργεια μιας μπάντας εξακολουθούν να έχουν θέση στο παρόν.

Νότης "The Tempest"Γκιλλανίδης