Πως το κομμουνιστικό καθεστώς της Βουλγαρίας πολέμησε τη rock, punk και heavy metal μουσική!
Η σύγκρουση μεταξύ του κομμουνιστικού καθεστώτος και της ροκ μουσικής στη Βουλγαρία (κυρίως τις δεκαετίες του 1960, 1970 και 1980) ήταν μια έντονη μάχη ιδεολογίας, λογοκρισίας και πολιτισμικής αντίστασης, καθώς το καθεστώς του Τόντορ Ζίβκοφ τη θεωρούσε αρχικά «ιδεολογικό σαμποτάζ» και δυτική επιρροή.
Παρά τις διώξεις, τη λογοκρισία και τις απαγορεύσεις, η βουλγαρική ροκ σκηνή κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να παίξει καθοριστικό ρόλο στην πτώση του καθεστώτος στα τέλη της δεκαετίας του '80. Για το ντόπιο καθεστώς η ροκ μουσική προωθούσε τον ατομικισμό και την ελευθερία της έκφρασης, έννοιες αντίθετες με τη συλλογική πειθαρχία του κομμουνισμού και το κράτος θεωρούσε ότι τα συγκροτήματα αντέγραφαν τον παρακμιακό αμερικανικό και βρετανικό τρόπο ζωής.
Στον αντίποδα πολλά ντόπια ροκ συγκροτήματα αναγκάζονταν να αλλάξουν τα «δυτικά» τους ονόματα σε βουλγαρικά για να πάρουν άδεια να παίξουν και όλα τα τραγούδια περνούσαν από ειδικές επιτροπές λογοκρισίας. Οι στίχοι έπρεπε να είναι πολιτικά «ορθοί» και εγκεκριμένοι ενώ συγκροτήματα που παραβίαζαν τους κανόνες έχαναν το δικαίωμα να κάνουν συναυλίες ή να ηχογραφούν στη μοναδική κρατική δισκογραφική εταιρεία (Balkanton). Τον Φεβρουάριο του 1984, ο αντιπρόεδρος του Κρατικού Συμβουλίου, Γκεόργκι Τζάγκαροφ, κήρυξε τον πόλεμο στα «λασπώδη μουσικά ρεύματα» της Δύσης. Ξεκίνησε ένα κύμα καταστολής: η αστυνομία σταματούσε στον δρόμο νεαρούς με punk χτενίσματα (μοϊκάνες) ή δερμάτινα με καρφιά, τους έκοβε τα μαλλιά με το ζόρι και τους έσχιζε τα ρούχα. Παρά τις διώξεις, το punk και το heavy metal άνθισαν παράνομα. Μπάντες όπως οι Kontrol (punk), οι Ahat (heavy metal) και οι Nova Generacia (dark wave/new wave) έγιναν οι φωνές της οργής της νεολαίας. Οι νέοι εκείνης της εποχής άκουγαν κρυφά Radio Free Europe και Voice of America για να μάθουν τα νέα μουσικά ρεύματα και οι δίσκοι βινυλίου από τη Δύση εισάγονταν λαθραία και αντιγράφονταν σε κασέτες, οι οποίες πουλιούνταν χέρι με χέρι.Καθώς η πίεση από τη νεολαία μεγάλωνε, το καθεστώς κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εξαφανίσει τη ροκ. Έτσι, προσπάθησε να τη «δαμάσει» δημιουργώντας εγκεκριμένα από το κράτος ροκ φεστιβάλ και επέτρεψε αρχικά σε μπάντες όπως οι Shturcite (The Crickets) και οι FSB να παίζουν, αρκεί να κρατούν χαμηλούς τόνους.

Η Κρατική Άδεια και Λογοκρισία
Κανένα συγκρότημα δεν μπορούσε να ανέβει στη σκηνή αν δεν είχε περάσει από ειδική κρατική επιτροπή. Αρχικά oι μουσικοί έπρεπε να δώσουν εξετάσεις ενώπιον επιτροπών από γραφειοκράτες και συντηρητικούς συνθέτες κλασικής ή λαϊκής μουσικής μετά η επιτροπή τους έδινε μια «κατηγορία» (άδεια) και ανάλογα με την κατηγορία, οριζόταν το πού επιτρεπόταν να παίξουν και η επίσημη αμοιβή τους. Το καθεστώς όμως είχε στοχοποιήσει ιδιαίτερα τα underground punk και metal συγκροτήματα της δεκαετίας του '80 (π.χ. Novi Cvetia, Review) δεν έπαιρναν ποτέ τέτοια άδεια. Έτσι, όλες οι συναυλίες τους ήταν παράνομες, σε υπόγεια, σπίτια ή απομακρυσμένα χωριά.
Πριν από κάθε live, η μπάντα έπρεπε να καταθέσει γραπτώς τη λίστα των τραγουδιών και όλους τους στίχους προς έγκριση με ένα πλαίσιο όπου έπρεπε να τηρούνται κυρίως τα εξής: Λέξεις που υπονοούσαν απαισιοδοξία, μελαγχολία, θρησκεία, ή έστω και έμμεση κριτική στο κόμμα έπρεπε να κοπούν. Παράλληλα ορισμένα συγκροτήματα όπως οι Epizod ή οι FSB μελοποιούσαν ποιήματα σπουδαίων, κλασικών Βούλγαρων ποιητών του 19ου αιώνα. Οι λογοκριτές δεν μπορούσαν να απαγορεύσουν τους εθνικούς ποιητές, οπότε οι μπάντες «περνούσαν» μέρος των στίχων τους. Από την άλλη το καθεστώς είχε επιβάλλει αυστηρό κανόνα για το ποσοστό των ξένων τραγουδιών (διασκευών) ενώ το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος έπρεπε να είναι βουλγαρικά κομμάτια ή τραγούδια από άλλες σοσιαλιστικές χώρες (π.χ. Σοβιετική Ένωση, Τσεχοσλοβακία).
Έλεγχος της Εμφάνισης και της Συμπεριφοράς
Μεγάλη βαρύτητα έδειχναν οι κομμουνιστικές κυβερνήσεις της Βουλγαρίας στη εξωτερική εμφάνιση των ροκ συγκροτημάτων διότι πίστευε ότι η οπτική εικόνα των ροκ μουσικών ήταν εξίσου επικίνδυνη με τη μουσική. Επιπρόσθετα απαγορεύονταν τα σκισμένα τζιν, τα δερμάτινα με καρφιά και τα ρούχα με αγγλικά γράμματα ή αμερικανικά σύμβολα και συγκροτήματα όπως οι Signal αναγκάζονταν συχνά να φορούν κοστούμια για να τους επιτραπεί η τηλεοπτική ή ζωντανή εμφάνιση.
Οι οδηγίες ήταν σαφείς προς την κρατική ασφάλεια όπως : Οι άνδρες μουσικοί έπρεπε να έχουν κοντά ή «τακτοποιημένα» μαλλιά ενώ πολλές φορές, αστυνομικοί περίμεναν στα παρασκήνια με ψαλίδια για να κουρέψουν όποιον είχε μακριά μαλλιά πριν βγει στη σκηνή! Επίσης οι μουσικοί έπρεπε να στέκονται σχετικά ακίνητοι ενώ το έντονο headbanging ή οι προκλητικές κινήσεις θεωρούνταν «χουλιγκανισμός».
Το «Σύνδρομο των Καθιστών»
Στις επίσημες συναυλίες, το κοινό δεν επιτρεπόταν να σηκωθεί, να χορέψει ή να φωνάξει έντονα. Στις αίθουσες (συνήθως θέατρα ή οίκους πολιτισμού) υπήρχαν ένστολοι αστυνομικοί (Μιλιτσέι) και πράκτορες με πολιτικά ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων. Αν κάποιος νεαρός σηκωνόταν όρθιος για να χορέψει, τον έβγαζαν βίαια έξω από την αίθουσα, τον προσήγαγαν και η μπάντα δεχόταν παρατήρηση.
Χαρακτηριστικά Περιστατικά Λογοκρισίας
Το «Κυνήγι» των Punk Φεστιβάλ (Τέλη '80s): Στα χρόνια της περεστρόικα, η νεολαία άρχισε να διοργανώνει τα πρώτα open-air ροκ φεστιβάλ. Η αστυνομία συχνά διέκοπτε τις συναυλίες των Control ή των Nova Generacia στη μέση, έσβηνε τα φώτα, κατάσχε τα μουσικά όργανα και κατέγραφε τα ονόματα των παρευρισκόμενων, κάτι που σήμαινε προβλήματα στο πανεπιστήμιο ή στη δουλειά τους. Επιπρόσθετα η αστυνομική βία κυριαρχούσε παντού και η πολιτοφυλακή διέλυε παράνομες συγκεντρώσεις, κούρευε με το ζόρι τους νεαρούς με μακριά μαλλιά και έσκιζε στενά ή δυτικού τύπου ρούχα.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ
- Bandaracite (Бъндараците): Ιδρύθηκαν το 1962 στη Σόφια και θεωρούνται το πρώτο ροκ συγκρότημα στην ιστορία της Βουλγαρίας. Έπαιζαν κυρίως διασκευές δυτικών beat κομματιών, ανοίγοντας τον δρόμο για τη γέννηση των Shturcite.
- Srebyrnite Grivni (Сребърните гривни): Από τα πρώτα γκρουπ των 60s που τόλμησαν να παντρέψουν το beat και το rock 'n' roll με παραδοσιακά βουλγαρικά φολκλορικά στοιχεία, μια προσέγγιση που αργότερα τελειοποίησε η κρατική εγκυκλοπαίδεια ροκ μουσικής FSB.
- Faktor (Фактор): Σχηματίστηκαν το 1972 και αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς πυλώνες του μελωδικού hard rock στη χώρα. Άντεξαν στον χρόνο και τη λογοκρισία, κυκλοφορώντας επιτυχημένα άλμπουμ μέσω της κρατικής Balkanton.
- Koukeri (Кукери): Ξεκίνησαν το 1972 με pop-rock και folk-rock προσανατολισμό. Στη δεκαετία του '80, ενσωμάτωσαν έντονα στοιχεία synth-pop και cosmic disco.
- Shturcite (Штурците): Το πιο εμβληματικό και μακροβιότερο ροκ συγκρότημα της Βουλγαρίας, που ιδρύθηκε το 1967. Επηρεασμένοι από τους Beatles, ξεκίνησαν με beat μουσική και εξελίχθηκαν σε hard rock. Παρά τις απαγορεύσεις, γέμιζαν στάδια και έγιναν το εθνικό σύμβολο της βουλγαρικής ροκ.
- Tangra (Тангра): Ιδρύθηκαν τη δεκαετία του '70 από τον Konstantin Markov. Ξεκίνησαν με μελωδικό ροκ, αλλά τη δεκαετία του '80 άλλαξαν στυλ και έγιναν οι κύριοι εκφραστές του βουλγαρικού New Wave.
- Review (Ревю): Γεννήθηκαν μέσα από τη διάσπαση μιας παλαιότερης μπάντας (των Kale) και έγιναν θρύλοι του βουλγαρικού new wave. Με τη χαρακτηριστική φωνή της Milena Slavova και τους ειρωνικούς κοινωνικούς στίχους τους, έγιναν η φωνή της αντισυμβατικής νεολαίας της Σόφιας.
- Milena Slavova (Милена Славова): Αν και συχνά εμφανιζόταν με τους Review, η Milena ήταν η «βασίλισσα του βουλγαρικού ροκ». Η σόλο καριέρα της στα τέλη των 80s συνδύασε το punk, το new wave και το hard rock, σπάζοντας κάθε κατεστημένο της εποχής με την εκκεντρική της εμφάνιση.
- Atlas (Атлас): Ιδρύθηκαν το 1985 και ξεκίνησαν ως country-rock σχήμα, για να εξελιχθούν γρήγορα σε ένα από τα πιο δημοφιλή synth-pop / new wave συγκροτήματα της χώρας προς το τέλος της κομμουνιστικής περιόδου.
- Impulse (Импулс): Ξεκίνησαν το 1971 στη Σόφια ως studio project, αλλά στα μέσα της δεκαετίας του '80 μεταμορφώθηκαν σε ένα από τα πρώτα και πιο επιτυχημένα heavy metal / glam metal συγκροτήματα της Βουλγαρίας.
- Epizod (Епизод): Σχηματίστηκαν το 1983 και έπαιζαν κλασικό heavy metal. Έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί γιατί μελοποιούσαν ποιήματα διάσημων Βούλγαρων κλασικών ποιητών (όπως του Ivan Vazov και του Hristo Botev), κάτι που τους βοηθούσε να περνούν πιο εύκολα τη λογοκρισία.
- Konkurent (Конкурент): Ιδρύθηκαν το 1986 και υπήρξαν από τους βασικούς εκπροσώπους της έκρηξης του hard rock και heavy metal στα χρόνια της περεστρόικα, μοιραζόμενοι τη σκηνή με τους Ahat και τους Era.
- Signal (Сигнал): Από τα πιο αγαπημένα γκρουπ του κλασικού hard ροκ. Το 1982, κατά τη διάρκεια συναυλίας τους στο Μπουργκάς, η αστυνομία επιτέθηκε στο κοινό, γεγονός που οδήγησε σε προσωρινή απαγόρευση του συγκροτήματος.
- FSB (Formacia Studio Balkanton): Μια εξαιρετικά ταλαντούχα progressive ροκ μπάντα. Λόγω των τεχνικών τους γνώσεων, το κράτος τους επέτρεπε να χρησιμοποιούν σύγχρονα synthesizers. .Είναι το μοναδικό βουλγαρικό ροκ συγκρότημα που έχει κερδίσει βραβείο Grammy (για την παραγωγή και την ενορχήστρωση του παγκόσμιου hit "Jose" του Jose Feliciano το 1990).
- Diana Express (Диана Експрес): Σπουδαίο συγκρότημα της δεκαετίας του '70 που συνδύαζε το soft rock με στοιχεία της βουλγαρικής παραδοσιακής μουσικής.
Η Έκρηξη του '80
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με την Περεστρόικα, η νεολαία ξέφυγε από τον έλεγχο του κράτους και δημιουργήθηκε το κίνημα «Цветя от края на 80-те» (Λουλούδια από το τέλος των '80s) με σκληρό, πολιτικοποιημένο στίχο.
- Ahat (Ахат): Οι πρωτοπόροι του βουλγαρικού heavy metal. Το κομμάτι τους "Черната овца" (Το Μαύρο Πρόβατο) θεωρείται μέχρι σήμερα ο απόλυτος ροκ ύμνος της χώρας.
- Kontrol (Контрол): Το πιο εμβληματικό punk/comedy rock συγκρότημα. Με καυστική σάτιρα και ασταμάτητη ενέργεια, γελοιοποιούσαν την καθημερινότητα του κομμουνιστικού καθεστώτος.
- Review (Ревю): Μια από τις πιο επιδραστικές New Wave/Post-Punk μπάντες με κοινωνικό και ειρωνικό στίχο, και σήμα κατατεθέν τα ιδιαίτερα φωνητικά της Milena Slavova.
- Nova Generacia (Нова Генерация): Οι εκπρόσωποι του dark wave. Ο ποιητής και ηγέτης τους, Dimitar Voev, δημιούργησε μια ολόκληρη underground κουλτούρα για τους απογοητευμένους νέους της εποχής.
- Era (Ера) & Konkurent (Конкурент): Δύο από τα πρώτα thrash και heavy metal συγκροτήματα που εξέφρασαν την απόλυτη οργή της γενιάς τους ενάντια στο σύστημα.
- B.T.R. (Б.Т.Р.): Ιδρύθηκαν το 1984 ως thrash/heavy metal μπάντα στα σχολικά τους χρόνια. Αν και η μεγάλη τους επιτυχία ήρθε μετά το 1990, αποτελούν γνήσιο προϊόν της underground έκρηξης των '80s.
- Novi Tsvetya (Нови Цветя): Ιδρύθηκαν το 1979 στην πόλη Πέρνικ και θεωρούνται ιστορικά το πρώτο γνήσιο punk συγκρότημα της Βουλγαρίας, λειτουργώντας εντελώς παράνομα και μακριά από τα επίσημα κρατικά μέσα.
- Georgi Minchev: Ο «πατέρας» του βουλγαρικού ροκ, Georgi Minchev, ξεκίνησε τότε την καριέρα του αλλά ήρθε σε σφοδρή ρήξη με τις αρχές, με αποτέλεσμα να καταφέρει να κυκλοφορήσει τον πρώτο του προσωπικό δίσκο μόλις το 1987.
- Οι PhonoExpress (ФоноEкспрес) και οι RZ έπαιζαν κυρίως σε μελωδικό /AOR ύφος.
«Το Μαύρο Πρόβατο» (Черната овца)
To "Черната овца" ανήκει στους Ahat και είναι, σύμφωνα με αμέτρητες ψηφοφορίες και κριτικούς, ο κορυφαίος βουλγαρικός ροκ και χέβι μέταλ ύμνος όλων των εποχών. Κυκλοφόρησε το 1988 στον ιστορικό ντεμπούτο δίσκο τους με τίτλο "Походът" και έγινε αμέσως το απόλυτο σύμβολο της επαναστατημένης νεολαίας. Μουσικά, το κομμάτι ακολουθεί τη χρυσή συνταγή του κλασικού hard rock και heavy metal (στα πρότυπα των Led Zeppelin, Black Sabbath και Deep Purple). Τα συγκλονιστικά, υψηλότονα φωνητικά του Zvezdomir Keremidchiev, που έδιναν την αίσθηση μιας κραυγής ελευθερίας. Το τραγούδι μιλά για το κλασικό θέμα του «μαύρου προβάτου»: του ανθρώπου που αρνείται να ακολουθήσει τυφλά το κοπάδι. Στο πλαίσιο όμως της κομμουνιστικής Βουλγαρίας του 1988, ο στίχος απέκτησε βαθιά πολιτική και κοινωνική διάσταση. Ήταν ένας ανοιχτός бунт (ξεσηκωμός) ενάντια στο γκρίζο σύστημα, τη σοσιαλιστική ομοιομορφία, το κίβδηλο ηθικό πρότυπο του καθεστώτος και την καταπίεση της ατομικής ταυτότητας. Ο άνθρωπος που έγραψε τη μουσική και τους στίχους αυτού του επαναστατικού ύμνου είναι ο κιθαρίστας του γκρουπ, Bozhidar Glavev (Божидар Главев). Η προσωπική του ιστορία είναι σχεδόν μυθιστορηματική αφού στα μέσα της δεκαετίας του '90, στο απόγειο της δόξας του, ο Glavev πήρε μια σοκαριστική απόφαση και εγκατέλειψε οριστικά τη ροκ μουσική, δηλώνοντας ότι το πραγματικό του κάλεσμα ήταν ο Θεός. Χειροτονήθηκε Ορθόδοξος ιερέας (πατέρας Μποζιντάρ) και μέχρι σήμερα ζει και λειτουργεί απομονωμένος σε ένα χωριό κοντά στο Μπουργκάς,
ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ και ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ
Η διοργάνωση παράνομων και ημι-παράνομων συναυλιών ήταν ο μοναδικός τρόπος για να επιβιώσει η αυθεντική ροκ κουλτούρα στη Βουλγαρία. Επειδή το κράτος έλεγχε όλους τους επίσημους χώρους μέσω της Κρατικής Διεύθυνσης Συναυλιών (Bulgarian Concert Directorate), οι μουσικοί και οι οπαδοί έπρεπε να γίνουν εξαιρετικά ευρηματικοί. Οι κυριότερες μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν περιλάμβαναν:
Οι πιο ελεύθερες ροκ σκηνές της Σόφιας στήνονταν κατά τη διάρκεια των ανοιξιάτικων χορών της Ακαδημίας Καλών Τεχνών και άλλων πανεπιστημίων και οι φοιτητές είχαν μια σχετική αυτονομία να διοργανώνουν εσωτερικές εκδηλώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν εκατοντάδες νέοι στριμώχνονταν κρυφά στις αίθουσες, ντυμένοι με τζιν, χορεύοντας έξαλλα αφού συγκροτήματα (όπως οι πρώιμοι Shturcite ή οι Glasovete) εμφανίζονταν εκεί και έπαιζαν σκληρό, απαγορευμένο δυτικό ροκ. και τα συγκροτήματα έπαιζαν με ερασιτεχνικό εξοπλισμό, συχνά με χειροποίητους ενισχυτές, ενώ οι κιθάρες συνδέονταν απευθείας σε παλιά ραδιόφωνα για να βγάλουν παραμόρφωση. Οι αρχές συνήθως έκλειναν αυτές τις σκηνές μετά από λίγα χρόνια λειτουργίας. Παράλληλα είχαμε και άλλες ευρηματικές λύσεις από τη Βουλγαρική νεολαία όπου ακολουθούσαν τα πρότυπα του σοβιετικού Kvartirnik και οι νέοι μετέτρεπαν ιδιωτικούς χώρους σε αυτοσχέδια ροκ κλαμπ. Η πληροφορία διαδιδόταν αποκλειστικά από στόμα σε στόμα και μόνο σε άτομα απόλυτης εμπιστοσύνης, για τον φόβο των καταδοτών της Μιλίτσια (αστυνομίας).
Συναυλίες στη Φύση και σε Απομακρυσμένα Χωριά
Όσο πιο μακριά από τη Σόφια και τις μεγάλες πόλεις βρισκόταν μια εκδήλωση, τόσο λιγότερος ήταν ο έλεγχος. Συγκροτήματα ταξίδευαν στην επαρχία για να παίξουν σε μικρά πολιτιστικά κέντρα χωριών (Chitalishte). Οι μουσικοί δήλωναν στις τοπικές αρχές ότι θα παίξουν «παραδοσιακά ή εγκεκριμένα ποπ τραγούδια» (Estrada). Μόλις έσβηναν τα φώτα και άρχιζε το live, το γύριζαν σε Deep Purple και Black Sabbath, με το κοινό να παραληρεί μέχρι να φτάσει η αστυνομία.
Το «Αντάρτικο» των Επίσημων Συγκροτημάτων
Ακόμα και τα συγκροτήματα που είχαν άδεια να κάνουν περιοδείες (όπως οι Signal, Tangra) έστηναν το δικό τους σαμποτάζ. Στο επίσημο πρόγραμμα που κατέθεταν στη λογοκρισία, παρουσίαζαν «ασφαλείς» στίχους. Κατά τη διάρκεια της συναυλίας όμως, πρόσθεταν αυτοσχεδιασμούς, ανέβαζαν την ένταση στις κιθάρες, άλλαζαν τα λόγια επί σκηνής ή έπαιζαν ορχηστρικά κομμάτια που παρέπεμπαν ξεκάθαρα σε δυτικό heavy metal.
Αν η Μιλίτσια ανακάλυπτε μια παράνομη συναυλία, οι συνέπειες ήταν βαριές: Άγριο ξύλο στους παρευρισκόμενους και καταστροφή των μουσικών οργάνων. Στα συγκροτήματα απαγορευόταν διά ροπάλου η πρόσβαση σε στούντιο ηχογράφησης ή η δυνατότητα να ξαναπαίξουν ζωντανά. Οι διοργανωτές και οι μουσικοί αντιμετώπιζαν συλλήψεις, αποβολές από τα πανεπιστήμια, αναγκαστική στρατιωτική θητεία σε απομονωμένες περιοχές (για να διαλυθεί η μπάντα), ή ακόμα και εκτόπιση σε στρατόπεδα αναμόρφωσης.

Η ιστορική συναυλία των Signal (Vигнал) στο Μπουργκάς
Η συναυλία των Signal (Vигнал) στο Μπουργκάς το 1982 (συγκεκριμένα στις 10 Φεβρουαρίου 1982) αποτελεί ένα από τα πιο μαύρα, αλλά και ταυτόχρονα εμβληματικά ορόσημα στην ιστορία της βουλγαρικής ροκ, καθώς σηματοδότησε την πιο βίαιη, δημόσια σύγκρουση ανάμεσα στο κομμουνιστικό καθεστώς και τους ροκ οπαδούς. Η ατμόσφαιρα μέσα στην κλειστή αθλητική αίθουσα του Μπουργκάς ήταν ηλεκτρισμένη. Οι Signal (Vигнал) , που ήταν ήδη ένα από τα πιο δημοφιλή hard rock συγκροτήματα της χώρας, έπαιζαν με απίστευτη ενέργεια και το κοινό —κυρίως έφηβοι και νεολαία— άρχισε να εκδηλώνει τον ενθουσιασμό του με τρόπο «δυτικό»: Οι νέοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και άρχισαν να χορεύουν στους διαδρόμους και να τραγουδούν δυνατά. Πολλοί έβγαλαν τις μπλούζες τους και τις κουνούσαν στον αέρα. Αυτή η εικόνα ελευθερίας θεωρήθηκε «χουλιγκανισμός» και «αντικοινωνική συμπεριφορά». Οι αστυνομικοί μπήκαν ανάμεσα στο πλήθος με γκλοπ και άρχισαν να χτυπούν αδιακρίτως τους νεαρούς για να τους αναγκάσουν να καθίσουν στις θέσεις τους.
Βλέποντας την αγριότητα από τη σκηνή, ο χαρισματικός τραγουδιστής και ηγέτης των Signal, Yordan Karadzhov (Йордан Караджов), έκανε κάτι αδιανόητο για τα δεδομένα της εποχής: σταμάτησε τη μουσική. Πήρε το μικρόφωνο και καταδίκασε ανοιχτά την αστυνομική βία, φωνάζοντας προς τους αστυνομικούς να σταματήσουν να χτυπούν τα παιδιά, τονίζοντας ότι η μουσική δεν είναι έγκλημα. Η αντίδραση του καθεστώτος στην «ανταρσία» του συγκροτήματος ήταν άμεση και αμείλικτη: Στους Signal (Vигнал) επιβλήθηκε αμέσως μαύρη λίστα. Τους απαγορεύτηκε να κάνουν συναυλίες, να εμφανίζονται στην τηλεόραση ή να ακούγονται στο κρατικό ραδιόφωνο. Η κρατική δισκογραφική Balkanton πάγωσε την κυκλοφορία των τραγουδιών τους και τα μέλη του γκρουπ πέρασαν από εξαντλητικές ανακρίσεις από την κρατική ασφάλεια.
Ήρωες της ελευθερίας του λόγου.
Η απαγόρευση κράτησε σχεδόν έναν χρόνο. Ωστόσο, το σχέδιο του καθεστώτος να τους εξαφανίσει απέτυχε παταγωδώς. Το περιστατικό στο Μπουργκάς μαθεύτηκε γρήγορα σε όλη τη χώρα από στόμα σε στόμα. Οι Signal μετατράπηκαν στα μάτια της βουλγαρικής νεολαίας από απλοί ροκ σταρ σε πραγματικούς ήρωες και μάρτυρες της ελευθερίας του λόγου. Όταν το καθεστώς αναγκάστηκε τελικά να άρει την απαγόρευση λόγω της τεράστιας λαϊκής πίεσης, οι συναυλίες τους γίνονταν πλέον σε ασφυκτικά γεμάτα στάδια, με το κοινό να τους αποθεώνει για το θάρρος τους.
Η ντόπια ροκ μουσική έγινε τελικά το soundtrack της κατάρρευσης του κουμμουνιστικού καθεστώτος το 1989, με τις ροκ συναυλίες να μετατρέπονται σε πολιτικές διαδηλώσεις για τη δημοκρατία.
Όταν το καθεστώς κατέρρευσε τον Νοέμβριο του 1989, τα ροκ συγκροτήματα βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των τεράστιων πολιτικών συγκεντρώσεων για τη δημοκρατία στη Σόφια, με το τραγούδι "Komunizmut si otiva" («Ο Κομμουνισμός Φεύγει») του Georgi Minchev να γίνεται ο απόλυτος ύμνος της βουλγαρικής μεταπολίτευσης.
«Η μουσική είναι ένας παράλληλος κόσμος, λέει ο Vladimir "Valdi" Totev από το συγκρότημα Shturcite. Είναι ένας κόσμος στον οποίο μπορούμε να αποδράσουμε όταν η πραγματικότητα που μας περιβάλλει δεν μας αρέσει. Τότε, τα χρόνια εκείνα, η μουσική ήταν κομμάτι ελευθερίας. Οι πιο πιστοί μας οπαδοί συχνά έτρωγαν ξύλο γιατί τους αρέσαμε. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να παίζουμε για να μην γινόμαστε λόγος οι οπαδοί μας να βασανίζονται
Επιμέλεια: Φώτης Μελέτης
ΠΗΓΕΣ:
www.metalhangar18.com
www.fpif.org
www.zaetropole.com
www.fsb.bg/en/fsb.php
www.bg-rock-archives.com/years.php?yrs=1970-1979
www.columbia.edu/itc/history/degrazia/courseworks/sabrina_ramet.pdf
www.unearthingthemusic.eu/posts/punk-rock-in-bulgaria-1979-2008-maciej-zurowski/
www.proquest.com/openview/38a53d8cccdb3dae14c7b2ea0e548cbb/1?pq-origsite=gscholar&cbl=36738
www.file:///C:/Users/User/Downloads/6638-41810-2-PB.pdf
www.bg.wikipedia.org/wiki/%D0%A7%D0%B5%D1%80%D0%BD%D0%B0%D1%82%D0%B0_%D0%BE%D0%B2%D1%86%D0%B0