The Cult: Hλεκτρισμός, αγάπη και λατρεία...

Δημοσιεύθηκε από: Rocktime

03/10/2016

Κατηγορία: Golden Years

2979

Η αρχική μορφή των The Cult εντοπίζεται το 1981, όταν ο τραγουδιστής Ian Astbury σχημάτισε μια μπάντα, την οποία απoφάσισε να ονομάσει Southern Death Cult. Τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, ήταν οι Buzz Burrows (κιθάρα), Barry Jepson (μπάσο) και Aki Nawaz Qureshi (τύμπανα) και υπέγραψαν δισκογραφικό συμβόλαιο στην ανεξάρτητη εταιρεία Situation Two, η οποία στην ουσία ήταν θυγατρική της Beggars Banquet Records.

 

Το συγκρότημα δεν κράτησε πάνω 16 μήνες, με αποτέλεσμα το Φεβρουάριο του 1983 να διαλυθούν. Μια συλλογή, με τίτλο Southern Death Cult, περιείχε κομμάτια που είχαν εμφανιστεί σε singles, κάποια radio sessions καθώς και κάποιες ζωντανές εκτελέσεις Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς ο κιθαρίστας Billy Duffy (πρώην μέλος των The Nosebleeds, Lonesome No More και Theatre Οf Hate) συνεργάζεται με τον Ian Astbury στη δημιουργία ενός συγκροτήματος με όνομα Death Cult. Το συγκρότημα περιελάμβανε και τους Jamie Stewart (μπάσο) και Taylor Smith (τύμπανα), οι οποίοι προέρχονταν από post-punk συγκρότημα, τους Ritual.


Το ντεμπούτο των Death Cult ήταν το ομώνυμο EP που κυκλοφόρησε το 1983. Το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, ο Taylor Smith απολύθηκε και τη θέση του στα τύμπανα πήρε ο Nigel Preston (επίσης πρώην Theatre Οf Hate) Τον Ιανουάριο του 1984 η μπάντα άλλαξε το όνομα της σε The Cult, και κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά τον πρώτο τους δίσκος με τίτλο “Dreamtime”.
Κομμάτια όπως το “Horse Nation” δείχνουν τις επιρροές του Astbury από την ινδιάνικη κουλτούρα, ενώ το ομώνυμο “Dreamtime” είναι επηρεασμένο από τους Αβοριγίνες της Αυστραλίας.Ο δίσκος αρχικά κυκλοφόρησε μόνο στην Αγγλία, όμως μετά την επιτυχία που γνώρισε, στο οποίο συνέβαλε και το γεγονός ότι το συγκρότημα περιόδευσε εκτενώς, ανάγκασε την εταιρεία τους να το κυκλοφορήσει σε περίπου 30 χώρες.
Το δεύτερο album της μπάντας κυκλοφόρησε το 1985 και λεγόταν “Love”. Ο δίσκος αυτός σηματοδότησε μια αλλαγή, τόσο στο μουσικό ύφος της μπάντας, όσο και στο image τους. Από τις punk επιρροές κατευθύνθηκαν σε πιο ψυχεδελικές μορφές έκφρασης, με κύρια επιρροή τα 60’s. Το “Love” ήταν ένας επιτυχημένος ανεξάρτητος δίσκος, με πωλήσεις, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στην Αυστραλία και την Αμερική. Τραγούδια που ξεχώρισαν από το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι τα “Revolution”, “She Sells Sanctuary” και “Rain” ενώ το 2009, το  “Love” επανακυκλοφόρησε.
Το συγκρότημα αποφάσισε να βγει σε περιοδεία με νέο drummer τον Les Warner. Η album version του “Rain” καθώς και το remix "(Here Comes the) Rain" χρησιμοποιήθηκαν στο soundtrack της ιταλική ταινίας τρόμου Demoni 2.
Επιστρέφοντας στην Αγγλία, οι The Cult ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις του τρίτου τους δίσκου, ο οποίος είχε σχεδιαστεί να ονομασθεί “Peace”, για την τύχη του οποίου θα αναφερθούμε παρακάτω. Μη μένοντας ικανοποιημένοι από τον ήχο, πήραν την απόφαση να ταξιδέψουν μέχρι την Αμερική, με σκοπό να αναλάβει τη μίξη του νέου τους single "Love Removal Machine" ο Rick Rubin.
Ο Rick Rubin δέχτηκε να συνεργαστεί μαζί τους, αρκεί να μην περιορίζονταν στη μίξη μόνο, αλλά να ηχογραφούσαν το κομμάτι. Η μόνη δυσαρεστημένη με αυτές τις εξελίξεις ήταν η δισκογραφική εταιρεία των The Cult, καθώς ο καιρός πέρναγε και τα έξοδα αυξάνονταν. Ακούγοντας όμως κάποιες από τις ηχογραφήσεις, πείσθηκε τελικά να προχωρήσει την ηχογράφηση.


Έτσι, η νέα έκδοση του δίσκου κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1987 με τίτλο “Electric”. Στα singles που κυκλοφόρησαν οι The Cult για την προώθηση του δίσκου υπήρχαν και κάποια κομμάτια από τις ηχογραφήσεις του Peace album ενώ υπάρχει και η διασκευή του περίφημου “Born to Be Wild” των Steppenwolf Στις συναυλίες που έδωσε η μπάντα, τη rhythm κιθάρα είχε αναλάβει ο Jamie Stewart, ενώ στο μπάσο ήταν κάποιος Kid Chaos. Στο αμερικάνικο κομμάτι της περιοδείας οι The Cult είχαν ως support τους (τότε ακόμα άγνωστους) Guns N' Roses.
Στο τέλος της περιοδείας ο δίσκος είχε γίνει πλατινένιος στην Αγγλία, ενώ οι πωλήσει σε παγκόσμιο πλησίασαν τα 3 εκατομμύρια. Η κούραση και η ένταση από την περιοδεία είχαν ως αποτέλεσμα τα μέλη του συγκροτήματος κυριολεκτικά να μη μιλιούνται μεταξύ τους. O Kid Chaos (ή Haggis) ήταν ο πρώτος που έφυγε από το συγκρότημα. Οι Astbury και Duffy απέλυσαν, τόσο τον Warner όσο και την τότε ομάδα management τους, και παρέα με τον Stewart μετακόμισαν στο Los Angeles.
Για τις ηχογραφήσεις του επόμενου δίσκου τους, που κυκλοφόρησε το 1989 με τίτλο “Sonic Temple”, ο Jamie Stewart ανέλαβε πάλι το μπάσο ενώ, για τα πλήκτρα η μπάντα συνεργάστηκε με τον John Webster.
Κατά τη διάρκεια των προβών και των ηχογραφήσεων των κομματιών σε demo μορφή, πίσω από τα τύμπανα ήταν ο Chris Taylor, στη συνέχεια οι The Cult συνεργάστηκαν με τον drummer των KISS, Eric Singer, πριν καταλήξουν στον session-drummer Mickey Curry για την ηχογράφηση των drums.


Ο δίσκος αυτός ήταν ο πρώτος που κυκλοφόρησε το συγκρότημα, συνεργαζόμενο με το διάσημο παραγωγό Bob Rock, έκανε τρομερή επιτυχία παγκοσμίως και δικαίως θεωρείται κλασσικός αφού περιλαμβάνει εκπληκτικά τραγούδια όπως τα "Fire Woman", "Edie (Ciao Baby)" , "Sweet Soul Sister" και το "New York City" όπου backing vocals κάνει ο Iggy Pop. Στην περιοδεία για την προώθηση του δίσκου υπήρχαν πάλι αλλαγές στη σύνθεση της μπάντας. Αυτή τη φορά το ρόλο ρου drummer ανέλαβε ο Matt Sorum (μετέπειτα στους Guns N’ Roses) ενώ τα πλήκτρα έπαιζε ο Webster.
Στο ευρωπαϊκό σκέλος της περιοδείας οι The Cult έπαιζαν με τους Aerosmith, ενώ για το αμερικάνικο περιόδευσαν με τους Metallica πριν ξεκινήσουν να περιοδεύουν μόνοι τους.
Το Φεβρουάριο του 1990 πέθανε ο πατέρας του Astbury, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα, μετά την εκπλήρωση κάποιων συναυλιακών υποχρεώσεων τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, να ακυρωθεί το υπόλοιπο της περιοδείας. Την περίοδο αυτή το συγκρότημα έφθασε στα πρόθυρα της διάλυσης, με αφορμή την παραίτηση, τόσο του Stewart, όσο και του Sorum (ο πρώτος για να εγκατασταθεί στον Καναδά με τη γυναίκα του και ο δεύτερος για να ενταχθεί στο δυναμικό των Guns N’ Roses).
Επίσης, το 1990 κυκλοφόρησε στην Αγγλία μια συλλογή από 10 CD’s, τα οποία περιελάμβαναν σπάνια κομμάτια από τα singles που είχαν κυκλοφορήσει. Το 1991 ο Astbury δέχθηκε μια προσφορά από το διάσημο σκηνοθέτη Oliver Stone, για να υποδυθεί το ρόλο του Jim Morrison στην ταινία που ετοίμαζε με τίτλο “The Doors”, αλλά αρνήθηκε, διότι δε συμφωνούσε με τον τρόπο που παρουσιαζόταν στην ταινία ο Morrison. (Εντελώς πληροφοριακά αναφέρουμε ότι το ρόλο πήρε τελικά ο Val Kilmer, ενώ άλλα ονόματα που είχαν πέσει στο τραπέζι ήταν αυτά των Tom Cruise, Johnny Depp και του John Travolta.)
Το 1991 βρήκε τους The Cult (δηλαδή τους Astbury και Duffy) να ετοιμάζουν το νέο τους δίσκο. Τη θέση του μπασίστα και του ντραμίστα, μετά από αλλαγές προσώπων, ανέλαβαν οι Charley Drayton και Mickey Curry αντίστοιχα. Οι σχέσεις μεταξύ του Astbury και του Duffy ήταν σε άσχημο επίπεδο, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων να εμφανίζονται σπάνια μαζί στο studio.
Ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε το 1991 και ονομαζόταν “Ceremony”. Παρόλο την αδιαμφισβήτητη ποιότητα του, ο δίσκος δεν ήταν τόσο «πιασάρικος», όσο τα προηγούμενα albums, με αποτέλεσμα να μη γνωρίσει την επιτυχία των προκατόχων του, πουλώντας μόνο 1 εκατομμύριο αντίτυπα.

Το συγκρότημα περιόδευσε στην Ευρώπη το 1991 και στη βόρεια Αμερική το 1992. Η συναυλία τους στο Marquee Club στο Λονδίνο ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε του 1993 μαζί με την πρώτη τους greatest hits κυκλοφορία. Τα προβλήματα όμως για τους The Cult συνεχίστηκαν, καθώς οι γονείς του παιδιού που εμφανίζεται στο εξώφυλλο του “Ceremony” κατέθεσαν μήνυση για αυθαίρετη χρήση της εικόνας του παιδιού. Η μήνυση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της κυκλοφορίας του δίσκου σε πολλές χώρες. Το 1993 κυκλοφόρησε μια best of συλλογή με τίτλο “Pure Cult: for Rockers, Ravers, Lovers, And Sinners”.
Επίσης ,την ίδια χρονιά το συγκρότημα εμφανίστηκε στην Ελλάδα ως support των Metallica, ενώ τη συναυλία άνοιξαν οι δικοί μας “Λευκή Συμφωνία”.



Το 1994 κυκλοφόρησε ο επόμενος δίσκος του συγκροτήματος, με τίτλο “The Cult”. Μπάσο και τύμπανα έπαιζαν οι Craig Adams και Scott Garrett ενώ την παραγωγή έκανε και πάλι ο Bob Rock. Ο δίσκος αυτός μουσικά κινούνταν στο πνεύμα της εποχής (δηλαδή grunge/ alternative) και συνάντησε μικρή απήχηση. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας το 1995 το συγκρότημα αποφάσισε να διαλυθεί, επικαλούμενο αδιευκρίνιστους λόγους. Ο Astbury δημιούργησε μια νέα μπάντα με το όνομα “Holy Barbarians”, με την οποία μάλιστα κυκλοφόρησε και ένα δίσκο το 1996 με τίτλο “Cream”. Τις χρονιές 1997 και 1998 ο Astbury τις πέρασε ηχογραφώντας τον προσωπικό του δίσκο, ο οποίος τελικά κυκλοφόρησε το 2000 με τίτλο "High Time Amplifier".
Το 1999 οι Astbury και Duffy αποφάσισαν να ξαναφτιάξουν τους The Cult, μαζί με τον Matt Sorum στα τύμπανα και τον Martyn LeNoble (πρώην μέλος των Porno for Pyros) στο μπάσο.
Η πρώτη επίσημη κυκλοφορία των επανασυνδεδεμένων The Cult ήταν το τραγούδι "Painted on My Heart", το οποίο βρισκόταν στο soundtrack της ταινίας “Gone In 60 Seconds”.
Το 2000 κυκλοφόρησε ακόμα μια συλλογή, το “Pure Cult: The Singles 1984 – 1995”. Η πιο σημαντική κυκλοφορία πάντως αυτή τη χρονιά για τους Cult ήταν το box set που κυκλοφόρησε η εταιρεία τους Beggars Banquet, με τον απλό αλλά και περιεκτικό τίτλο “Rare Cult”. Το κουτί αυτό αποτελείται από συνολικά 7 CD’s τα οποία περιέχουν demo εκδόσεις κομματιών, radio sessions, γνωστά τραγούδια σε διαφορετικές μίξεις. Βέβαια αυτό που έκανε τη μεγαλύτερη αίσθηση στους οπαδούς ήταν, ότι η κυκλοφορία αυτή περιείχε και το μέχρι τότε ακυκλοφόρητο δίσκο “Peace”.
Όποιος ακούσει τα κομμάτια που υπάρχουν και στους δυο δίσκους (Electric και Peace) δε θα πιστεύει στα αυτιά του, με τη μεγαλύτερη έκπληξη να αποτελεί σαφώς το “Wild Flower”.
Το 2001 το συγκρότημα υπέγραψε με την Atlantic Records και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά το δίσκο “Beyond Good And Evil”  επηρεασμένος ο τίτλος από το Νίτσε. Για μια ακόμη φορά την παραγωγή ανέλαβε ο Bob Rock ενώ για το μπάσο χρησιμοποιήθηκαν δυο μπασίστες (LeNoble και Chris Wyse) και στη σύνθεση του "Breathe" συναντάμε τον κιθαρίστα τον Mick Jones  από τους Foreigner.
Δυστυχώς ο δίσκος δεν ήταν το comeback που η μπάντα ήλπιζε, πουλώντας συνολικά γύρω στο μισό εκατομμύριο αντίτυπα παγκοσμίως. Λόγω των χαμηλών πωλήσεων, η Atlantic πήρε την απόφαση να σταματήσει οποιαδήποτε προώθηση για το δίσκο. Την ήδη άσχημη κατάσταση χειροτέρεψε και η ακύρωση της ευρωπαϊκής περιοδείας λόγω των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου.

Το 2002 κυκλοφόρησε ένα live DVD με τίτλο “The Cult - Music Without Fear”, το οποίο περιείχε τη συναυλία που έδωσε το συγκρότημα στο Grand Olympic Auditorium στο Los Angeles το Νοέμβριο του 2001.
Το 2002 ήταν μια χρονιά αδράνειας για τη μπάντα, εκτός από ελάχιστες συναυλίες που έδωσαν για την προώθηση του DVD. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Astbury να συνεργαστεί με δυο από τα μέλη των Doors, δίνοντας συναυλίες με το όνομα “The Doors of the 21st Century”.
Το ίδιο διάστημα ο Duffy ασχολούνταν με διάφορα σχήματα, ενώ ο Matt Sorum αποφάσισε να ενταχθεί στους “Velvet Revolver”.
Το 2005 η μπάντα αποφάσισε να επανενωθεί με την εξής σύνθεση: Astbury (φωνητικά), Duffy (κιθάρα), John Tempesta (τύμπανα), Dimkitch (κιθάρα) και Wyse (μπάσο) και ξεκίνησαν να περιοδεύουν. Παράλληλα με την ενασχόληση του με τους Cult ο Duffy αποφάσισε να σχηματίσει και μια άλλη μπάντα τους “Circus Diablo” στους οποίους συμμετείχαν οι Billy Morrison, Sorum, Brett Scallions και ο Ricky Warwick.
Το 2007 οι Cult υπέγραψαν συμβόλαιο με τη γνωστή εταιρεία Roadrunner Records. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε ο όγδοος δίσκος των Cult με τίτλο “Born Into This” σε παραγωγή του Martin "Youth" Glover, μπασίστας στους Killing Joke.
Δυστυχώς και αυτός ο δίσκος δεν έκανε τις πωλήσεις τις οποίες ήλπιζε η μπάντα αλλά ούτε και οι συνθέσεις είχαν κάτι από την γοητεία του παρελθόντος. Το 2007 κυκλοφόρησε ένα ακόμα DVD (The - Cult New York City), αυτή τη φορά μαγνητοσκοπημένο στο Irving Plaza στη Νέα Υόρκη το Νοέμβριο του 2006 ενώ τον Ιούνιο του 2011 επισκέφτηκαν συναυλιακά  για δεύτερη φορά την πατρίδα μας.
Το 2012 το συγκρότημα επιστρέφει με το συμπαθητικό  “Choice of Weapon”  σε παραγωγή των  Chris Goss και Bob Rock ενώ στις κιθάρες και στα δεύτερα φωνητικά βοηθάει ο Christopher Ryan Goss, που έχει συνεργαστεί με Masters of Reality, Queens of the Stone Age, Kyuss  και πολλούς άλλους.
CULT στις αρχές του 2016 κυκλοφόρησαν το πολύ καλό άλμπουμ με τίτλο

Το συγκεκριμένο άλμπουμ λοιπόν, πρόκειται για μια πιο σύγχρονη και πιο hard rock εκδοχή τους, με ποικιλία, αλλά όχι ακριβώς στο ίδιο στυλ που έγιναν γνωστοί. Αν όμως το ακούσετε προσεχτικά, θα εντοπίσετε και τα χορωδιακά μέρη, και το σήμα κατατεθέν στις κιθάρες και τα riffs και φυσικά την όμορφη και λυρική ποίηση του Ian.
Φυσικά οι Cult συνεχίζουν να δίνουν δυναμικές συναυλίες, να γοητεύουν τα πλήθη και να αποδεικνύουν πόσο καλή μπάντα παραμένει όλα αυτά τα χρόνια.

Δισκογραφία
Death Cult (1983)
Dreamtime (1984)
Dreamtime Live at the Lyceum (1984)
Love (1985)
Electric (1987)
Sonic Temple (1989)
Ceremony (1991)
Singles Collection: 1984-1990 (1991)
Live At The Marquee (1993)
Pure Cult: For Rockers, Ravers, Lovers and Sinners (1993)
The Cult (1994)
High Octane Cult: Ultimate Collection, 1984-1995 (1996)
Pure Cult: The Singles 1984 - 1995 (2000)
Rare Cult (2000)
Beyond Good And Evil (2001)
Born Into This (2007)
Choice of Weapon (2012)
Hidden City (2016)

Δημήτρης Καρβούνης