Μιχάλης Ρακιντζής και Ian Gillan: Συνεργασία, συναυλίες και επιτυχία
O Μιχάλης Ρακιντζής κυκλοφόρησε το 1992 το άλμπουμ έκπληξη με τίτλο "Ἐτσι Μ' Αρέσει" ή αλλιώς: "όταν η ελληνική ποπ συνάντησε τη φωνή των τρισμέγιστων Deep Purple". Το εν λόγω άλμπουμ όπου περιλαμβάνει την συνεργασία του Μιχάλη Ρακιντζή με τον Ian Gillan που αποτελεί μία από τις πιο απρόσμενες αλλά και ιστορικά σημαντικές συναντήσεις της ελληνικής δισκογραφίας των αρχών της δεκαετίας του 1990.
Το άλμπουμ "Έτσι Μ’ Αρέσει" κυκλοφόρησε σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ρακιντζής βρισκόταν στην κορυφή της δημοτικότητάς του. Έχοντας ήδη διαμορφώσει ένα προσωπικό ύφος που συνδύαζε synth-pop, ηλεκτρονική μουσική, rock κιθάρες και σύγχρονη ελληνική ποπ αισθητική, αναζητούσε μια συνεργασία που θα προσέδιδε διεθνή διάσταση στο έργο του.Η παρουσία του Ian Gillan δεν ήταν απλώς διαφημιστικό εύρημα. Ο θρυλικός τραγουδιστής συμμετείχε ουσιαστικά σε αρκετά κομμάτια του δίσκου, προσφέροντας το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα που τον είχε καταστήσει μία από τις σημαντικότερες φωνές στην ιστορία του hard rock.
Επίσης, ο θρυλικός τραγουδιστής είχε εμφανιστεί σε 3 ανεπανάληπτες συναυλίες επί ελληνικού εδάφους: στις 7 & 8 Φεβρουαρίου 1992 στο πάλαι ποτέ ροκάδικο χώρο συναυλιακό, το Rodon Club, καθώς και στο Ιβανώφειο κλειστό γήπεδο μπάσκετ της Θεσσαλονίκης.
Δύο ιστορικές βραδιές στο θρυλικό Ρόδον, όπου για τους Έλληνες φίλους του Ian Gillan, οι δύο εμφανίσεις της 7ης και 8ης Φεβρουαρίου 1992 στο θρυλικό Rodon Club συγκαταλέγονται ανάμεσα στις σημαντικότερες συναυλιακές στιγμές που έζησε ποτέ το ελληνικό rock κοινό. Αλλά αυτές θα παρουσιαστούν οσονούπω σε άλλο αφιέρωμα.
Δεν επρόκειτο απλώς για ακόμη δύο εμφανίσεις ενός διάσημου τραγουδιστή. Ήταν η περίοδος κατά την οποία ο Gillan βρισκόταν ίσως στην κορυφαία προσωπική καλλιτεχνική φάση μετά τη διάλυση της κλασικής εποχής των Deep Purple. Είχε μόλις κυκλοφορήσει το εξαιρετικό άλμπουμ "Toolbox" και περιόδευε με μία από τις καλύτερες προσωπικές μπάντες που συγκρότησε ποτέ.
Το ιστορικό της συνεργασίας
Το 1992 οι Deep Purple βρίσκονταν σε περίοδο ανασυγκρότησης μετά την επανένωση της κλασικής σύνθεσης. Ο Ian Gillan διατηρούσε παράλληλα έντονη προσωπική δραστηριότητα και δεν δίσταζε να συμμετέχει σε ιδιαίτερα projects εκτός του παραδοσιακού hard rock πλαισίου.Ο Ρακιντζής, από την άλλη πλευρά, είχε ήδη αποδείξει ότι διέθετε ευρύ μουσικό ορίζοντα και ισχυρή αγάπη για τη διεθνή rock σκηνή.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος που ισορροπεί ανάμεσα:
- στην ελληνική ποπ,
- στο AOR,
- στο μελωδικό rock,
- στη synth-pop αισθητική των αρχών των 90ς.
Ας δούμε όμως τις συνθέσεις αναλυτικότερα:
"Τι Σου Λείπει"
Το άλμπουμ ανοίγει με μία από τις χαρακτηριστικές συνθέσεις του Ρακιντζή. Η παραγωγή στηρίζεται σε έντονα πλήκτρα, ηλεκτρονικά τύμπανα και δυναμικές κιθάρες. Οι στίχοι περιστρέφονται γύρω από την αναζήτηση της προσωπικής πληρότητας. Η ερμηνεία του Ρακιντζή είναι άμεση και εκφραστική.
"Ολόκληρο Το Φεγγάρι"
Ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά κομμάτια του δίσκου.Η μελωδία διαθέτει κινηματογραφική διάσταση. Οι ηλεκτρονικές ενορχηστρώσεις δημιουργούν μια νυχτερινή αίσθηση που θυμίζει ευρωπαϊκή ποπ της εποχής.
"Δαχτυλίδι"
Πρόκειται για μία από τις πιο εμπορικές στιγμές της κυκλοφορίας. Η δομή του τραγουδιού είναι άμεση, με ισχυρό ρεφρέν και χαρακτηριστική ενορχηστρωτική πυκνότητα. Ο Ρακιντζής αποδεικνύει την ικανότητά του να δημιουργεί τραγούδια που συνδυάζουν εμπορικότητα και ποιότητα.
"Δώστα"
Πιο ρυθμικό και εξωστρεφές κομμάτι. Αναδεικνύει την pop-dance πλευρά του δημιουργού. Το τραγούδι διαθέτει έντονη συναυλιακή δυναμική και λειτουργούσε εξαιρετικά στις ζωντανές εμφανίσεις.
"Όχι Ψυχούλα Μου"
Μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μπαλάντες του άλμπουμ. Η ερμηνεία χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια καισυναισθηματική ένταση. Η ενορχήστρωση αφήνει χώρο στη μελωδία να αναπνεύσει.
"Get Away"
Η πρώτη ουσιαστική εμφάνιση του Ian Gillan στον δίσκο. Εδώ η παραγωγή μετακινείται εμφανώς προς το μελωδικό rock. Ο Gillan προσφέρει αμέσως κύρος και διεθνή αέρα.Η αντίθεση μεταξύ της βρετανικής rock αισθητικής και της μεσογειακής μελωδικότητας του Ρακιντζή δημιουργεί ιδιαίτερο αποτέλεσμα.
"My Heart Remains The Same"
Ίσως η κορυφαία στιγμή της συνεργασίας. Ο Gillan ακούγεται εξαιρετικός. Η εξαιρετική σύνθεση θυμίζει έντονα το ύφος των προσωπικών του δουλειών της δεκαετίας του '80.
Το τραγούδι διαθέτει:
- δυναμικό refrain,
- εξαιρετικές αρμονίες,
- ισχυρή συναισθηματική φόρτιση.
"Έτσι Μ’ Αρέσει"
Το ομώνυμο τραγούδι.
Συνδυάζει:
- ποπ προσβασιμότητα,
- ηλεκτρονικό ήχο,
- rock δυναμισμό.
Αποτελεί την καλύτερη σύνοψη της αισθητικής του άλμπουμ.
"I Think I Know"
Από τις πιο διεθνείς συνθέσεις της κυκλοφορίας. Θα μπορούσε εύκολα να έχει κυκλοφορήσει στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς καμία προσαρμογή. Ο Gillan προσθέτει κύρος και στιβαρότητα.
"Δεν Μπορεί"
Επιστροφή στην ελληνόφωνη πλευρά του δίσκου. Η μελωδία είναι ιδιαίτερα δυνατή και η ερμηνεία εξαιρετικά ισορροπημένη.
"Παππούλης"
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια του άλμπουμ. Με έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα και συναισθηματικό περιεχόμενο. Αναδεικνύει την πιο προσωπική πλευρά του δημιουργού. Ιδιαίτερο τσιφτετέλι …

Οι ιστορικές συναυλίες με τον Ian Gillan
Ο Τέρρυ Μαυρίδης στο μπάσο, ο Μάνος Μανουσέλης κιθάρα, ο Marc Cross τύμπανα, μουσικοί που πραγματικά έκαναν μεγάλη εντύπωση στον Gillan γιατί παίζοντας και κάποια κομμάτια των Deep Purple, ήταν μεγάλη πρόκληση για ένα μουσικό να πλαισιώνει έναν τόσο μουσικό, που δεν πρέπει να αισθανθεί κάτι λιγότερο από αυτό που ξέρει! Οι καλύτεροι για το είδος εκείνης της εποχής.
Το καλοκαίρι του 1992 καταγράφεται ως μία από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές της ελληνικής μουσικής ιστορίας. Η συνεργασία του Μιχάλης Ρακιντζής με τον Ian Gillan δεν περιορίστηκε στην κυκλοφορία του δίσκου "Έτσι Μ' Αρέσει", αλλά κορυφώθηκε με δύο μεγάλες συναυλίες:
- 28 Αυγούστου 1992 στο γήπεδο της Τούμπας στη Θεσσαλονίκη
- 1 Σεπτεμβρίου 1992 στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στην Αθήνα (όπου και παραβρέθηκα)
Οι εμφανίσεις αυτές δεν αποτελούσαν απλώς συναυλίες προώθησης ενός νέου δίσκου. Ήταν η πρώτη φορά που ένας από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές στην ιστορία του παγκόσμιου hard rock συμμετείχε τόσο ενεργά σε ελληνική δισκογραφική παραγωγή και εμφανιζόταν μπροστά σε χιλιάδες Έλληνες θεατές στο πλευρό Έλληνα καλλιτέχνη.
Το 1992 αποτελεί μία από τις πλέον ξεχωριστές χρονιές στην ιστορία των επισκέψεων ξένων rock καλλιτεχνών στην Ελλάδα. Ο Ian Gillan δεν ήρθε απλώς ως διεθνής σταρ για μία αποσπασματική εμφάνιση, αλλά συμμετείχε ενεργά σε μια ελληνική δισκογραφική παραγωγή, ηχογράφησε με τον Μιχάλη Ρακιντζή, εμφανίστηκε σε ελληνικά μέσα ενημέρωσης και πραγματοποίησε δύο μεγάλες συναυλίες που άφησαν έντονο αποτύπωμα στη μουσική ζωή της χώρας.
Για πολλούς Έλληνες φίλους του hard rock, το καλοκαίρι του 1992 υπήρξε η πρώτη πραγματική ευκαιρία να δουν από κοντά τον τραγουδιστή που είχε συνδέσει το όνομά του με μερικά από τα σημαντικότερα έργα της rock ιστορίας.
Ο Ian Gillan το 1992
Το 1992 ο Gillan βρισκόταν σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φάση της καριέρας του. Η επανένωση των Deep Purple είχε ήδη πραγματοποιηθεί το 1984 και το συγκρότημα ετοίμαζε τις επόμενες κινήσεις του μετά το άλμπουμ "The Battle Rages On...."
Παράλληλα, ο Gillan διατηρούσε τη φήμη ενός καλλιτέχνη που δεν φοβόταν τις μουσικές περιπέτειες. Είχε συνεργαστεί με συμφωνικές ορχήστρες, είχε ηχογραφήσει προσωπικούς δίσκους, είχε περάσει από τους Black Sabbath και παρέμενε δημιουργικά ανήσυχος.Η συνεργασία του με τον Ρακιντζή προκάλεσε έκπληξη σε πολλούς Ευρωπαίους δημοσιογράφους, αλλά τον ίδιο φαίνεται ότι τον γοήτευσε η ιδέα μιας δημιουργικής σύμπραξης πέρα από τα στενά όρια του βρετανικού rock.Η άφιξη του Gillan στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως πολιτιστικό γεγονός.Τα μουσικά περιοδικά της εποχής Ποπ & Ροκ, Ήχος & Hi-Fi και Metal Hammer Ελλάδας φιλοξένησαν εκτενή αφιερώματα στη συνεργασία.
Παράλληλα, οι εφημερίδες αναφέρονταν συχνά στο γεγονός ότι ένας από τους σημαντικότερους τραγουδιστές της παγκόσμιας rock μουσικής βρισκόταν στην Ελλάδα για μια παραγωγή που δεν προερχόταν από πολυεθνική δισκογραφική εταιρεία του εξωτερικού αλλά από την ελληνική αγορά. Η συνεργασία με τον Μιχάλη Ρακιντζή δεν ήταν τυπική. Ο Gillan δεν περιορίστηκε σε μια σύντομη συμμετοχή.Αντίθετα ηχογράφησε αρκετά τραγούδια, συμμετείχε στις πρόβες, πήρε μέρος στις συνεντεύξεις προώθησης και φυσικά εμφανίστηκε στις μεγάλες συναυλίες. Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι εκτιμούσε ιδιαίτερα τη μουσική αντίληψη του Ρακιντζή και ότι τον εντυπωσίασε ο επαγγελματισμός της ελληνικής παραγωγής.
Όσοι δε, συμμετείχαν στις πρόβες θυμούνται έναν εξαιρετικά προσιτό και εργατικό μουσικό.Παρά το τεράστιο κύρος του συμμετείχε ενεργά σε όλες τις λεπτομέρειες, συνεργαζόταν άριστα με τους Έλληνες μουσικούς και αφιέρωνε χρόνο στη βελτίωση των φωνητικών αρμονιών. Οι μουσικοί που βρέθηκαν δίπλα του έχουν αναφέρει επανειλημμένα ότι τους εντυπωσίασε η απλότητα και η αμεσότητά του.
Η συναυλία της Τούμπας στις 28 Αυγούστου 1992.
Η εμφάνιση στη Θεσσαλονίκη ήταν η πρώτη μεγάλη συνάντηση του Gillan με το ελληνικό κοινό στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής.Το γήπεδο της Τούμπας συγκέντρωσε χιλιάδες θεατές.Η ατμόσφαιρα θύμιζε περισσότερο διεθνές rock γεγονός παρά συνηθισμένη ελληνική συναυλία.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν:η άνεση του Gillan στη σκηνή, η επικοινωνία του με το κοινό και η εξαιρετική φωνητική του κατάσταση.Οι φίλοι των Deep Purple παρακολουθούσαν με δέος τον τραγουδιστή που είχαν γνωρίσει μέσα από ανυπέρβλητους δίσκους όπως: Machine Head, In Rock, Fireball κτλ…
Η συναυλία της Λεωφόρου (όπου είχα την καλή συγκυρία της παρακολούθησης) την 1η Σεπτεμβρίου 1992.
Η συναυλία της Αθήνας θεωρείται από πολλούς η κορυφαία στιγμή της επίσκεψης καθώς η προσμονή ήταν τεράστια μετά την εμφάνιση του καλλιτέχνη στο φεστιβάλ της ΚΝΕ στο Ζάππειο τον Σεπτέμβρη του 1990 (θα ακολουθήσει αναμνηστική παρουσίαση).
Στη Λεωφόρο βρεθήκαμε, φίλοι της ελληνικής ποπ, ακροατές του rock, μεταλλάδες και κυρίως θαυμαστές των Deep Purple. Η σκηνική του παρουσία υπήρξε εντυπωσιακή. Παρά το γεγονός ότι δεν βρισκόταν σε περιοδεία των Deep Purple, κατάφερνε να δημιουργεί την ίδια αίσθηση μεγαλοπρέπειας που χαρακτήριζε τις μεγάλες συναυλίες της μπάντας του. Ένα από τα στοιχεία που σχολιάστηκαν περισσότερο εκείνες τις ημέρες ήταν η κατάσταση της φωνής του. Το 1992 βρισκόταν σε πολύ καλύτερη φόρμα από ό,τι λίγα χρόνια αργότερα.
Η φωνή του διατηρούσε το χαρακτηριστικό μεταλλικό ηχόχρωμα, είχε εντυπωσιακή ένταση και παρέμενε αναγνωρίσιμη από την πρώτη νότα. Πολλοί δημοσιογράφοι έγραψαν τότε ότι ακουγόταν σαφώς καλύτερα από αρκετές ευρωπαϊκές εμφανίσεις της ίδιας περιόδου. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της επίσκεψης ήταν η σχέση που ανέπτυξε με το ελληνικό κοινό.
Ο Gillan έδειχνε να απολαμβάνει πραγματικά την παρουσία του στην Ελλάδα. Θυμάμαι πως υπέγραφε αυτόγραφα για αρκετή ώρα, συνομιλούσε με θαυμαστές, φωτογραφιζόταν χωρίς επιφυλάξεις και ανταποκρινόταν με χιούμορ στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Αυτή η ανθρώπινη πλευρά του συνέβαλε ιδιαίτερα στη θετική εικόνα που διαμορφώθηκε. Μοναδική ίσως παραφωνία ή και συμφωνημένο προηγούμενα-ποτέ δε έμαθα- η σχετικά πρόωρη αποχώρηση του από την σκηνή.
Τα ελληνικά μουσικά περιοδικά της εποχής αφιέρωσαν πολυσέλιδα ρεπορτάζ και οι περισσότεροι συντάκτες στάθηκαν στην σοβαρότητα της συνεργασίας, στην ποιότητα των συναυλιών, στον επαγγελματισμό του Gillan καθώς και στην μουσική τόλμη του εγχειρήματος.
Αρκετοί δημοσιογράφοι επισήμαναν ότι για πρώτη φορά ένας καλλιτέχνης αυτού του βεληνεκούς ενσωματωνόταν τόσο οργανικά σε ελληνική παραγωγή. Οι εμφανίσεις του 1992 δεν υπήρξαν απλώς μια παρένθεση στην καριέρα του Ian Gillan. Ίσα, ίσα αποτέλεσαν μία από τις πρώτες τόσο στενές συνεργασίες διεθνούς rock θρύλου με Έλληνα καλλιτέχνη, ένα γεγονός που ένωσε διαφορετικά μουσικά ακροατήρια και ήταν μια από τις πιο συζητημένες μουσικές ειδήσεις της εποχής.Για τον ελληνικό μουσικό χώρο λειτούργησαν ως απόδειξη ότι η εγχώρια παραγωγή μπορούσε να προσελκύσει προσωπικότητες παγκόσμιας εμβέλειας.
Τρεις και πλέον δεκαετίες αργότερα, οι εμφανίσεις του Ian Gillan στην Ελλάδα το 1992 εξακολουθούν να μνημονεύονται με ιδιαίτερη νοσταλγία.
Για τους φίλους των Deep Purple ήταν μια μοναδική ευκαιρία να βρεθούν πολύ κοντά σε έναν από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές στην ιστορία του rock.
Για τους φίλους του Ρακιντζή ήταν η επιβεβαίωση ότι ένας Έλληνας δημιουργός μπορούσε να συνεργαστεί ισότιμα με έναν διεθνή θρύλο. Και για όσους βρέθηκαν στην Τούμπα και στη Λεωφόρο, παραμένουν δύο συναυλίες που συμβολίζουν μια εποχή αισιοδοξίας, εξωστρέφειας και δημιουργικής τόλμης της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Το 1992 η ελληνική μουσική αγορά βρισκόταν σε περίοδο μεγάλων αλλαγών. Η ποπ μουσική γνώριζε τεράστια εμπορική άνθηση, ενώ παράλληλα το hard rock και το heavy metal είχαν δημιουργήσει ισχυρό πυρήνα οπαδών.
Ο Ρακιντζής ήταν ήδη ένας από τους πλέον επιτυχημένους καλλιτέχνες της γενιάς του, έχοντας καθιερωθεί μέσα από έναν ιδιαίτερο συνδυασμό ηλεκτρονικής ποπ, rock κιθαρών, σύγχρονης παραγωγής και ευρωπαϊκής αισθητικής. Από την άλλη πλευρά, ο Gillan είχε μόλις ολοκληρώσει μια ακόμη περίοδο δράσης με τους Deep Purple και παρέμενε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα πρόσωπα της διεθνούς rock σκηνής.

Τα τραγούδια του "Έτσι Μ' Αρέσει" στη σκηνή
Τα κομμάτια του άλμπουμ λειτούργησαν πολύ διαφορετικά μπροστά σε ζωντανό κοινό.
Το" Get Away". Το τραγούδι αποκτούσε σαφώς πιο rock χαρακτήρα.
Οι κιθάρες βρίσκονταν περισσότερο μπροστά στη μίξη και ο Gillan έδινε στο κομμάτι ιδιαίτερη δυναμική. Η συνεργασία του Μιχάλη Ρακιντζή με τον Gillan – σε στίχους του Γιώργου Γκικοδήμα των OPA! – έχει μέχρι σήμερα φανατικούς φίλους και εχθρούς. Ο Ρακιντζής ήταν ένας superstar, ό,τι έπιανε γινόταν χρυσός. Είχε άγνοια κινδύνου. Από την άλλη, ο Ian Gillan βρισκόταν – όπως οι περισσότεροι frontmen συγκροτημάτων του σκληρού ήχου εκείνης της εποχής – σε μια μεταβατική περίοδο, με το grunge των Nirvana, των Pearl Jam και των Soundgarden να έχει ήδη κάνει την εμφάνιση του σαν οδοστρωτήρας στα charts παγκοσμίως. Το στίγμα του "δεινοσαύρου" της rock, τον πλησίαζε απειλητικά. Είχε λίγο χρόνο να "ξεσκάσει" με κάτι διαφορετικό; Έτσι φαίνεται.
Το "Get Away" έχει στοιχεία rock και ethnic, είναι κάτι που βάζει στο μίξερ την φωνή του Gillan με arabesque ηχοχρώματα και ηλεκτρικές κιθάρες και τα άλλα δύο κομμάτια που ξεπέρασαν (ή και όχι;) σε φήμη τις solo ηχογραφήσεις του Ρακιντζή.
Αξίζει πάντως να τονίσουμε πως η συνεργασία των δυο καλλιτεχνών εκείνη την εποχή είχε μεταφραστεί σε θρίαμβο: Τόσο το maxi single "Get Away", όσο και το άλμπουμ "Έτσι Μ’ Αρέσει" (σε βινύλιο, καθώς το CD δεν είχε ακόμα πλήρως καθιερωθεί), ανακηρύχθηκαν πλατινιένια, με τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Τουτέστιν, ξεπέρασαν σε πωλήσεις τα 60.000 αντίτυπα. Από το YouTube του Μιχάλη Ρακιντζή έχουν διασωθεί πλάνα video από τις στιγμές της συνεργασίας του με τον Gillan. Όταν η ελληνική δισκογραφία θύμιζε Hollywood!
Παράλληλα το ίδιο single κυκλοφόρησε σε βινύλιο -που πάλι έγινε πλατινένιο- αλλά και σε ειδική, διαφορετική έκδοση για το εξωτερικό. Επίσης, το 1993 κυκλοφόρησε ο ολοκληρωμένος δίσκος του Μιχάλη Ρακιντζή με τίτλο "Έτσι Μ’ Αρέσει" όπου περιλαμβάνεται το ντουέτο αυτό και όπως ήταν επόμενο… έγινε κι αυτό πλατινένιο! Η συνεργασία των δύο καλλιτεχνών όμως δε σταμάτησε σε αυτό το τραγούδι αλλά συνεχίστηκε και στις ζωντανές εμφανίσεις.
Οι στίχοι ανήκουν στο Γιώργο Γκικοδήμα και η μουσική φυσικά στο Μιχάλη Ρακιντζή. Στο "ταξιδιάρικο" videoclip συμμετέχει η Βάνα Μπάρμπα.
"My Heart Remains The Same"
Αποτελούσε μία από τις κορυφαίες στιγμές των εμφανίσεων. Η φωνή του Gillan κυριαρχούσε και το κοινό ανταποκρινόταν θερμά. Πολλοί θεωρούν ότι η ζωντανή εκτέλεση ξεπερνούσε τη στούντιο ηχογράφηση.
"I Think I Know":
Ίσως το πιο "βρετανικό" τραγούδι της συνεργασίας.
Ζωντανά αποκτούσε χαρακτήρα AOR συναυλιακού ύμνου.
"Έτσι Μ' Αρέσει":
Το ομώνυμο τραγούδι λειτουργούσε ως το κεντρικό σημείο σύνδεσης του ελληνικού και του διεθνούς στοιχείου.Το κοινό τραγουδούσε το ρεφρέν με ενθουσιασμό.
Παρότι η περιοδεία αφορούσε τον δίσκο του Ρακιντζή, μεγάλο μέρος του κοινού περίμενε να ακούσει τον άνθρωπο που είχε τραγουδήσει: τα "Smoke on the Water", "Child in Time", "Highway Star", "Perfect Strangers" και άλλους "βαθυμώβ ύμνους"!!!
Ακόμη και όταν δεν παρουσιάζονταν ολόκληρα τραγούδια των Deep Purple, η παρουσία του Gillan αρκούσε για να δημιουργήσει μια ιδιαίτερη συγκίνηση στους φίλους του hard rock.
Επίλογος
Οι συναυλίες της 28ης Αυγούστου στην Τούμπα και της 1ης Σεπτεμβρίου στη Λεωφόρο δεν ήταν απλώς δύο επιτυχημένες μουσικές βραδιές. Ήταν ένα πολιτισμικό γεγονός που απέδειξε ότι η ελληνική μουσική παραγωγή μπορούσε να σταθεί δίπλα σε κορυφαία ονόματα του διεθνούς στερεώματος.
Για τον Μιχάλη Ρακιντζή αποτέλεσαν ίσως την πιο φιλόδοξη και εξωστρεφή στιγμή της καριέρας του. Για τον Ian Gillan μια σπάνια παρένθεση έξω από τον κόσμο των Deep Purple. Και για όσους βρέθηκαν εκεί, δύο βραδιές που παραμένουν μέχρι σήμερα συνδεδεμένες με μια εποχή αισιοδοξίας, μουσικής τόλμης και δημιουργικής συνάντησης δύο διαφορετικών κόσμων. Τριάντα και πέντε περίπου χρόνια αργότερα, το "Έτσι Μ’ Αρέσει" παραμένει μία από τις πλέον ξεχωριστές συνεργασίες στην ελληνική δισκογραφία.
Ο δίσκος έφερε έναν παγκόσμιο rock θρύλο στην ελληνική αγορά, ανέδειξε τη δημιουργική τόλμη του Μιχάλη Ρακιντζή, γεφύρωσε δύο διαφορετικούς μουσικούς κόσμους και άφησε πίσω του δύο ιστορικές συναυλίες που εξακολουθούν να μνημονεύονται από όσους τις έζησαν.
Σήμερα η συνεργασία αυτή θεωρείται ένα μοναδικό κεφάλαιο της ελληνικής rock και pop ιστορίας, ένα τολμηρό εγχείρημα που απέδειξε ότι η ελληνική μουσική σκηνή μπορούσε να συνομιλήσει ισότιμα με μεγάλα ονόματα του διεθνούς χώρου.
Νότης "My Heart Remains The Same" Γκιλλανίδης