Image
Rock this Time 19-09-2026

Λογοκρισία και αυτολογοκρισία στη Γιουγκοσλαβική Ροκ Σκηνή 1970-1990

Πριν από τον Τίτο, ο Lemmy... 

Στα μέσα της δεκαετίας του '60, όταν το ροκ στη Γιουγκοσλαβία ήταν ακόμη στα σπάργανα, συνέβη κάτι που σήμερα ακούγεται σαν ανέκδοτο. Οι Βρετανοί Rockin' Vickers, με έναν νεαρό κιθαρίστα ονόματι Ian Kilmister - τον μετέπειτα Lemmy των Motörhead - έγιναν το πρώτο δυτικό ροκ συγκρότημα που περιόδευσε πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα.

Ο Τίτο τα είχε σπάσει με τον Στάλιν, ήδη από το 1948 και έκανε πράξη το 50/50 με πολιτιστικά ανοίγματα προς τη Δύση, με κινηματογραφικές υπερπαραγωγές σε πανάκριβα στούντιο, συμμετοχές διεθνών αστέρων κλπ. Το 1965-66 έπαιξαν στη Γιουγκοσλαβία, στο πλαίσιο μιας πολιτιστικής ανταλλαγής με την Ορχήστρα Νεολαίας του Κόκκινου Στρατού, και ήταν η πρώτη βρετανική μπάντα που επισκέφθηκε τη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Έπαιξαν ακόμη και στο ιστορικό Teatro Fenice της Ριέκα, τότε Kino Partizan (Κινηματογράφος Παρτιζάνος).

Αυτή η πρώιμη άφιξη δείχνει το παράδοξο της Γιουγκοσλαβίας: μια σοσιαλιστική χώρα που θεωρητικά ήταν ανοιχτή στη Δύση, αλλά ταυτόχρονα με κόκκινες γραμμές άγραφες και απαράβατες. Στη Γιουγκοσλαβία δεν υπήρξε ποτέ ένα Γραφείο Λογοκρισίας για τη ροκ μουσική όπως στις υπόλοιπες χώρες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ. Δεν υπήρχε κρατικός υπάλληλος με ακουστικά που να αποφασίζει τι θα κυκλοφορήσει και τι όχι. Κι όμως, η λογοκρισία υπήρξε πανταχού παρούσα — απλώς φορούσε άλλο πρόσωπο: του διευθυντή της δισκογραφικής, του μουσικού συντάκτη στο ραδιόφωνο, της επιτροπής για το šund (σκουπίδια/κιτς), του ίδιου του μουσικού που έσβηνε έναν στίχο πριν τον ακούσει κανείς άλλος.
Η περίοδος 1970-1990 είναι η χρυσή εποχή του Yu rock. Και εδώ πρέπει να πούμε κάτι που οι νεότεροι συχνά αγνοούν: η γιουγκοσλαβική ροκ, hard rock, jazz και blues σκηνή ήταν απίστευτα ΑΞΙΟΛΟΓΗ!!! Σε επίπεδο παιξίματος, παραγωγής και σύνθεσης, πλην των αγγλόφωνων και γερμανόφωνων σκηνών, υπερείχε ακόμη και των γαλλόφωνων γκρουπ. Συγκροτήματα όπως YU Grupa, Smak, Leb i Sol,  Bijelo Dugme, Time, είχαν μουσικούς που θα μπορούσαν να σταθούν άνετα δίπλα σε Deep Purple, Led Zeppelin ή Mahavishnu Orchestra. Το σύστημα το ήξερε αυτό και τους χρηματοδοτούσε, αρκεί να έλεγαν αυτό που έπρεπε με τον τρόπο που έπρεπε.
                                                          Χωρίς λογοκριτή, αλλά με φίλτρα παντού
Η γιουγκοσλαβική μουσική βιομηχανία ήταν ένα δημόσιο ολιγοπώλιο. Οι μεγάλες εταιρείες - Jugoton στο Ζάγκρεμπ, PGP RTB (Produkcija Gramofonskih Ploča Radio Televizije Beograd - Παραγωγή Δίσκων της Ραδιοτηλεόρασης Βελιγραδίου) στο Βελιγράδι, Diskoton στο Σεράγεβο, ZKP RTVLJ (Založba Kaset in Plošč RTV Ljubljana) στη Λιουμπλιάνα - ήταν κρατικές, αλλά λειτουργούσαν με καπιταλιστική λογική. Έβγαζαν χρήματα κυρίως από το νεοσυντεθειμένο λαϊκό τραγούδι (novokomponovana narodna muzika - νεοσυντεθειμένη λαϊκή μουσική) και με αυτά χρηματοδοτούσαν το ροκ.

Αυτό δημιούργησε δύο μηχανισμούς ελέγχου:
α) Η "συντακτική λογοκρισία" (urednička cenzura): Η ανοιχτή λογοκρισία αφορούσε μόνο λίγα θέματα - την εθνική ταυτότητα των λαών της Γιουγκοσλαβίας και τον Τίτο. Το υπόλοιπο γινόταν μέσω προσωπικών και άγραφων κανόνων, κυρίως αυτολογοκρισίας (autocenzura) και της λεγόμενης "συντακτικής λογοκρισίας". Ο μουσικός συντάκτης στο ραδιόφωνο ή ο υπεύθυνος στο Jugoton αποφάσιζε μόνος του να μην παίξει ένα τραγούδι για να μην έχει προβλήματα με "τους από πάνω".

β) Ο φόρος στο κιτς - Komisija za šund (Επιτροπή για τα.." Σκουπίδια"): Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ιδρύεται η επιτροπή που δεν απαγορεύει δίσκους, αλλά τους φορολογεί βαριά αν κριθούν ως κιτς, χαμηλής καλλιτεχνικής αξίας. Ένας δίσκος με ετικέτα šund (σκουπίδια) κόστιζε 2-3 φορές περισσότερο, άρα πουλούσε λιγότερο. Ήταν μια τέλεια, καπιταλιστική μορφή λογοκρισίας διότι αυτό σήμαινε ότι ο δίσκος γινόταν πανάκριβος για τους νέους, μειώνοντας τις πωλήσεις του και λειτουργώντας ως οικονομικός στραγγαλισμός για τις μπάντες. Σε αυτό το περιβάλλον, οι μουσικοί ανέπτυξαν την ειρωνεία ως στρατηγική επιβίωσης: χρησιμοποιώντας υπονοούμενα ή υπερ-ταύτιση για να περάσουν το μήνυμα ενώ επιφανειακά δεν είναι ανοιχτά επικριτικοί.
 

                                      

                                     Goran Bregović και Bijelo Dugme: Από τους "βοσκούς"... στο new wave
Οι Bijelo Dugme του Goran Bregović (Γκόραν Μπρέγκοβιτς) είναι το πιο σημαντικό γιουγκοσλαβικό συγκρότημα. Ο Μπρέγκοβιτς, γιος αξιωματικού του JNA (Jugoslovenska Narodna Armija - Γιουγκοσλαβικός Λαϊκός Στρατός), μεγαλωμένος στο Σεράγεβο, ξεκινά το 1974. Στην αρχή παίζουν ένα μείγμα hard rock και "ποιμενικού" ροκ-φολκ (pastirski rock και καμία σχέση με το ύφος Μηλιώκα).
Το 1974-1979 είναι η φάση των μεγάλων σταδίων. Το 1975 παίζουν ακόμη και για τον Τίτο την παραμονή Πρωτοχρονιάς και το 1980, με το "Doživjeti stotu" (Να ζήσεις μέχρι τα εκατό), κάνουν στροφή στο new wave και στο ska.
Το 1984, το ομώνυμο άλμπουμ "Bijelo Dugme" ηχογραφείται με τον νέο τραγουδιστή Mladen Vojičić Tifa  και περιέχει συνεργασία με τον Bora Đorđević στο "Pedikulis Pubis" ( με τον απίθανο τίτλο Μουνόψειρα!).
Το αποκορύφωμα της αυτολογοκρισίας έρχεται το 1986 με το "Pljuni i zapjevaj moja Jugoslavijo" (Φτύσε και τραγούδα, Γιουγκοσλαβία μου). Ο τίτλος είναι δανεισμένος από ένα ποίημα του Branko Ćopić, αλλά ακούγεται σαν σύνθημα. Ο Μπρέγκοβιτς θέλει αρχικά να συμμετέχουν στο άλμπουμ τρεις φιγούρες αποκλεισμένες από τον δημόσιο λόγο για πάνω από δέκα χρόνια και οι οποίες ήταν οι εξής:
- Vice Vukov: Ο τραγουδιστής που εκπροσώπησε τη Γιουγκοσλαβία στη Eurovision το 1963 και 1965, αλλά μετά στιγματίστηκε ως Κροάτης εθνικιστής μετά το Hrvatsko proljeće (Κροατική Άνοιξη) του 1971.
- Mića Popović: Ζωγράφος και σκηνοθέτης του Crni talas (Μαύρο Κύμα) του γιουγκοσλαβικού κινηματογράφου.
- Koča Popović: Ο θρυλικός παρτιζάνος στρατηγός, διοικητής της 1ης Προλεταριακής Ταξιαρχίας Κρούσης.
Ο Vice Vukov δέχεται να τραγουδήσει το "Ružica si bila, sada više nisi" (Ήσουν τριανταφυλλάκι, τώρα πια δεν είσαι), αλλά ο μάνατζερ Raka Marić συλλαμβάνεται και ανακρίνεται από την αστυνομία στο αεροδρόμιο του Σεράγεβο. Ο Mića Popović δέχεται να δώσει τον πίνακά του "Dve godine garancije"  για εξώφυλλο, αλλά προειδοποιεί τον Bregović. Τελικά, τίποτα δεν υλοποιείται με συνέπεια ο Μπρέγκοβιτς να λογοκρίνει μόνος του το όραμά του.

                                                           Ο Bora Đorđević και Riblja Čorba
Αν οι Bijelo Dugme έπαιζαν με την αυτολογοκρισία, οι Riblja Čorba του Bora Đorđević ζούσαν από τη λογοκρισία. Το 1979 κυκλοφορούν το άλμπουμ "Kost u grlu" και ο στίχος "popij svoje sedative" (πιες τα ηρεμιστικά σου) στο "Mirno spavaj" (Κοιμήσου ήσυχα) θεωρείται αναφορά σε ναρκωτικά και μέρος της κόπιας αποσύρεται ενώ ο τίτλος "Još jedan usran dan" (Μια ακόμη σκατένια μέρα) αλλάζει σε "Još jedan šugav dan" (Μια ακόμη ψωριάρα μέρα). Το 1981 κυκλοφορούν το τρίτο άλμπουμ τους, με τίτλο "Mrtva priroda" το οποίο πουλάει 500.000 αντίτυπα. Το "Na zapadu ništa novo" ο τίτλος δανεισμένος ευθέως από το θρυλικό αντιπολεμικό μυθιστόρημα του Erich Maria Remarque "Im Westen nichts Neues" (Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο) προκαλεί αίτηση για απαγόρευση από το SUBNOR (Ένωση Αγωνιστών του Απελευθερωτικού Πολέμου) των Σκοπίων, του Σεράγεβο και του Bezdan λόγω των στίχων "Za ideale ginu budale" (Για ιδανικά πεθαίνουν οι ηλίθιοι) και "Kreteni dižu bune i ginu" (Οι κρετίνοι κάνουν εξεγέρσεις και πεθαίνουν). Ο Bora παίζει με τη διπλή σημασία, από τη μία ο Remarque και ο Α' Παγκόσμιος, από την άλλη η Γιουγκοσλαβία του 1981. Η μπάντα αναγκάζεται να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση.
Το 1984 κυκλοφορούν το τέταρτο άλμπουμ τουςμε τίτλο "Večeras vas zabavljaju muzičari koji piju" (Απόψε σας διασκεδάζουν μουσικοί που πίνουν) το οποίο χαρακτηρίζεται ως ηθικά ακατάλληλο σε τρία τραγούδια και παίρνει την ετικέτα šund. Το "Besni psi" (Λυσσασμένα σκυλιά) με τον στίχο "Grčki šverceri, arapski studenti, negativni elementi, maloletni delikventi i besni psi" (Έλληνες λαθρέμποροι, Άραβες φοιτητές, αρνητικά στοιχεία, ανήλικοι παραβάτες και λυσσασμένα σκυλιά) προκαλεί διεθνές σκάνδαλο! Οι πρεσβείες τριών αραβικών χωρών και του Ζαΐρ διαμαρτύρονται. Στην Ελλάδα βέβαια ούτε που το πήραμε χαμπάρι, εποχές που το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι βαφτιζόταν ελληνικό και όλοι μαζί δουλεύαμε την τότε, ΕΟΚ, μάλλον για τίτλο τιμής πρόκειται (ΠΑΣΟΚ-σκάνδαλα-Αθανασόπουλος). Το Υπουργείο Πολιτισμού παραγγέλνει "ειδική ανάλυση" και το Υπουργείο Εξωτερικών ζητά να μην παίζεται ζωντανά.



 

Το 1985 κυκλοφορούν το έκτο στούντιο άλμπουμ τους με τίτλο "Istina". Η Jugoton αρνείται να τυπώσει τον δίσκο λόγω των τραγουδιών "Pogledaj dom svoj, anđele" (Κοίτα το σπίτι σου, άγγελε), "Snage opozicije" (Οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης), "Alo" (Έλα) και "Dvorska budala" (Ο γελωτοποιός της αυλής). Η PGP RTB δέχεται, αλλά λογοκρίνει: το "Snage opozicije" κόβεται εντελώς  και θα κυκλοφορήσει μόνο το 1997 στο compilation "Treći srpski ustanak" (Τρίτη Σερβική Εξέγερση), ενώ στο "Alo" ο στίχος "sa planine šakal zavija, tamo je Jugoslavija" (από το βουνό ουρλιάζει το τσακάλι, εκεί είναι η Γιουγκοσλαβία) αλλάζει σε "ja iz dalekih predela posmatram tuđa nedela" (από μακρινές περιοχές παρατηρώ ξένα κακουργήματα).

                                                                     Οι άλλες περιπτώσεις
Haustor: Το 1981, οι Haustor του Darko Rundek ετοιμάζουν το ντεμπούτο τους. Η σύνθεση "Radnička klasa odlazi u raj" (Η εργατική τάξη πηγαίνει στον παράδεισο) θεωρείται πολύ προκλητική ακόμη και στον τίτλο της. Η Jugoton την απορρίπτει.
Idoli: Οι Idoli είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα εξωτερικής παρέμβασης. Το βίντεο του 1981 για το "Maljčiki" (Αγόρια - στα ρωσικά), μια παρωδία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, προκαλεί διάβημα της σοβιετικής πρεσβείας και το βίντεο απαγορεύεται να παίζει στην κρατική τηλεόραση.
Laibach: Η πιο ακραία περίπτωση. Το 1983, μετά την εμφάνισή τους στο Music Biennale του Ζάγκρεμπ, το συγκρότημα κηρύσσεται φασιστικό. Οι αρχές απαγορεύουν το όνομα "Laibach" - το γερμανικό όνομα της Λιουμπλιάνας επί ναζιστικής κατοχής - και κάθε δραστηριότητά τους μέχρι το 1987. Το ντεμπούτο άλμπουμ τους του 1985 κυκλοφορεί χωρίς όνομα, μόνο με έναν μαύρο σταυρό στο εξώφυλλο, και οι ομιλίες του Τίτο μέσα σε αυτό είναι λογοκριμένες με ένα διαπεραστικό ήχο (μπιπ).

Azra: Εδώ χρειάζεται εξήγηση για τους νεότερους. Οι Azra του Branimir Štulić γράφουν το 1981 το "Poljska u mom srcu" (Η Πολωνία στην καρδιά μου) και το "Proljeće je 13. u decembru" (Η άνοιξη είναι στις 13 Δεκεμβρίου) για το κίνημα της Αλληλεγγύης (Solidarność - Αλληλεγγύη). Πρόκειται για το κίνημα του Λεχ Βαλέσα, του εργάτη από το Γκντανσκ που ίδρυσε το πρώτο ανεξάρτητο συνδικάτο στην Ανατολική Ευρώπη και αντιτάχθηκε στον δικτάτορα στρατηγό Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι. Στις 13 Δεκεμβρίου 1981, ο Γιαρουζέλσκι επιβάλλει στρατιωτικό νόμο στην Πολωνία. Ο Štulić γράφει "Proljeće je 13. u decembru" ακριβώς γι' αυτό - η άνοιξη, δηλαδή η ελπίδα, έρχεται μέσα στον χειμώνα του στρατιωτικού νόμου. Για τη νεολαία της Γιουγκοσλαβίας, η Πολωνία ήταν ο καθρέφτης: αν μπορούσε να συμβεί εκεί, μπορούσε να συμβεί και εκεί. Τα τραγούδια γίνονται ύμνοι, αλλά σπάνια παίζονται στην τηλεόραση, γιατί η επίσημη Γιουγκοσλαβία δεν θέλει να πάρει ανοιχτά θέση υπέρ της Solidarność απέναντι στη Μόσχα.

                                                   Hoćemo cenzuru! -  Η αυτολογοκρισία ως έκφραση
Στη Γιουγκοσλαβία του '70 και του '80, η λογοκρισία ήταν και ένα είδος πιστοποίησης. Το να σε χαρακτηρίσουν šund (σκουπίδια) ή να σε καλέσει η Επιτροπή του Κόμματος σήμαινε ότι σε παίρνουν στα σοβαρά. Οι Riblja Čorba, μετά την απαγόρευση του "Na zapadu ništa novo" παίρνουν το Βραβείο Μαΐου της Σοσιαλιστικής Νεολαίας το 1982.

Οι μουσικοί αναπτύσσουν τρεις στρατηγικές:
- Μεταφορά και αλληγορία: Αντί να πουν "η κυβέρνηση είναι διεφθαρμένη", μιλούν για "pekare, lekare, apotekare" (φούρναρηδες, γιατρούς, φαρμακοποιούς) ή για έναν "šakal που ουρλιάζει από το βουνό". Τα τραγούδια συχνά κάλυπταν την κριτική μέσω μεταφορών και γλωσσικών συμβολισμών.
- Υπερταύτιση: Οι Laibach φορούν στολές του Γιουγκοσλαβικού Στρατού και μιμούνται τη γλώσσα της προπαγάνδας τόσο τέλεια, που το κράτος δεν ξέρει αν τους σατιρίζουν ή τους δοξάζουν. Είναι η στρατηγική που αργότερα θα ονομαστεί "Neue Slowenische Kunst" (Νέα Σλοβενική Τέχνη).
- Αυτολογοκρισία ως διαπραγμάτευση: Αλλάζεις έναν στίχο, κόβεις ένα τραγούδι, για να σώσεις όλο τον δίσκο. Όπως έκαναν οι Haustor ή οι Bijelo Dugme. Δεν είναι δειλία, είναι τακτική επιβίωσης σε ένα σύστημα που δεν σε φυλακίζει, αλλά σε κάνει να σωπαίνεις μόνος σου.

Το Γιουγκοσλαβικό σύστημα ήταν ανεκτικό, αλλά είχε κόκκινες γραμμές:

- Ο Τίτο: Κανένα αστείο. Ακόμη και μετά τον θάνατό του το 1980, η μορφή του παραμένει ιερή μέχρι τα μέσα των 80s. Tο πολιτικό κενό επέτρεψε την έκρηξη του Punk και του New Wave και μπάντες όπως οι Azra, Idoli και Riblja Čorba έγιναν πολύ πιο τολμηρές, ασκώντας ανοιχτή κριτική στην οικονομική κρίση, τη γραφειοκρατία του κομμουνισμού και την υποκρισία του συστήματος.
 
- Ο εθνικισμός: Οτιδήποτε μύριζε εθνικισμό κοβόταν αμέσως διότι υποδαύλιζε εθνοτικές εντάσεις (π.χ. μεταξύ Σέρβων και Κροατών)  και η μπάντα αντιμετώπιζε σοβαρές κυρώσεις.
 
- Ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός (JNA): Η κριτική στον στρατό ήταν ταμπού αν και οι Riblja Čorba τόλμησαν να τραγουδήσουν το "Kako je lepo biti glup" (Πόσο όμορφο είναι να είσαι χαζός). Μια καυστική σάτιρα για τη στρατιωτική υπακοή. Ο στίχος περιγράφει τη νοοτροπία του στρατιώτη που πρέπει απλώς να εκτελεί διαταγές χωρίς να σκέφτεται
 
- Η αδελφότητα και ενότητα (bratstvo i jedinstvo): Το κεντρικό σύνθημα του Τίτο. Στα τραγούδια τους μιλούσαν για την ανεργία των νέων, την οικονομική κρίση των '80s και τη λογοκρισία. Η κριτική τους εστίαζε στο ότι το κράτος ζητούσε από τους νέους να θυσιαστούν στο όνομα της «Ενότητας», την ίδια ώρα που η κομματική ελίτ (η νομενκλατούρα) ζούσε μέσα στην πολυτέλεια και τη διαφθορά.
 
Συμπερασματικά η ιστορία της γιουγκοσλαβικής ροκ λογοκρισίας δεν είναι ιστορία απαγορευμένων δίσκων σε χρηματοκιβώτια. Είναι ιστορία διαπραγμάτευσης. Είναι η ιστορία του πώς μια ολόκληρη γενιά έμαθε να γράφει ανάμεσα στις γραμμές. Σήμερα, όταν ακούμε το "Pogledaj dom svoj, anđele" (Κοίτα το σπίτι σου, άγγελε) ή το "Radnička klasa odlazi u raj" (Η εργατική τάξη πηγαίνει στον παράδεισο), ακούμε όχι μόνο μουσική, αλλά και τον ήχο μιας εποχής που έλεγε "Hoćemo cenzuru!" (Θέλουμε λογοκρισία!) - γιατί μόνο μέσα από αυτήν μπορούσες να αποδείξεις ότι αυτό που λες έχει βάρος.
Η αυτολογοκρισία δεν ήταν ήττα. Ήταν η έκφραση που μιλούσαν όλοι: μουσικοί, συντάκτες, ακόμη και οι επιτροπές. Μια έκφραση που επέτρεψε στο Yu rock να είναι ταυτόχρονα και κρατικά επιδοτούμενο και βαθιά υπονομευτικό. Και που, μουσικά, στάθηκε επάξια δίπλα σε οποιαδήποτε δυτική σκηνή - από το hard rock μέχρι το jazz rock - αφήνοντας πίσω της ένα ρεπερτόριο που ακόμη και σήμερα, πλην των αγγλόφωνων και γερμανόφωνων, δύσκολα βρίσκει αντίπαλο ακόμη και στις γαλλόφωνες σκηνές.
 
Συγκροτήματα που ξεχώρισαν
 
Bijelo Dugme: Το μεγαλύτερο συγκρότημα της Γιουγκοσλαβίας με έδρα το Σεράγεβο και ηγέτη τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς. Συνδύασαν το hard rock με την παραδοσιακή φολκ μουσική των Βαλκανίων (ιδίωμα γνωστό ως "pastirski rok" ή ροκ των βοσκών).
Indexi: Από τους θεμελιωτές του γιουγκοσλαβικού ροκ, επηρεασμένοι από το progressive και το ψυχεδελικό ροκ.
Smak: Γνωστοί για την τεχνική τους αρτιότητα και τα blues/progressive rock στοιχεία, με highlight τον δεξιοτέχνη κιθαρίστα Radomir Mihailović "Točak".
Time: Ιστορικό progressive rock σχήμα από το Ζάγκεμπ με frontman τον Dado Topić.
YU Grupa: Από τα μακροβιότερα συγκρότημα με έδρα το Βελιγράδι, ενέταξαν πρώτοι παραδοσιακά βαλκανικά μοτίβα στον hard rock ήχο.
Korni Grupa: Σημαντικό progressive σχήμα που εκπροσώπησε τη χώρα μέχρι και στη Eurovision το 1974.
 
 
                                                                       Hard Rock - Heavy Metal
  • Divlje Jagode: Το απόλυτο heavy metal συγκρότημα της Γιουγκοσλαβίας. Ξεκίνησαν με hard rock, αλλά το 1983 κυκλοφόρησαν το εμβληματικό άλμπουμ Motori, το οποίο έγινε τεράστια επιτυχία και καθόρισε τον γιουγκοσλαβικό metal ήχο. Ο κιθαρίστας τους, Sead "Zele" Lipovača, θεωρείται ο «Yngwie Malmsteen των Βαλκανίων». Μάλιστα, στα τέλη της δεκαετίας του '80 μετακόμισαν στο Λονδίνο και κυκλοφόρησαν αγγλόφωνο δίσκο ως Wild Strawberries.
  • Vatreni Poljubac: Ιδρύθηκαν από τον εκρηκτικό κιθαρίστα και τραγουδιστή Milić Vukašinović (πρώην μέλος των Bijelo Dugme). Με επιθετικό ήχο, γρήγορα riff και προκλητικούς στίχους, θεωρούνται οι «Motörhead της Γιουγκοσλαβίας».
  • Riblja Čorba : Αν και συχνά κατατάσσονται στο mainstream hard rock λόγω της τεράστιας δημοτικότητάς τους, κατά τη δεκαετία του '80 κυκλοφόρησαν μερικά από τα πιο βαριά, κιθαριστικά κομμάτια της σκηνής, με τον Bora Đorđević να δίνει μια ωμή, heavy metal αισθητική στις ζωντανές τους εμφανίσεις.
  • Gordi : Ξεκίνησαν ως progressive rock μπάντα στα τέλη των '70s, αλλά το 1981 έκαναν μια εντυπωσιακή στροφή στο καθαρό heavy metal με τον δίσκο Pakleni trio (Κολασμένη Τριάδα). Θεωρούνται από τους πρώτους που έπαιξαν αυθεντικό metal δυτικού τύπου στη χώρα.
  • Kerber : Από τις πιο επιτυχημένες metal μπάντες των '80s. Χαρακτηρίζονταν από τα μελωδικά double-guitar solos και τα εντυπωσιακά, υψηλά φωνητικά του Goran Šepa "Gale".
  • Osmi Putnik: Κλασικό '80s glam/heavy metal συγκρότημα με πολύ δυνατά riff. Ιστορική λεπτομέρεια: frontman και τραγουδιστής τους ήταν ο Zlatan Stipišić, ο οποίος αργότερα έγινε ένας από τους διασημότερους pop-rock καλλιτέχνες των Βαλκανίων με το όνομα Gibonni.
  • Heller: Για τους λάτρεις του extreme ήχου, οι Heller ήταν πρωτοπόροι. Σχηματίστηκαν στα μέσα των '80s και ήταν ένα από τα πρώτα συγκροτήματα που εισήγαγαν το thrash/speed metal στο κομμουνιστικό μπλοκ, με πολύ πιο σκοτεινό και γρήγορο ήχο από τους προκατόχους τους.
  • Warriors: Ένα εξαιρετικό heavy metal σχήμα από το Βελιγράδι πουτραγουδούσε στα αγγλικά. Το 1984 κυκλοφόρησαν έναν εξαιρετικό ομώνυμο δίσκο και στη συνέχεια μετακόμισαν στον Καναδά για να κυνηγήσουν διεθνή καριέρα.
  • Metro : Μια εξαιρετική underground hard & heavy μπάντα των early '80s, γνωστή για τον δίσκο τους Čupave glave) και τον κλασικό heavy ήχο τους.
Η περίοδος γύρω από τον θάνατο του Τίτο (1980) γέννησε ένα από τα πιο δημιουργικά κινήματα στην Ευρώπη
  • Azra: Με ηγέτη τον χαρισματικό και πολιτικοποιημένο Branimir "Johnny" Štulić, υπήρξαν η φωνή της γενιάς τους με ποιητικούς και κοινωνικά αιχμηρούς στίχους.
  • Prljavo Kazalište: Ξεκίνησαν ως punk μπάντα επηρεασμένοι από τους Clash και εξελίχθηκαν σε ένα από τα δημοφιλέστερα mainstream rock σχήματα.
  • Haustor: Ξεχώρισαν για τον art-rock ήχο τους, με επιρροές από reggae, ska και world music.
  • Film: Δημιούργησαν μερικούς από τους πιο ανεπαίσθητους και ενεργητικούς pop-rock ύμνους της δεκαετίας.
  • EKV (Ekatarina Velika): Ένα από τα πιο επιδραστικά και σκοτεινά alternative rock/post-punk συγκροτήματα, με ποιητική ατμόσφαιρα.
  • Šarlo Akrobata: Βραχύβιο αλλά θρυλικό punk/new wave σχήμα, από τα σπλάχνα του οποίου γεννήθηκαν οι EKV και οι Disciplina Kičme.
  • Električni Orgazam: Ξεκίνησαν με ωμό punk ήχο και εξελίχθηκαν σε μια καθαρόαιμη rock 'n' roll μπάντα.
  • Idoli: Δημιούργησαν το "Paket Aranžμαν" (μαζί με Šarlo Akrobata και Električni Orgazam), ένα άλμπουμ-σταθμό για το γιουγκοσλαβικό New Wave.

Y.Γ.: Να ευχαριστήσουμε από καρδιάς τον Nicola Lazic,δικηγόρο από το Κρουσεβατς, όπου βοήθησε σημαντικά με τις γνώσεις, τις πληροφορίες και τα βιώματα του, ετούτο το μικρό αφιέρωμα στο Yu Rock!

Επιμέλεια: Ηρακλής Κανέλλος

ΠΗΓΕΣ:

www.hhv-mag.com/feature/an-introduction-to-yugoslav-music-history-part-1-music-and-market-socialism/?lang=en
www.yugoslavpunk.omeka.net/exhibits/show/censorship/censorship-in-the-age-of-punk-
www.researchgate.net/publication/311810024_Folk_Music_as_a_Folk_Enemy_Music_Censorship_in_Socialist_Yugoslavia
www.almendron.com/tribuna/what-punk-rock-meant-to-communist-yugoslavia/
http://www.nskstate.com/article/laibach-made-yugoslavia/
https://en.wikipedia.org/wiki/Popular_music_in_Yugoslavia
https://link.springer.com/chapter/10.1057/978-1-137-59273-6_7
https://journals.sagepub.com/doi/10.1177/0888325420923023
https://en.wikipedia.org/wiki/Riblja_%C4%8Corba
https://srpskanational.com/region/bora-dordevic-symbol-of-serbian-and-yugoslav-rock/10538ravnododna.com/riblja-corba-mrtva-priroda-40-godina-od-albuma-koji-uzdrmao-jugoslavenski-socijalizam/